Με μια ολοκληρωμένη παρέμβαση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, ο βουλευτής Λαρίσης της ΝΙΚΗΣ, Γεώργιος Ρούντας, έθεσε στο επίκεντρο το μεγάλο θεσμικό πρόβλημα της χώρας: τη μεταπολιτευτική κομματοκρατία, την απαξίωση του πολίτη, την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στην κυβέρνηση και την προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας να εμφανίσει ως θεσμική αναβάθμιση αυτό που, κατά τη ΝΙΚΗ, αποτελεί βαθιά προβληματική συνταγματική μεθόδευση.
Αφετηρία της τοποθέτησής του ήταν το άρθρο 29 του Συντάγματος, το οποίο αφορά τη δημιουργία, την οργάνωση και τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων. Ο κ. Ρούντας υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται για μια τυπική διάταξη, αλλά για άρθρο με ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα, καθώς τα πολιτικά κόμματα δεν αναγνωρίζονται απλώς ως οργανωμένες πολιτικές δυνάμεις, αλλά έχουν αποστολή να εκφράζουν τη λαϊκή βούληση, να οργανώνουν τον πολιτικό διάλογο και να συμβάλλουν στη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ τόνισε ότι η συζήτηση για το άρθρο 29 ανοίγει αναγκαστικά τη μεγάλη συζήτηση για το τι είδους δημοκρατία θέλει η χώρα. Μια δημοκρατία ουσιαστικής αντιπροσώπευσης ή ένα σύστημα όπου ο πολίτης από κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο μετατρέπεται σε αντικείμενο χειρισμού από τους κομματικούς μηχανισμούς.
Με ιδιαίτερη ένταση στάθηκε στο ζήτημα των χρεών της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, επισημαίνοντας ότι τα δύο μεγάλα κόμματα χρωστούν πάνω από ένα δισεκατομμύριο ευρώ, κυρίως από τραπεζικά δάνεια. Ο κ. Ρούντας αναφέρθηκε και στη δημόσια τοποθέτηση κυβερνητικού στελέχους ότι αυτά τα δάνεια δεν πρόκειται να αποπληρωθούν ποτέ, κάνοντας λόγο για πρόκληση απέναντι στο κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Το ερώτημα που έθεσε ήταν σαφές: πώς μπορούν κόμματα με τόσο μεγάλο οικονομικό βάρος να συνεχίζουν να λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και να εμφανίζονται ως εγγυητές της δημοκρατικής λειτουργίας, όταν η ίδια η οικονομική τους κατάσταση υπονομεύει την αξιοπιστία τους;
«Με ποιο έρεισμα η κυβέρνηση προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 29, τη στιγμή που το καταστρατηγεί ευθέως;» ανέφερε χαρακτηριστικά ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ, συνδέοντας τη συζήτηση με τα μεγάλα σκάνδαλα της μεταπολίτευσης και ιδίως με την υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων.
Ο κ. Ρούντας κατήγγειλε ότι η κυβερνητική πρόταση για το άρθρο 29 επιδιώκει να καθοριστούν με νόμο οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας των κομμάτων, με βάση αόριστες αρχές δημοκρατικής λειτουργίας, ενώ ο έλεγχος θα ανατίθεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Κατά τον ίδιο, αυτό δημιουργεί ένα επικίνδυνο θεσμικό σχήμα, από τη στιγμή που η κυβέρνηση διατηρεί καθοριστικό ρόλο στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης.
«Με έναν νόμο που θα φτιάξετε εσείς και θα ψηφίσετε εσείς, θα καθορίζετε τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας του εκάστοτε πολιτικού κόμματος», σημείωσε, καταγγέλλοντας ότι η κυβερνητική πρόταση δεν ενισχύει τη δημοκρατία, αλλά κατοχυρώνει την πολιτική ολιγαρχία.
Η θέση της ΝΙΚΗΣ, όπως την παρουσίασε ο Γεώργιος Ρούντας, είναι να απαγορεύεται ο τραπεζικός δανεισμός των πολιτικών κομμάτων, ώστε να προστατεύεται η ανεξαρτησία της νομοθετικής και εκτελεστικής λειτουργίας. Η χρηματοδότηση των κομμάτων πρέπει να επιτρέπεται μόνο από κρατική επιχορήγηση, ίδιους πόρους και ιδιωτικές εισφορές, με αυστηρούς όρους διαφάνειας.
Παράλληλα, η ΝΙΚΗ προτείνει οι υφιστάμενες τραπεζικές οφειλές των κομμάτων να μην παραγράφονται, αλλά να εξυπηρετούνται με εγγύηση της περιουσίας και των μελών των κομμάτων αυτών. Προτείνει επίσης συμψηφισμό της κρατικής επιχορήγησης με τα χρέη ή αναστολή της επιχορήγησης μέχρι την αποπληρωμή των οφειλών, καθώς και θέσπιση λογικού ορίου οφειλών ως προϋπόθεσης για τη συμμετοχή ενός κόμματος στις εκλογές.
Στη συνέχεια ο βουλευτής Λαρίσης αναφέρθηκε στο άρθρο 60, το οποίο κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της γνώμης και της ψήφου των βουλευτών. Εξήγησε ότι το άρθρο αυτό αποτελεί έκφραση της αντιπροσωπευτικής αρχής, αφού ο βουλευτής αντιπροσωπεύει το Έθνος και πρέπει να μπορεί να εκφράζεται και να ψηφίζει κατά συνείδηση, χωρίς φόβο ποινικών ή άλλων συνεπειών.
Ο κ. Ρούντας αναφέρθηκε και στο σημαντικό πολιτικό ζήτημα της κομματικής πειθαρχίας, του φόβου διαγραφής, της πίεσης προς τους βουλευτές και των πρακτικών ελέγχου της κοινοβουλευτικής ομάδας. Αναφέρθηκε ξανά στις παράνομες υποκλοπές, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση διαχειρίστηκε κρίσιμες ψηφοφορίες, όπως το νομοσχέδιο για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, όπου, όπως είπε, η κυβέρνηση επιχείρησε να καθοδηγήσει τα στελέχη της για το πώς θα ψηφίσουν.
Η κυβερνητική πρόταση για το άρθρο 60 εμφανίζεται, κατά τη ΝΙΚΗ, ως προστασία του θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας και κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια. Ο Γεώργιος Ρούντας χαρακτήρισε αυτή την πρόταση προσχηματική, συνδέοντάς την με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και με τις καταγεγραμμένες συνομιλίες που αποκάλυψαν πελατειακούς μηχανισμούς.
«Δεν έφτανε στην κυβέρνηση ότι είχε εγκαθιδρύσει έναν μηχανισμό ελέγχου μέσα στην τοπική κοινωνία και τώρα θέλει να κατοχυρώσει συνταγματικά το ρουσφέτι», υπογράμμισε με καυστικό τρόπο.
Όπως υποστηρίζει, «ο βουλευτής διαθέτει ήδη τα θεσμικά εργαλεία του κοινοβουλευτικού ελέγχου για να αναδείξει προβλήματα, να ζητήσει απαντήσεις και να πιέσει για λύσεις. Δεν χρειάζεται νέα συνταγματική διάταξη που μπορεί να λειτουργήσει ως κάλυμμα για πελατειακές πρακτικές. Αντίστοιχα, η υποχρέωση των υπουργών να απαντούν στον κοινοβουλευτικό έλεγχο ήδη απορρέει από τον Κανονισμό της Βουλής. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση είτε δεν απαντά είτε απαντά με τρόπο που απαξιώνει την ίδια τη διαδικασία».
Ο κ. Ρούντας συνέδεσε την κυβερνητική πρόταση για το άρθρο 60 και με το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, καταγγέλλοντας ότι η κυβέρνηση ζητά ονομαστικές ψηφοφορίες για να ελέγχει πλήρως την ψήφο των βουλευτών της. «Αν θέλετε να προστατέψετε τους βουλευτές σας, μην τους εξευτελίζετε», ήταν το αιχμηρό μήνυμά του.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο άρθρο 73 παρ. 1, που αφορά το δικαίωμα πρότασης νόμων. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ υπενθύμισε ότι, τυπικά, το δικαίωμα αυτό ανήκει στη Βουλή και στην κυβέρνηση. Στην πράξη όμως, όπως είπε, οι προτάσεις νόμων της αντιπολίτευσης σπανίως συζητούνται, ενώ η νομοθετική εξουσία έχει μετατραπεί σε μηχανισμό επικύρωσης των κυβερνητικών αποφάσεων.
Παράλληλα, κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση δεν έχει ακόμη εκδώσει τον εκτελεστικό νόμο για τη Λαϊκή Νομοθετική Πρωτοβουλία, η οποία εισήχθη με την αναθεώρηση του 2019. Αυτό, κατά τον Γεώργιο Ρούντα, αποδεικνύει ότι η επίκληση της δημοκρατίας παραμένει κενή όταν ο κυρίαρχος λαός συμμετέχει ουσιαστικά μόνο κάθε τέσσερα χρόνια στις εκλογές και στη συνέχεια μένει έξω από τη νομοθετική διαδικασία.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ έκανε λόγο για εκλογική μοναρχία και για έναν πρωθυπουργό με υπερεξουσίες, σε ένα σύστημα όπου η κοινοβουλευτική πλειοψηφία λειτουργεί περισσότερο ως μηχανισμός επικύρωσης παρά ως ανεξάρτητο νομοθετικό σώμα.
Η κυβερνητική πρόταση περί συνταγματικής κατοχύρωσης αρχών καλής νομοθέτησης χαρακτηρίστηκε από τον ίδιο ως γενική και αόριστη. Κατήγγειλε τη συνεχή χρήση διαδικασιών επείγοντος και κατεπείγοντος, την κατάθεση τροπολογιών την τελευταία στιγμή, πολλές φορές τη νύχτα πριν από την ψήφιση, καθώς και την ψήφιση άσχετων διατάξεων ενιαία και όχι κατ’ άρθρο.
Η ΝΙΚΗ, όπως τόνισε ο Γεώργιος Ρούντας, ζητά γενναία ενίσχυση των εξουσιών του ελληνικού λαού. Προτείνει δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών, λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία με πολύ μικρότερο αριθμό υπογραφών από τις 500.000 που προβλέπονται σήμερα, δυνατότητα ανάκλησης αιρετών, δεσμευτική εφαρμογή των αποτελεσμάτων των εθνικών δημοψηφισμάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα και ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας διαβούλευσης.
Ζήτησε επίσης η διαβούλευση να διαρκεί περισσότερο, να μη γίνεται σε περιόδους εθνικών και θρησκευτικών εορτών ή θερινών και χειμερινών διακοπών και να υπάρχει πραγματική ενημέρωση των πολιτών για τα νομοσχέδια που τίθενται σε δημόσια διαβούλευση.
Τέλος, ο κ. Ρούντας αναφέρθηκε στο άρθρο 77, το οποίο αφορά την αυθεντική ερμηνεία των νόμων. Η κυβερνητική πρόταση προβλέπει προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο για ψηφισμένους νόμους πριν από τη δημοσίευσή τους, έπειτα από παραπομπή από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό ή τη Βουλή.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ κατήγγειλε ότι, όσο η ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων ορίζεται από την κυβέρνηση και όσο οι δικαστές του ΑΕΔ επηρεάζονται έμμεσα από αυτή τη διαδικασία, η πρόταση αυτή δεν αποτελεί εγγύηση ασφάλειας δικαίου, αλλά εργαλείο ελέγχου της Δικαιοσύνης και της πολιτικής ζωής.
Ιδιαίτερη ανησυχία εξέφρασε για το γεγονός ότι η πρόταση αφορά και ζητήματα που συνδέονται με τα άρθρα 51 και 54, δηλαδή την εκλογή βουλευτών, το εκλογικό δικαίωμα, τις εκλογικές περιφέρειες, το εκλογικό σύστημα και τους βουλευτές Επικρατείας.
«Όσο η ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων ορίζεται από τον Πρωθυπουργό, θεωρούμε ότι η πρότασή σας είναι η συνέχεια της προσπάθειάς σας να ελέγξετε πλήρως τη Δικαιοσύνη και να ερμηνεύσετε τους νόμους ώστε να έχετε τον απόλυτο έλεγχο της πολιτικής ζωής της χώρας», κατέληξε ο Γεώργιος Ρούντας, αποδομώντας συνολικά τις κυβερνητικές προτάσεις ως προσχηματικές, επικίνδυνες και βαθιά αντιδημοκρατικές.

