Πρόσφατα, ως ΝΙΚΗ, καταθέσαμε κοινοβουλευτική ερώτηση προς τους αρμόδιους Υπουργούς, γιατί η υπόθεση των «Σπιτιών Ανακύκλωσης» δεν αποτελεί απλή διοικητική αστοχία, αλλά δομική κατάρρευση των δικλείδων ασφαλείας του συστήματος διαχείρισης δημοσίων πόρων, η οποία εκθέτει τη χώρα απέναντι στα Ενωσιακά ελεγκτικά όργανα και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Τα πορίσματα των ελεγκτικών αρχών, οι οριστικές αποφάσεις ανάκτησης και η απώλεια δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ ευρωπαϊκών πόρων συνιστούν αντικειμενικά δεδομένα, όχι πολιτικές εκτιμήσεις.
Όταν ένα έργο, που παρουσιάστηκε ως εμβληματικό για το περιβάλλον, καταλήγει να τινάζει στον αέρα τους προϋπολογισμούς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η κοινοβουλευτική παρέμβαση είναι θεσμική υποχρέωση.
Το περιβάλλον και η ορθή διαχείριση των απορριμμάτων, αποτελούν υποχρέωση απέναντι στις επόμενες γενιές, αλλά και βασικό δείκτη πολιτισμού, διοικητικής επάρκειας και σεβασμού στο δημόσιο χρήμα. Σε μια περίοδο που η Ελλάδα όφειλε να επιταχύνει την ανακύκλωση, να καλύψει το χαμένο έδαφος και να συμμορφωθεί με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της, ένα πρόγραμμα που θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση εξελίχθηκε σε χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοδιαχείρισης, θεσμικής ανεπάρκειας και προβληματικής διακυβέρνησης.
Η ανακύκλωση δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα ούτε εργαλείο προβολής έργων βιτρίνας. Είναι μετρήσιμη πολιτική με συγκεκριμένους δείκτες, αποτελέσματα και υποχρεώσεις. Όταν μία κυβέρνηση αποτυγχάνει να ελέγξει πώς σχεδιάζεται και υλοποιείται ένα τόσο μεγάλο έργο, δεν αποτυγχάνει μόνο δημοσιονομικά αλλά και στρατηγικά, ακυρώνει κάθε σοβαρή περιβαλλοντική πολιτική και ενισχύει την καχυποψία των πολιτών απέναντι σε κάθε νέο εγχείρημα που βαφτίζεται «πράσινο».
Η υπόθεση των λεγόμενων «Σπιτιών Ανακύκλωσης» είναι μια συμπυκνωμένη εικόνα του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζονται, εγκρίνονται και υλοποιούνται μεγάλα έργα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, όταν ο έλεγχος χαλαρώνει, η διαφάνεια υποχωρεί και ο ανταγωνισμός περιορίζεται. Η υιοθέτηση φωτογραφικών τεχνικών προδιαγραφών οδήγησε σε τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού, ακυρώνοντας στην πράξη την ελεύθερη συμμετοχή των οικονομικών φορέων στην αγορά και δημιουργώντας συνθήκες μονοπωλιακής ανάθεσης. Εκεί όπου ο δημόσιος σχεδιασμός θα έπρεπε να λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες, εμφανίζονται κλειστά σχήματα, μονοπωλιακές πρακτικές και υπερκοστολογήσεις που δεν αντέχουν σε στοιχειώδη σύγκριση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα.
Το πρόγραμμα είχε συνολικό προϋπολογισμό περίπου 220 εκατομμύρια ευρώ και παρουσιάστηκε ως εμβληματική παρέμβαση για την κυκλική οικονομία. Στην πράξη, όμως, κατέληξε στην επιβολή 100% δημοσιονομικής διόρθωσης και στην απαίτηση επιστροφής 39.682.481 ευρώ από φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που από μόνη της συνιστά πολιτικό και διοικητικό ναυάγιο. Η επιβολή της συγκεκριμένης διόρθωσης αποτελεί την ανώτατη ποινή που μπορεί να επιβληθεί σε ένα κράτος-μέλος και ισοδυναμεί με πιστοποιητικό διαχειριστικής αναξιοπιστίας.
Έργα αυτού του μεγέθους οφείλουν να περνούν από εξονυχιστικό έλεγχο σκοπιμότητας και κόστους, πριν ακόμη φτάσουν στο στάδιο της προκήρυξης. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, τότε το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε διοικητικές αστοχίες, αλλά μετατρέπεται σε συστημικό ρίσκο για τη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων συνολικά. Το αποτέλεσμα αυτών των επιλογών ήταν απολύτως προβλέψιμο. Ο διαγωνισμός κατέληξε σε μία και μοναδική προσφορά, από εταιρείες που χαρακτηρίζονται ως «κοινού οικονομικού συμφέροντος». Το κόστος ανά «σπίτι ανακύκλωσης» ανήλθε περίπου στις 300.000 ευρώ, όταν αντίστοιχες εγκαταστάσεις στην ευρωπαϊκή αγορά κοστολογούνται μεταξύ 30.000 και 70.000 ευρώ.
Η απόκλιση του 400% από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (benchmarking) στερείται οιασδήποτε τεχνικής ή οικονομικής αιτιολόγησης, παραβιάζοντας κατάφωρα την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της οικονομικότητας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 33 του Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1046 και αντικαταστάθηκε από το νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2024/2509. Η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές τιμές δεν είναι αυθαίρετη, ούτε επιφανειακή. Αποτελεί βασικό εργαλείο ελέγχου της ορθολογικότητας μιας δημόσιας δαπάνης. Η διοίκηση οφείλει να αιτιολογήσει με ακρίβεια το γιατί. Η απουσία τέτοιας αιτιολόγησης είναι ένδειξη βαθύτερου προβλήματος στη διαδικασία σχεδιασμού.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν υπήρξε υπερκοστολόγηση. Το ερώτημα είναι πώς αυτή εγκρίθηκε και ποιοι επέτρεψαν να προχωρήσει. Το έργο εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Υποδομές Μεταφορών, Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη» χωρίς να προηγηθεί ουσιαστικός έλεγχος επιλεξιμότητας, σκοπιμότητας και κόστους. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση έδωσε την έγκριση, αλλά δεν άσκησε τον απαιτούμενο έλεγχο.
Αρχικά επιβλήθηκε δημοσιονομική διόρθωση ύψους 2,9 εκατομμυρίων ευρώ, ωστόσο, μετά τα σοβαρά ευρήματα, εκδόθηκαν τρεις οριστικές αποφάσεις ανάκτησης, που εκτοξεύουν το συνολικό ποσό στα 39.682.481 ευρώ.
Το βάρος αυτής της αποτυχίας δεν το επωμίζονται όσοι σχεδίασαν ή ενέκριναν τις διαδικασίες, αλλά οι φορείς διαχείρισης απορριμμάτων και, τελικά, οι ίδιοι οι πολίτες. Η μετακύλιση του κόστους αποτελεί διαχρονικά εύκολη λύση για την κεντρική διοίκηση. Στην πράξη, όμως, αυτό σημαίνει λιγότερους πόρους για κοινωνικές υπηρεσίες, καθαριότητα, βασικές υποδομές και καθημερινές ανάγκες των πολιτών.
Η επιβολή 100% δημοσιονομικής διόρθωσης έχει και μια ακόμη, εξαιρετικά κρίσιμη συνέπεια. Τα ποσά αυτά προέρχονται από το ΕΣΠΑ 2014–2020, το οποίο έχει πλέον κλείσει οριστικά. Αυτό σημαίνει ότι τα σχεδόν 40 εκατομμύρια ευρώ δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για άλλα έργα ή ανάγκες, αλλά επιστρέφουν στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η οριστική απώλεια αυτών των πόρων συνιστά άμεση ζημία του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία οι ευθύνες είναι ονομαστικές και καταλογιστέες.
Η εικόνα επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO). Η έρευνα εστιάζει σε πιθανή κατάχρηση τουλάχιστον 11,9 εκατομμυρίων ευρώ, στην υπερκοστολόγηση των πολυκέντρων ανακύκλωσης και στην απουσία επαρκών ελέγχων για το πού καταλήγουν τελικά τα ανακυκλώσιμα υλικά.
Η υπόθεση αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κυβερνητικών έργων βιτρίνας, περιορισμένου ανταγωνισμού και αδύναμων ελεγκτικών μηχανισμών. Και ακριβώς γι’ αυτό αναδεικνύει την ανάγκη για ριζική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται και υλοποιούνται οι δημόσιες προμήθειες.
Αν δεν αποδοθούν συγκεκριμένες πολιτικές και διοικητικές ευθύνες και αν δεν αλλάξει ριζικά ο τρόπος ελέγχου και υλοποίησης των δημοσίων έργων, τότε παρόμοια φαινόμενα δεν θα αποτελούν εξαίρεση αλλά κανονικότητα, με μόνιμο χαμένο το δημόσιο συμφέρον.
Ως ΝΙΚΗ, έχουμε πολύ διαφορετική φιλοσοφία : οι δημόσιες επενδύσεις και τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν μπορεί να αποτελούν πεδίο κλειστών συμφωνιών και μονοπωλιακών αναθέσεων. Απαιτείται πραγματικός ανταγωνισμός, αυστηρή τεκμηρίωση του κόστους, ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών και μηδενική ανοχή σε πρακτικές που οδηγούν σε υπερκοστολόγηση και απώλεια δημόσιων πόρων. Η κάθαρση στην υπόθεση αυτή αποτελεί πλέον πρόκριμα για τη διαφάνεια του συνόλου των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι χρηματοδοτήσεις πρέπει να κατευθύνονται σε έργα με πραγματική κοινωνική και περιβαλλοντική αξία, όχι σε κατασκευές που καταρρέουν μόλις ελεγχθούν.
Ομάδα Οικονομικών ΝΙΚΗΣ

