Η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και την πραγματική καθημερινότητα των ατόμων με αναπηρία βρέθηκε στο επίκεντρο της συνέντευξης της Τομεάρχη Θεματικών Ομάδων της ΝΙΚΗΣ, Θωμαής Στεφανοπούλου, στην εκπομπή «Πρωινή Παρέμβαση» του Flash 99,4, με τον Γιάννη Καραβίδα.
Η κ. Στεφανοπούλου μίλησε με την ιδιότητα της εκπαιδευτικού, με εξειδίκευση στην ειδική αγωγή, αλλά κυρίως ως μητέρα παιδιού με αυτισμό. Γνωρίζει από πρώτο χέρι τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικογένειες, από την εκπαίδευση και τις μεταφορές έως την καθημερινή φροντίδα και την κοινωνική ένταξη.
Αφορμή της συζήτησης αποτέλεσαν οι πρόσφατες κυβερνητικές ανακοινώσεις για δώδεκα πρωτοβουλίες στήριξης των ατόμων με αναπηρία, στο πλαίσιο μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την ισότητα και τη συμπερίληψη. Η κ. Στεφανοπούλου υπογράμμισε ότι οι λέξεις αυτές ακούγονται συχνά από κυβερνητικά στελέχη, ωστόσο οι γονείς παιδιών με αναπηρία δυσκολεύονται να τις αναγνωρίσουν στην πράξη.
Όπως σημείωσε, «οι εξαγγελίες για προσβάσιμες μεταφορές, νέα λεωφορεία, ράμπες, ηχητικές ειδοποιήσεις και ειδικές θέσεις δεν απαντούν στο βασικό πρόβλημα. Πολλοί άνθρωποι με αναπηρία παραμένουν αποκλεισμένοι μέσα στα σπίτια τους, χωρίς δυνατότητα να φτάσουν καν μέχρι τη στάση ή το πεζοδρόμιο».
Η ΝΙΚΗ, όπως ανέφερε, έχει συγκεκριμένη πρόταση για ειδική υπηρεσία στους δήμους, με εξειδικευμένο προσωπικό, η οποία θα αναλαμβάνει τη μεταφορά των ατόμων με αναπηρία από το σπίτι τους προς σχολεία, γιατρούς, υπηρεσίες ή ακόμη και για μια απλή έξοδο. Η υπηρεσία αυτή, σύμφωνα με την κ. Στεφανοπούλου, δεν μπορεί να λειτουργεί αποσπασματικά ή μία φορά ανά τρίμηνο, αλλά με σταθερότητα, συχνότητα και αξιοπρέπεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη μεταφορά των μαθητών ειδικής αγωγής. Όπως εξήγησε, τα ειδικά σχολεία εξυπηρετούνται συχνά από ιδιωτικές εταιρείες μεταφοράς, με τις οποίες το κράτος διαπραγματεύεται κάθε χρόνο. Όταν οι διαδικασίες καθυστερούν ή δεν καταλήγουν εγκαίρως, οι μαθητές μένουν χωρίς σχολικό λεωφορείο, με αποτέλεσμα οι γονείς να αναγκάζονται να εγκαταλείπουν την εργασία τους ή να πληρώνουν ταξί.
Η ίδια ανέφερε προσωπικό παράδειγμα, λέγοντας ότι χρειάστηκε να πληρώνει καθημερινά ταξί για τη μεταφορά του παιδιού της στο σχολείο. Περιέγραψε επίσης περιπτώσεις μητέρων που αναγκάζονταν να μεταφέρουν παιδιά με αυτισμό με λεωφορεία της γραμμής, μέσα σε θόρυβο, συνωστισμό και συνθήκες που μπορούν να προκαλέσουν έντονη αναστάτωση και κίνδυνο.
Στη συνέχεια, η συζήτηση στράφηκε στα ειδικά σχολεία. Η κ. Στεφανοπούλου σχολίασε τις ανακοινώσεις για ίδρυση νέων σχολικών δομών, επισημαίνοντας ότι «η ίδρυση μιας δομής δεν σημαίνει απαραίτητα ανέγερση κατάλληλου κτιρίου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πού και υπό ποιες συνθήκες θα στεγαστούν αυτά τα σχολεία».
Περιέγραψε επίσης κτιριακό πρόβλημα της ειδικής αγωγής, με σχολεία που λειτουργούν σε ακατάλληλους χώρους, χωρίς αυλές, χωρίς ανελκυστήρες ή σε κτίρια που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες μαθητών με αναπηρία. Αναφέρθηκε μάλιστα σε περίπτωση ειδικού σχολείου αυτισμού που στεγαζόταν σε χώρο όπου λειτουργούσαν βιοτεχνίες και αποθήκες, με κίνηση εργαζομένων και φορτηγών, γεγονός που οδήγησε τους γονείς σε καταγγελίες και προσφυγή στον εισαγγελέα.
Η κ. Στεφανοπούλου ανέδειξε και την απουσία Ειδικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτικού Κέντρου στον Δήμο Αθηναίων. Όπως τόνισε, «παιδιά με αναπηρία αναγκάζονται να μετακινούνται σε άλλους δήμους για να φοιτήσουν, γεγονός που ακυρώνει στην πράξη κάθε συζήτηση περί συμπερίληψης».
Για τον πολύ σημαντικό θεσμό του προσωπικού βοηθού, χαρακτήρισε εξαιρετικά περιορισμένο τον αριθμό των ωφελούμενων, σημειώνοντας ότι οι ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες. Επισήμανε επίσης ότι η επιλογή μέσω κλήρωσης και χωρίς ουσιαστικά κοινωνικά και λειτουργικά κριτήρια οδηγεί σε άδικες κατανομές, αφήνοντας εκτός ανθρώπους με βαριές αναπηρίες που έχουν άμεση ανάγκη υποστήριξης.
Η ΝΙΚΗ, όπως τόνισε, «ζητά προσωπικό βοηθό όπου πραγματικά υπάρχει ανάγκη, με σοβαρά κριτήρια και με προτεραιότητα στα πρόσωπα που δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν ή των οποίων οι οικογένειες δεν αντέχουν άλλο το βάρος της καθημερινής φροντίδας».
Παράλληλα, έθεσε την ανάγκη καθιέρωσης οικονομικής ενίσχυσης ή συνταξιοδοτικής πρόβλεψης για έναν από τους δύο γονείς που φροντίζει παιδί με αναπηρία. Όπως εξήγησε, «πολλοί γονείς αδυνατούν να εργαστούν, καθώς η φροντίδα του παιδιού απαιτεί συνεχή παρουσία. Σε αρκετές περιπτώσεις, οικογένειες οδηγούνται με πόνο καρδιάς σε ιδρυματικές λύσεις, επειδή δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν οικονομικά και πρακτικά στις ανάγκες του παιδιού τους».
Η κ. Στεφανοπούλου υπογράμμισε ότι η πολιτική για την αναπηρία δεν μπορεί να εξαντλείται σε ωραίες λέξεις, χρονοδιαγράμματα έως το 2032 και εξαγγελίες που δεν ακουμπούν την καθημερινότητα. Όπως είπε, «οι γονείς δεν ζητούν εντυπωσιακές ανακοινώσεις, αλλά πραγματική βοήθεια, ασφαλή σχολεία, αξιόπιστες μεταφορές, προσωπικό βοηθό, στήριξη στο σπίτι και σεβασμό στην αξιοπρέπεια των παιδιών τους».
Η ΝΙΚΗ προτάσσει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για τα άτομα με αναπηρία, με ειδικά σχολεία σε όλη την επικράτεια, κατάλληλες κτιριακές υποδομές, δημοτικές υπηρεσίες μεταφοράς από πόρτα σε πόρτα, ενίσχυση του θεσμού του προσωπικού βοηθού και οικονομική στήριξη των γονέων που αφιερώνουν τη ζωή τους στη φροντίδα των παιδιών τους.
Κλείνοντας, η κ. Στεφανοπούλου κατέστησε σαφές ότι τα προβλήματα των ατόμων με αναπηρία δεν λύνονται με επικοινωνιακές «φωτοβολίδες». «Λύνονται με σχέδιο, γνώση, ανθρωπιά και πολιτική βούληση». Για τη ΝΙΚΗ, η φροντίδα των ατόμων με αναπηρία αποτελεί μέτρο πολιτισμού, κοινωνικής δικαιοσύνης και σεβασμού στον άνθρωπο.

