Στις βασικές αιτίες της ενεργειακής ακρίβειας, στις επιλογές της πράσινης μετάβασης, στο ζήτημα της απολιγνιτοποίησης, αλλά και στην ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας αναφέρθηκε ο Πέτρος Παπαγεωργίου, συντονιστής του Διαρκούς Βουλευτηρίου της ΝΙΚΗΣ, μιλώντας στο Ράδιο Ενημέρωση 92,2 και στην εκπομπή «Προς τη Νίκη».
Ο κ. Παπαγεωργίου, παρουσίασε ένα πλαίσιο θέσεων που συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη πολιτική πρόταση της ΝΙΚΗΣ όπως, ενεργειακή ανεξαρτησία, αξιοποίηση των εθνικών πόρων, αποθήκευση ενέργειας πριν από την άναρχη επέκταση των ΑΠΕ, στήριξη της ελληνικής παραγωγής, τεχνική εκπαίδευση και καινοτομία που να κρατά τους νέους επιστήμονες στην Ελλάδα.
«Βίαιη απολιγνιτοποίηση» και ενεργειακή ακρίβεια
Κεντρικό σημείο της συνέντευξης αποτέλεσε η ενεργειακή πολιτική της χώρας. Ο κ. Παπαγεωργίου υποστήριξε ότι η Ελλάδα οδηγήθηκε σε υψηλές τιμές ενέργειας εξαιτίας ενός συνδυασμού επιλογών, όπως της «βίαιης απολιγνιτοποίησης», της άναρχης ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας χωρίς επαρκείς υποδομές αποθήκευσης και της λειτουργίας του χρηματιστηρίου ενέργειας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα έσπευσε να εφαρμόσει τους στόχους της πράσινης μετάβασης ταχύτερα από άλλες χώρες, χωρίς προηγουμένως να έχει διαμορφώσει τις τεχνικές και ενεργειακές προϋποθέσεις για ομαλή μετάβαση. Όπως είπε, η εγκατάσταση ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών έγινε χωρίς να προηγηθεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αποθήκευσης της πλεονάζουσας ενέργειας.
«Πήγαμε κατευθείαν στην παραγωγή ενέργειας με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά, χωρίς να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις αποθήκευσης», ανέφερε, εξηγώντας ότι όταν δεν υπάρχει ήλιος ή άνεμος, το ηλεκτρικό σύστημα χρειάζεται σταθερή υποστήριξη από άλλη πηγή ενέργειας.
Για τη ΝΙΚΗ, όπως ανέδειξε ο κ. Παπαγεωργίου, η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνεται με τρόπο που μειώνει την αυτάρκεια της χώρας, αυξάνει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ο λιγνίτης ως εθνικό καύσιμο και ζήτημα ενεργειακής αυτάρκειας
Ο συντονιστής του Διαρκούς Βουλευτηρίου της ΝΙΚΗΣ στάθηκε ιδιαίτερα στον λιγνίτη, τον οποίο χαρακτήρισε «εθνικό προϊόν» που επί δεκαετίες στήριξε την ενεργειακή αυτονομία της χώρας. Το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων σήμανε ότι το κενό στην ηλεκτροπαραγωγή καλύφθηκε κυρίως από μονάδες φυσικού αερίου.
Αυτό, όπως είπε, έκανε την Ελλάδα περισσότερο εξαρτημένη από τις διεθνείς αγορές και τις γεωπολιτικές κρίσεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο υγροποιημένο φυσικό αέριο, το LNG, και στις αυξημένες τιμές που προκύπτουν σε συνθήκες διεθνούς αστάθειας.
«Όταν δεν παράγεις τη δική σου ενέργεια, είσαι άμεσα εξαρτημένος από διεθνείς παράγοντες», σημείωσε, τονίζοντας ότι μια χώρα πρέπει να βλέπει πρώτα το εθνικό της συμφέρον.
Στο πλαίσιο αυτό, η θέση που ανέδειξε είναι ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκαταλείπει βίαια τους εγχώριους ενεργειακούς της πόρους, αλλά να τους αξιοποιεί με σύγχρονες τεχνολογίες και περιβαλλοντικούς όρους, διασφαλίζοντας παράλληλα την ενεργειακή της ασφάλεια.
Κριτική στο χρηματιστήριο ενέργειας
Ένα ακόμη βασικό σημείο της συνέντευξης ήταν η λειτουργία του χρηματιστηρίου ενέργειας. Ο κ. Παπαγεωργίου υποστήριξε ότι μέσα από τον τρόπο τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργούνται συνθήκες που κρατούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Όπως εξήγησε, η τιμή του συστήματος καθορίζεται από την ακριβότερη μονάδα που απαιτείται για να καλύψει τη ζήτηση. Με αυτόν τον μηχανισμό, κατά την άποψή του, η τελική τιμή μεταφέρεται προς τα πάνω, ακόμη κι όταν μέρος της παραγωγής προέρχεται από φθηνότερες πηγές.
Ο ίδιος έκανε λόγο για ένα σύστημα που ελέγχεται από λίγους μεγάλους παραγωγούς, οι οποίοι διαθέτουν μονάδες φυσικού αερίου, φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα. Η ΝΙΚΗ, μέσα από αυτήν την τοποθέτηση, εμφανίζεται να αμφισβητεί το σημερινό μοντέλο λειτουργίας της αγοράς ενέργειας και να ζητά αλλαγές που θα μειώνουν το κόστος για τους πολίτες.
Πράσινη ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή και «υποκρισία»
Ο κ. Παπαγεωργίου άσκησε κριτική και στο διεθνές αφήγημα της πράσινης ανάπτυξης, υποστηρίζοντας ότι η συζήτηση γύρω από το διοξείδιο του άνθρακα χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις. Δήλωσε ότι η ΝΙΚΗ δεν αρνείται την ύπαρξη κλιματικών μεταβολών, αλλά αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται πολιτικά το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής για την επιβολή συγκεκριμένων ενεργειακών πολιτικών.
Έφερε ως παράδειγμα τους πολέμους και τους βομβαρδισμούς σε ενεργειακές υποδομές, δεξαμενές καυσίμων και εγκαταστάσεις LNG, λέγοντας ότι τέτοιες καταστροφές παράγουν τεράστιες ποσότητες ρύπων, την ίδια στιγμή που οι κοινωνίες πιέζονται να αλλάξουν βίαια τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.
Κατά τον ίδιο, η Ελλάδα ακολούθησε επιλογές που την άφησαν ενεργειακά εκτεθειμένη, ενώ άλλες χώρες κινήθηκαν με μεγαλύτερο ρεαλισμό. Αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη Γερμανία και στην παράταση λειτουργίας λιγνιτικών μονάδων, αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ, σημειώνοντας ότι οι μεγάλες δυνάμεις προτάσσουν πάνω απ’ όλα το εθνικό τους συμφέρον.
Πτολεμαΐδα 5 και αντλησιοταμίευση
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη λιγνιτική μονάδα Πτολεμαΐδα 5, την οποία ο κ. Παπαγεωργίου χαρακτήρισε ως υπερσύγχρονη επένδυση, κόστους περίπου 1,5 δισ. ευρώ. Υποστήριξε ότι η μονάδα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως μονάδα υποστήριξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αντί να εγκαταλειφθεί ή να μετατραπεί σε άλλη χρήση.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα σχέδια αξιοποίησης λιγνιτικών πεδίων για αντλησιοταμίευση. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι η ΝΙΚΗ βλέπει θετικά την αντλησιοταμίευση ως μέθοδο αποθήκευσης ενέργειας, αλλά εξέφρασε σοβαρές ενστάσεις για τη χρήση συγκεκριμένων λιγνιτικών πεδίων.
Όπως εξήγησε, η αντλησιοταμίευση λειτουργεί με δύο επίπεδα νερού: «όταν υπάρχει περίσσευμα ενέργειας, το νερό ανεβαίνει σε υψηλότερη στάθμη, ενώ όταν υπάρχει ανάγκη ενέργειας, κατεβαίνει και κινεί υδροστρόβιλους». Ωστόσο, σύμφωνα με την εκτίμησή του, η πλήρωση λιγνιτικών πεδίων με νερό μπορεί να υποβαθμίσει τα αποθέματα λιγνίτη, καθώς η υγρασία μειώνει τη θερμογόνο δύναμή του.
«Πάμε ουσιαστικά να καταστρέψουμε τα αποθέματα λιγνίτη», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να χαθεί ένας εθνικός ενεργειακός πόρος για πρόχειρες λύσεις αποθήκευσης.
Προβληματισμός για τα data centers
Στη συνέντευξη τέθηκε και το ζήτημα των μεγάλων data centers που σχεδιάζονται ή συζητούνται για την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Ο κ. Παπαγεωργίου εξέφρασε προβληματισμό τόσο για την τεράστια ενεργειακή κατανάλωση τέτοιων εγκαταστάσεων όσο και για τον σκοπό που θα εξυπηρετούν.
Αναφέρθηκε σε μεγέθη ισχύος που ξεκινούν από τα 300 MW και μπορεί να φτάσουν το 1 GW, δίνοντας ως παράδειγμα ότι τα 300 MW αντιστοιχούν, κατά την εκτίμησή του, σε κατανάλωση πολύ μεγάλου αριθμού νοικοκυριών. Έθεσε το ερώτημα αν η ενέργεια της χώρας πρέπει να κατευθύνεται σε τέτοιες εγκαταστάσεις ή αν πρέπει να στηρίζει πρωτίστως την παραγωγή, τη βιομηχανία και την πραγματική οικονομία.
Παράλληλα, εξέφρασε ανησυχία για το είδος των δεδομένων που θα αποθηκεύονται και θα επεξεργάζονται, συνδέοντας το θέμα με τον κίνδυνο ενός εκτεταμένου ηλεκτρονικού ελέγχου των πολιτών.
«H τεχνολογία δεν πρέπει να υιοθετείται άκριτα, χωρίς δημόσιο έλεγχο, διαφάνεια και σαφή απάντηση στο ερώτημα ποιον υπηρετεί».
«Η Ελλάδα μπορεί να παράξει»
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο κ. Παπαγεωργίου άνοιξε το ζήτημα της παραγωγικής δυνατότητας της χώρας. Απέρριψε την αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι καταδικασμένη στο να μην παράγει βιομηχανικά προϊόντα ή προϊόντα υψηλής τεχνολογίας και να περιορίζεται σε ρόλο υπηρεσιών.
Όπως είπε, η σημερινή τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα σε έμπειρους μηχανικούς να σχεδιάζουν σύνθετα μηχανήματα με τρισδιάστατα προγράμματα και να αξιοποιούν έτοιμα εξαρτήματα υψηλής ακρίβειας, όπως γραμμικούς οδηγούς και κοχλίες μετατροπής περιστροφικής σε γραμμική κίνηση. Με αυτά τα εργαλεία, υποστήριξε, «μπορεί να δημιουργηθεί παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας και στην Ελλάδα».
Ωστόσο, εντόπισε δύο μεγάλα εμπόδια: την απουσία πρακτικής τεχνικής εκπαίδευσης και την έλλειψη χρηματοδότησης για νέους επιστήμονες και καινοτόμες προσπάθειες.
Τεχνική εκπαίδευση, καινοτομία και επιστροφή της παραγωγής
Ο κ. Παπαγεωργίου τόνισε ότι η καινοτομία δεν αφορά μόνο τη μηχανολογία, αλλά και την αγροτική οικονομία, την κτηνοτροφία, τη φαρμακοβιομηχανία και συνολικά κάθε επιστημονικό πεδίο. Για να γίνει όμως πράξη χρειάζονται πόροι, στήριξη και ένα κράτος που θα δίνει στους νέους επιστήμονες τη δυνατότητα να ξεκινήσουν.
Έφερε ως παράδειγμα τα μοντέλα spin-off εταιρειών που αναπτύσσονται μέσα από πανεπιστήμια στο εξωτερικό, όπου μικρές καινοτόμες ομάδες δημιουργούν προϊόντα, τα οποία στη συνέχεια μπορούν να εξελιχθούν ή να αξιοποιηθούν από μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
«Στη ΝΙΚΗ έχουμε το όραμα να φτιάξουμε τέτοια τεχνική εκπαίδευση, που να μπορούν τα νέα παιδιά να βρίσκουν και να δημιουργούν δουλειές, να μην αναγκάζονται να φεύγουν στο εξωτερικό και να παράγουν για τον τόπο μας», ανέφερε.
«Η επιστημονική γνώση δεν πρέπει να πεθαίνει μαζί με τον άνθρωπο»
Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο Πέτρος Παπαγεωργίου στάθηκε στη σημασία της μετάδοσης της γνώσης στις επόμενες γενιές. «Η επιστημονική γνώση δεν πρέπει να πεθαίνει μαζί με τον άνθρωπο. Δεν πρέπει να την παίρνουμε στον τάφο μας. Πρέπει να τη μεταδίδουμε στους νέους για να προχωράει η πατρίδα μας», είπε χαρακτηριστικά.
Για τη ΝΙΚΗ, το ζητούμενο είναι ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα στηρίζεται στην εθνική κυριαρχία, στην αξιοποίηση των εγχώριων πόρων, στην επιστημονική γνώση και στη δημιουργία πραγματικών ευκαιριών για τους νέους.

