Η απόσυρση του άρθρου 23 του πολυνομοσχεδίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που έγινε άρον άρον το απόγευμα της Παρασκευής 30 Οκτωβρίου από τον υφυπουργό κ. Δημήτρη Μαρκόπουλο, μετά τις καταγγελίες των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, έφερε στην επιφάνεια μια πρωτοφανή απόπειρα της κυβέρνησης να περιορίσει τη νομική προστασία των δανειοληπτών απέναντι στις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Μια απόπειρα που ισοδυναμεί με προσπάθεια εξαπάτησής τους.
Η επίμαχη διάταξη, την οποία προσπάθησε πολύ πονηρά να «περάσει» η κυβέρνηση μέσα από ένα τεράστιο πολυνομοσχέδιο 390 άρθρων, προέβλεπε ότι η σύμβαση ρύθμισης οφειλής θα αποτελούσε αυτοτελώς εκτελεστό τίτλο, σύμφωνα με το άρθρο 904 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Με απλά λόγια, με τη διάταξη αυτή η κυβέρνηση Μητσοτάκη έδινε τη δυνατότητα στους servicers να επισπεύδουν αναγκαστική εκτέλεση βάσει της σύμβασης ρύθμισης, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εξασφαλίσουν διαταγή πληρωμής.
Η αλλαγή αυτή δεν αποτελούσε μια απλή τεχνική διευκόλυνση. Αφαιρούσε ένα σημαντικό στάδιο δικαστικού ελέγχου πριν από την αναγκαστική εκτέλεση, μεταφέροντας στον δανειολήπτη το βάρος να προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να αμφισβητήσει την απαίτηση ή τη διαδικασία εκτέλεσης.
Και εδώ ακριβώς ανακύπτει το μείζον πολιτικό ζήτημα.
Η κυβέρνηση ενέταξε τη συγκεκριμένη διάταξη σε ένα εκτεταμένο πολυνομοσχέδιο, το οποίο παρουσίαζε ως δέσμη θετικών μέτρων για τους δανειολήπτες και αυστηρότερων κανόνων για τους servicers και τα funds.
Ενώ, δηλαδή, προβαλλόταν από την κυβέρνηση η εικόνα μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας που θα περιόριζε τις πρακτικές των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, στο ίδιο νομοσχέδιο περιλαμβανόταν μια ρύθμιση που θα διευκόλυνε τις εταιρείες αυτές να προχωρούν στην αναγκαστική εκτέλεση υπέρ των πιστωτών.
Πρόκειται για μια αδίστακτη απόπειρα της κυβέρνησης όχι απλώς να παραπλανήσει, αλλά να εξαπατήσει τους δανειολήπτες: μια δυσμενή για τη δικονομική τους θέση μεταβολή επιχείρησε να την «περάσει» μέσα σε ένα ογκώδες νομοσχέδιο, κάτω από τη γενική επικοινωνιακή προβολή μέτρων προστασίας τους.
Η απόπειρα εξαπάτησης, όμως, αποκαλύφθηκε. Η κυβέρνηση οφείλει πλέον να απολογηθεί στους δανειολήπτες για το γιατί προώθησε αυτή τη σημαντική αλλαγή, χωρίς να αναδείξει με την ίδια σαφήνεια τις συνέπειές της για την αναγκαστική εκτέλεση.
Η συναίνεση δεν υποκαθιστά τη δικαστική προστασία
Το τραγικό της όλης υπόθεσης είναι ότι η ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επιχείρησε, με άτυπη ενημέρωση, να παρουσιάσει τη ρύθμιση ως μέτρο προστασίας των δανειοληπτών, υποστηρίζοντας ότι καμία εταιρεία διαχείρισης δεν θα αποκτούσε μονομερώς εκτελεστό τίτλο, αφού θα απαιτούνταν η συναίνεση του οφειλέτη στη ρύθμιση!
Το επιχείρημα αυτό, όμως, δεν απαντούσε στο βασικό πρόβλημα.
Η συναίνεση ενός δανειολήπτη σε μια ρύθμιση δεν συνεπάγεται ότι αναγνωρίζει εκ των προτέρων κάθε μελλοντικό υπολογισμό του υπολοίπου της οφειλής του. Ούτε εγγυάται ότι οι τόκοι, οι επιβαρύνσεις και οι καταβολές του θα υπολογίζονται πάντοτε ορθά.
Ποιος θα ελέγχει, πριν από την έναρξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, εάν το ποσό που διεκδικεί ο servicer είναι πράγματι το νόμιμο και ορθό;
Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο η κυβερνητική επιχειρηματολογία δεν έδωσε επαρκή απάντηση.
Η επίκληση της συναίνεσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα για την αποδυνάμωση των εγγυήσεων δικαστικού ελέγχου.
Η ηγεσία του Υπουργείου επικαλέστηκε επίσης το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, επισημαίνοντας ότι ο οφειλέτης εξακολουθεί να έχει δικαίωμα ανακοπής.
Πράγματι, το δικαίωμα αυτό δεν καταργούνταν.
Όμως, η ύπαρξη δυνατότητας δικαστικής αμφισβήτησης δεν σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι δικονομικές εγγυήσεις.
Άλλο είναι να απαιτείται από τον πιστωτή να εξασφαλίσει προηγουμένως διαταγή πληρωμής και άλλο να διαθέτει ήδη εκτελεστό τίτλο, υποχρεώνοντας τον οφειλέτη να αναλάβει τη δικαστική πρωτοβουλία για την αμφισβήτησή του.
Η ανακοπή, άλλωστε, δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση αυτόματη αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Συνεπώς, η προτεινόμενη ρύθμιση θα μπορούσε να διευκολύνει την ταχύτερη έναρξη διαδικασιών κατάσχεσης και πλειστηριασμού, περιορίζοντας ένα προηγούμενο δικονομικό στάδιο.
Το γεγονός ότι ο δανειολήπτης μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορο αν η αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να κινηθεί εναντίον του ευκολότερα και ταχύτερα.
Η παρέμβαση των Δικηγορικών Συλλόγων ήταν, όμως, καταλυτική.
Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος έφερε στο φως την επαίσχυντη αυτή διάταξη.
Με την από 29 Οκτωβρίου 2026 επιστολή της προς τον υπουργό Κυριάκο Πιερρακάκη, επεσήμανε ότι η διάταξη ευνοούσε τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, αποδυνάμωνε τις εγγυήσεις δικαστικής προστασίας και δεν διασφάλιζε επαρκώς τον έλεγχο του υπολοίπου της οφειλής μετά τις καταβολές του δανειολήπτη.
Οι δικηγορικοί φορείς ανέδειξαν δημόσια ένα ζήτημα το οποίο δεν είχε λάβει την απαιτούμενη προσοχή κατά την παρουσίαση του νομοσχεδίου.
Η παρέμβασή τους, σε συνδυασμό με την κριτική που ασκήθηκε στη Βουλή, έφερε στο προσκήνιο τις πραγματικές δικονομικές συνέπειες του άρθρου 23.
Έτσι, ενώ η ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών μέχρι το μεσημέρι της Παρασκευής 30 Οκτωβρίου υπερασπιζόταν τη διάταξη και επέμενε να τη διατηρήσει στο νομοσχέδιο, αναγκάστηκε λίγες ώρες αργότερα, στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, διά του υφυπουργού Δημήτρη Μαρκόπουλου, να ανακοινώσει την απόσυρση της διάταξης.
Η χρονική αλληλουχία είναι χαρακτηριστική: η κυβέρνηση προώθησε τη ρύθμιση, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι ανέδειξαν τις σοβαρές συνέπειές της, η ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας αρχικά την υπερασπίστηκε με άτυπη ενημέρωση, αλλά τελικά αναγκάστηκε να αποσύρει άρον άρον τη διάταξη, διότι αντιλήφθηκε ότι δεν περνούσαν πλέον τα επιχειρήματά της και δεν μπορούσε πια να ευοδωθεί η απόπειρα εξαπάτησης!
Η κυβέρνηση υποχρεούται πλέον να δώσει εξηγήσεις για το γιατί είχε περιλάβει το επαίσχυντο άρθρο σε ένα νομοσχέδιο που διαφήμιζε ως προστατευτικό για τους δανειολήπτες, γιατί το υπερασπιζόταν τόσο… θερμά με «άτυπη ενημέρωση» στους οικονομικούς συντάκτες και τι ήταν αυτό που εν τέλει φοβήθηκε και εξαναγκάστηκε να το αποσύρει.
Η απόσυρση αποτελεί μεν σημαντική εξέλιξη, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη πολιτικής λογοδοσίας για την αρχική νομοθετική επιλογή.
Η προστασία των δανειοληπτών δεν μπορεί να περιορίζεται στη δυνατότητα να προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη αφού έχει ήδη κινηθεί εναντίον τους διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης.
Ούτε μπορεί η επιτάχυνση της είσπραξης ιδιωτικών απαιτήσεων να αντιμετωπίζεται ως αυτονόητα σημαντικότερη από τη διασφάλιση του ορθού ύψους της οφειλής και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
Η ΝΙΚΗ θεωρεί την υπόθεση του άρθρου 23 ως απόπειρα εξαπάτησης των δανειοληπτών που ματαιώθηκε χάρη στις έντονες, έγκαιρες και ορθές αντιδράσεις των Δικηγορικών Συλλόγων. Θεωρεί επίσης ότι η πραγματική πρόθεση της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι να βοηθήσει τους servicers και τα funds και όχι τους δανειολήπτες.
Η απόσυρση του άρθρου 23 δεν έγινε επειδή η κυβέρνηση παραδέχθηκε ότι έκανε λάθος, αλλά επειδή «πιάστηκε στα πράσα», επειδή αποκαλύφθηκε η άθλια απόπειρά της να εξαπατήσει τους δανειολήπτες και επειδή επικράτησε ο φόβος ότι η αποκάλυψη αυτή θα είχε τεράστιο πολιτικό κόστος για το κυβερνών κόμμα ενόψει εκλογών. Αυτή είναι, δυστυχώς, η πραγματικότητα.
Γιώργος Παλαιτσάκης
Υπεύθυνος Θ.Ο. Οικονομικής Ανάπτυξης
& Παραγωγικού Μετασχηματισμού της ΝΙΚΗΣ

