Σαφές μήνυμα προς την κυβέρνηση ότι οι διεθνείς συνεργασίες στον κρίσιμο χώρο της Εθνικής Άμυνας απαιτούν πλήρη τεκμηρίωση, συγκεκριμένο όφελος για την Ελλάδα και καθαρή εικόνα του κόστους έστειλε από το βήμα της Βουλής ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, κατά τη συζήτηση δύο συμφωνιών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με την Ιταλία και τη Γερμανία.
Στην πρώτη του τοποθέτηση, για τη συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας στην εκπαίδευση πιλότων, ο κ. Ρούντας ξεκίνησε από μία θεμελιώδη θέση: «Η εκπαίδευση των ιπταμένων αποτελεί επένδυση στην ασφάλεια της πατρίδας». Υπογράμμισε ότι κάθε διεθνής συνεργασία στον συγκεκριμένο τομέα οφείλει να βελτιώνει ουσιαστικά την κατάρτιση των Ελλήνων χειριστών και να εντάσσεται στον συνολικό σχεδιασμό της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η ΝΙΚΗ αναγνωρίζει τη χρησιμότητα της ανταλλαγής εμπειρίας και διαφορετικών εκπαιδευτικών μεθόδων, καθώς και τη δυνατότητα ανάδειξης των ικανοτήτων των Ελλήνων εκπαιδευτών. Ο βουλευτής Λαρίσης έθεσε, όμως, στο επίκεντρο όσα η κυβέρνηση εξακολουθεί να οφείλει να εξηγήσει με αριθμούς και αποτελέσματα.
«Θεωρούμε ότι χρειάζεται ένας συγκεντρωτικός απολογισμός: πόσοι Έλληνες εκπαιδεύτηκαν, ποια αποτελέσματα προέκυψαν και ποια συγκεκριμένη ανάγκη καλύπτει σήμερα η αποστολή», τόνισε, ζητώντας ουσιαστική αποτίμηση μιας συνεργασίας που λειτουργεί από το 2018.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στο οικονομικό σκέλος. Σύμφωνα με όσα επικαλέστηκε από την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τα έξοδα αποστολής έξι αξιωματικών για την περίοδο 2026-2029 υπολογίζονται σε 1,678 εκατ. ευρώ, ενώ προβλέπονται και πρόσθετες δαπάνες χωρίς συνολικό προσδιορισμό.
Ο κ. Ρούντας αναγνώρισε τις κυβερνητικές διευκρινίσεις για την εκπαίδευση με T-345 και τον συμψηφισμό περίπου 200 ωρών μέσω της εκπαίδευσης δύο επιπλέον Ιταλών πιλότων στην Καλαμάτα. Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι ο συμψηφισμός ωρών αποτελεί ένα μόνο μέρος της εικόνας.
«Ο συμψηφισμός των ωρών πρέπει να εξετάζεται μαζί με το πλήρες κόστος και το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα», σημείωσε, απαιτώντας πραγματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο πριν η Βουλή καλείται να εγκρίνει συμφωνίες με μακροχρόνιες συνέπειες.
Θετικά κατέγραψε τη διατήρηση της εθνικής, διοικητικής και πειθαρχικής υπαγωγής του προσωπικού, τον αποκλεισμό συμμετοχής του σε αποστολές μάχης και τους περιορισμούς στη διαβίβαση διαβαθμισμένων πληροφοριών. Παρέμεινε κατηγορηματικός ως προς την ανάγκη σαφούς ελέγχου κάθε μεταβολής που μπορεί να επηρεάσει το κόστος ή το περιεχόμενο της εκπαίδευσης.
Στη δεύτερη παρέμβασή του, για τη συνεργασία της Σχολής Εθνικής Άμυνας με το Πανεπιστήμιο των Ομοσπονδιακών Γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων στο Μόναχο, ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έθεσε ευθέως το θέμα της αμοιβαιότητας.
Η συμφωνία προβλέπει έως τρεις θέσεις φοίτησης για Γερμανούς ανώτερους αξιωματικούς στο Διεθνές Σχολείο Σπουδών της ΣΕΘΑ χωρίς δίδακτρα, χωρίς να προσδιορίζει αντίστοιχο αριθμό θέσεων για Έλληνες αξιωματικούς στη Γερμανία.
Ο κ. Ρούντας αναγνώρισε ότι η αμοιβαιότητα μπορεί να εκφράζεται μέσα από διαφορετικές παροχές, απαίτησε όμως να είναι απολύτως συγκεκριμένο τι παίρνει η ελληνική πλευρά.
«Χρειάζεται κάθε φορά να προσδιορίζεται τι ακριβώς εξασφαλίζει η ελληνική πλευρά», ανέφερε, ζητώντας πρόγραμμα πρώτης τριετίας με συγκεκριμένες δράσεις, συμμετοχές και μηχανισμό αξιολόγησης.
Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η αναφορά του στην ανάγκη η Ελλάδα να έχει ουσιαστικό λόγο στην επιλογή των ερευνητικών θεμάτων και στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων. «Η επιστημονική συνεργασία πρέπει να ενισχύει την ικανότητα αυτοτελούς ελληνικής στρατηγικής σκέψης», υπογράμμισε, θέτοντας ταυτόχρονα ζητήματα εμπιστευτικότητας, κοινοποίησης δεδομένων και χρήσης των κοινών μελετών.
Προβληματισμό εξέφρασε και για το οικονομικό σκέλος, καθώς καταγράφονται δαπάνες φοίτησης, μετακινήσεων και κοινών δραστηριοτήτων χωρίς συνολική εκτίμηση του κόστους.
Πριν περάσει στην πολιτική του τοποθέτηση, ο Γεώργιος Ρούντας απευθύνθηκε και στους μαθητές που παρακολουθούσαν τη συνεδρίαση από τα θεωρεία της Βουλής, καλώντας τους «να μένετε άνθρωποι ελεύθεροι» και «να προσεγγίζετε τον κόσμο με κριτική σκέψη».
Αυτή ακριβώς την κριτική στάση μετέφερε στη συνέχεια απέναντι στις δύο κυβερνητικές κυρώσεις. Η ΝΙΚΗ δεν αμφισβήτησε τη χρησιμότητα της διεθνούς συνεργασίας. Απαίτησε λογαριασμό, συγκεκριμένα ανταλλάγματα, έλεγχο του κόστους και μετρήσιμο εθνικό όφελος.
Με αυτά τα δεδομένα, ο βουλευτής Λαρίσης κατέληξε στη θέση του κόμματος: «Για να μπορέσουμε να δώσουμε θετική ψήφο, θέλουμε πληρέστερη τεκμηρίωση».
Η ΝΙΚΗ δήλωσε «παρών», αρνούμενη να μετατρέψει την κοινοβουλευτική κύρωση σε τυπική διαδικασία για συμφωνίες στις οποίες, κατά τον Γεώργιο Ρούντα, παραμένουν ανοικτά κρίσιμα ερωτήματα για το κόστος, την αμοιβαιότητα, το εκπαιδευτικό αποτέλεσμα και το πραγματικό όφελος για την εθνική άμυνα.

