Στην ύπαρξη και άνθηση μιας ολόκληρης «βιομηχανίας» πλαστών ή αμφίβολης αξίας μεταπτυχιακών τίτλων και πιστοποιήσεων αναφέρεται, σε άρθρο της, η Δρ. Γιάννα Στεργίου, Υπεύθυνη της Θεματικής Ομάδας Πολιτισμού της «ΝΙΚΗΣ» και εκπαιδευτικός.
Με αφορμή το άνοιγμα των πινάκων των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, η κ. Στεργίου επισημαίνει ότι χιλιάδες νέοι άνθρωποι οδηγούνται σε έναν εξαντλητικό αγώνα συγκέντρωσης «προσόντων», την ώρα που τίτλοι σπουδών και πιστοποιήσεις διακινούνται ως εμπορεύματα, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε έννοια αξιοκρατίας. Παράλληλα, τονίζει ότι η ευθύνη βαραίνει το κράτος που ανέχεται και συντηρεί αυτή την κατάσταση, υποβαθμίζοντας τη γνώση και μετατρέποντας την Παιδεία από δημόσιο αγαθό σε πεδίο αγοραίας συναλλαγής.
Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο της:
«Σε λίγες ημέρες ανοίγουν και πάλι οι πίνακες των αναπληρωτών εκπαιδευτικών. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι θα μπουν σε μια εξαντλητική διαδικασία διεκδίκησης μιας θέσης με μισθό που μετά βίας αγγίζει τα 800 ευρώ.
Και όμως, για να έχουν ελπίδα, καλούνται να επενδύσουν συνεχώς χρήματα σε «προσόντα»: μεταπτυχιακά, πιστοποιήσεις υπολογιστών, τίτλους ξένων γλωσσών. Το τραγικό είναι πως για μια τέτοια εργασιακή συνθήκη σε πολλές περιπτώσεις κάποιοι αυτά τα «προσόντα» δεν τα αποκτούν με κόπο και γνώση, αλλά τα αγοράζουν έτοιμα, σαν προϊόν, ακόμη και με αποστολή στο σπίτι.
Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια ολόκληρη «βιομηχανία» πλαστών ή αμφίβολης αξίας μεταπτυχιακών τίτλων και πιστοποιήσεων, που λειτουργεί σχεδόν απροκάλυπτα. Διαφημίσεις στο διαδίκτυο υπόσχονται τίτλους σε ελάχιστο χρόνο, χωρίς ουσιαστική φοίτηση, χωρίς εξετάσεις, χωρίς ακαδημαϊκά κριτήρια.
Κυκλώματα διαμεσολαβητών, συνεργασίες με ιδρύματα του εξωτερικού-«σφραγίδες» και διαδικασίες fast-track συνθέτουν ένα σύστημα όπου το πτυχίο μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Η ΟΙΕΛΕ έχει επανειλημμένα καταγγείλει την ύπαρξη «μαϊμού» μεταπτυχιακών που μοριοδοτούνται κανονικά, ενώ δημοσιογραφικές αποκαλύψεις κάνουν λόγο για οργανωμένη «φάμπρικα» παραγωγής τίτλων που δεν ξεριζώθηκε ποτέ.
Παράλληλα, πιστοποιήσεις δεξιοτήτων αποκτώνται με διαδικασίες-εξπρές, χωρίς πραγματική αξιολόγηση. Προσφέρουν επάρκεια αγγλικών σε δύο μήνες, μεταπτυχιακό χωρίς να χρειαστεί να γράψεις ούτε αράδα, πιστοποιήσεις υπολογιστών χωρίς να χρειαστεί να πατήσεις ένα κουμπί. Κι αυτά είναι μερικά παραδείγματα «υπηρεσιών». Κι όμως, όλα αυτά προσμετρώνται ισότιμα στους πίνακες, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε έννοια αξιοκρατίας.
Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, η ΝΙΚΗ ήταν η μόνη πολιτική δύναμη που αντέδρασε άμεσα και θεσμικά, καταθέτοντας επίκαιρη ερώτηση στη Βουλή (9/03/2026) με συγκεκριμένα στοιχεία και ζητώντας κατεπείγουσα διερεύνηση. Η απάντηση που δόθηκε περιορίστηκε σε γενικόλογες διαβεβαιώσεις περί ελέγχων και αξιοκρατίας. Δεν θορυβήθηκε καθόλου το Υπουργείο Παιδείας για την απροκάλυπτη αγοραπωλησία πτυχίων, ακόμη και για περιπτώσεις που με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να εντοπίσει σχετικές «προσφορές». Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: η ευθύνη δεν βαραίνει τους απεγνωσμένους νέους εκπαιδευτικούς που προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε αυτό το σύστημα, αλλά το ίδιο το κράτος που το ανέχεται, το συντηρεί και το ενθαρρύνει.
Η ολιγωρία, όμως, αυτή είναι απολύτως συνεπής με μια βαθύτερη ιδεολογική κατεύθυνση. Η γνώση υποβαθμίζεται, η ουσιαστική παιδεία απαξιώνεται και στη θέση τους προωθείται μια λογική αγοράς. Η αξία δεν βρίσκεται πια στην καλλιέργεια και την επιστημονική επάρκεια, αλλά στην ικανότητα εξασφάλισης «μορίων». Αυτή είναι και η κατεύθυνση της κυβέρνησης, μια χυδαία μετατόπιση από την παιδεία ως δημόσιο αγαθό, στην παιδεία ως εμπόρευμα.
Μα τι μπορούμε να περιμένουμε από μία κυβέρνηση που επιβραβεύει πρόσωπα που συνδέθηκαν με πλαστά πτυχία, όπως η περίπτωση του Λαζαρίδη; Τίποτα περισσότερο από ενθάρρυνση: συνεχίστε ανενόχλητοι να πουλάτε μαϊμού πιστοποιήσεις, γεμίστε τα δημόσια σχολεία μας με αγοραστές και όχι με επιστήμονες. Η παιδεία, όμως, δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως παζάρι. Η γνώση δεν μπορεί να συνεχίσει να εξισώνεται με ένα αγοραίο «προσόν», γιατί μαζί με τους πίνακες θα ακυρωθεί και η ίδια η αποστολή της εκπαίδευσης και μαζί της και η πνευματική υπόσταση της κοινωνίας».

