Η αμερικανική Chevron βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των ενεργειακών και γεωπολιτικών εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, αναδεικνύοντας τον ολοένα πιο ενεργό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή.
Από τη μία πλευρά, η αμερικανική εταιρεία συμμετέχει στα ερευνητικά προγράμματα υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, ενισχύοντας τη στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–ΗΠΑ και τον δυτικό ενεργειακό σχεδιασμό στην Ευρώπη. Από την άλλη, προχωρά παράλληλα σε συνεργασίες με την τουρκική κρατική εταιρεία πετρελαίου TPAO, στο πλαίσιο κοινών ερευνών και εξορύξεων με την Άγκυρα.
Η διπλή αυτή παρουσία αποτυπώνει μια ευρύτερη αμερικανική στρατηγική ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιδιώκει τη διατήρηση επιρροής και στα δύο στρατόπεδα, ενθαρρύνοντας ένα μοντέλο «ελεγχόμενης συνεννόησης» Ελλάδας και Τουρκίας, με βασικό στόχο τη διασφάλιση ενεργειακής σταθερότητας και τη θωράκιση της Δύσης απέναντι στη ρωσική επιρροή.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική περί συνεργασίας και επενδύσεων, διαμορφώνεται ένας σοβαρός γεωπολιτικός κίνδυνος για την Ελλάδα. Η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει τόσο τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ όσο και τις ενεργειακές επιδιώξεις των ΗΠΑ, ώστε να επιβάλει τη δική της αναθεωρητική ατζέντα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Και αυτό συμβαίνει τη στιγμή που η Τουρκία προχωρά σε μια πρωτοφανή θεσμική κλιμάκωση, προετοιμάζοντας νομοθετικό πλαίσιο που ενσωματώνει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» στο εσωτερικό της δίκαιο.
Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιοποίησε το Bloomberg, η Άγκυρα επεξεργάζεται νομοθεσία που θα επιτρέπει στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να ανακηρύσσει ΑΟΖ έως και 200 ναυτικά μίλια, να δημιουργεί θαλάσσια πάρκα και να ασκεί μονομερώς δικαιώματα γεωτρήσεων, αλιείας και εξορύξεων ακόμη και σε περιοχές με επικαλυπτόμενες αξιώσεις Ελλάδας και Κύπρου.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη ρητορική ένταση καθώς η Τουρκία επιχειρεί να προσδώσει θεσμικό και «νομικό» χαρακτήρα στις πάγιες διεκδικήσεις της, μετατρέποντας το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» σε εργαλείο πολιτικής πίεσης και γεωπολιτικής επιβολής.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Άγκυρα δεν αρκείται πλέον σε διπλωματικές αμφισβητήσεις. Μέσω της θεωρίας των «γκρίζων ζωνών» επιχειρεί να παγιώσει τα 6 ναυτικά μίλια στο Αιγαίο και να περιορίσει προκαταβολικά κάθε ελληνικό κυριαρχικό δικαίωμα επέκτασης χωρικών υδάτων ή άσκησης κυριαρχίας σε θαλάσσιες περιοχές.
Παράλληλα, το υπό διαμόρφωση νομοσχέδιο παρέχει υπερεξουσίες στην τουρκική ηγεσία για μονομερείς ενέργειες χωρίς διαβούλευση και χωρίς σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, το οποίο η ίδια η Τουρκία δεν έχει υπογράψει.
Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αυταπάτες περί «εύκολων συμβιβασμών» ή βιαστικών συνεκμεταλλεύσεων στο όνομα της ενεργειακής σταθερότητας. Η αποδοχή διαλόγου υπό το καθεστώς εκβιασμών, μονομερών νομοθετημάτων και διατήρησης του casus belli θα ισοδυναμούσε με έμμεση νομιμοποίηση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής.
Η Ελλάδα οφείλει να καταστήσει απολύτως σαφές ότι η μοναδική διαφορά προς συζήτηση είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο.
Η Ουάσιγκτον μπορεί να επιδιώκει την επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με τη Δύση και την απομάκρυνσή της από τη ρωσική επιρροή. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει με αντάλλαγμα την αποδυνάμωση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η εθνική κυριαρχία δεν αποτελεί διαπραγματεύσιμο μέγεθος ούτε «οικόπεδο» προς εξυπηρέτηση γεωπολιτικών ή επιχειρηματικών ισορροπιών.
Η Αθήνα οφείλει να κινηθεί με στρατηγική ψυχραιμία αλλά και απόλυτη εθνική σαφήνεια, θέτοντας κόκκινες γραμμές απέναντι σε κάθε πίεση που επιχειρεί να μετατρέψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» από μονομερή τουρκική θεωρία σε διεθνές τετελεσμένο.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

