Η 3η Σεπτεμβρίου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες επετείους της νεότερης ιστορίας της πατρίδας μας. Είναι η επέτειος ενός γεγονότος που άλλαξε την πορεία της ελληνικής ιστορίας και μεταφέρει κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα τεράστιας σημασίας. Δυστυχώς, παρότι έχει αφήσει ίχνη ακόμη και στην καθημερινή μας ζωή, έχει πλέον ξεχαστεί από τη συλλογική μνήμη του λαού μας. Η άγνοια της ιστορίας μας, με ευθύνες του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ και καθενός από εμάς προσωπικά, αγγίζει τα όρια της απελπισίας.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843 ξέσπασε στην Αθήνα επανάσταση του ίδιου του ελληνικού λαού εναντίον του βασιλιά της Ελλάδας, Όθωνα, με την απαίτηση να δοθεί στους Έλληνες Σύνταγμα. Πρόκειται για τον θεμελιώδη νόμο του κράτους, ο οποίος ορίζει τις βασικές αρχές της νομοθεσίας και με τον οποίο πρέπει να συμφωνούν όλοι οι υπόλοιποι νόμοι για να είναι έγκυροι.
Το αίτημα της Επανάστασης ήταν να πάψει ο Όθωνας να κυβερνά ανεξέλεγκτα και κάθε απόφασή του, ακόμη και ως βασιλιά, να θεωρείται άκυρη εφόσον δεν ήταν σύμφωνη με το Σύνταγμα που θα ψηφιζόταν. Με αυτόν τον τρόπο, το πολίτευμα της Ελλάδας μετατράπηκε από απόλυτη σε συνταγματική μοναρχία.
Πρωτεργάτης της Επανάστασης ήταν ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Συμμετείχαν επίσης πολλοί άλλοι «συνωμότες», οι οποίοι προετοίμαζαν την εξέγερση επί μακρόν. Ανάμεσα στους βασικότερους ήταν ο Ρεθεμνιώτης συνταγματάρχης και ήρωας του 1821 Δημήτριος Καλλέργης (1803–1867).
Το ελληνικό κράτος είχε τότε μόλις 13 χρόνια ζωής. Είχε ιδρυθεί το 1830, με τη λήξη της Τουρκοκρατίας, και περιλάμβανε μόνο τη Στερεά Ελλάδα, μαζί με την Εύβοια, την Πελοπόννησο και ορισμένα νησιά. Ο υπόλοιπος ελληνικός χώρος παρέμενε τουρκοκρατούμενος.
Οι Έλληνες γνώριζαν πολύ καλά τι σημαίνει Σύνταγμα, καθώς κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 οι Εθνικές Συνελεύσεις των αγωνιστών και του λαού είχαν καταρτίσει τα «Συντάγματα της Επανάστασης», τα οποία χαρακτηρίζονται ιδιαιτέρως προοδευτικά.
Κυβερνήτης της Ελλάδας ορίστηκε, με απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες ολόκληρης της ελληνικής ιστορίας. Ο Καποδίστριας κυβερνούσε επίσης χωρίς Σύνταγμα, με ένα συμβουλευτικό σώμα που ονομάστηκε «Πανελλήνιον».
Την αναστολή του Συντάγματος δεν την επέβαλε ο ίδιος, καθώς τη ζήτησε από τους εκπροσώπους του νεογέννητου ελληνικού κράτους, προκειμένου να ελέγξει το χάος και τις αντιμαχόμενες παρατάξεις που κυριαρχούσαν στην πατρίδα μας. Ο Καποδίστριας πρόσφερε τα πάντα για την Ελλάδα και τελικά δολοφονήθηκε το 1832, ενώ η βασιλεία που μας επιβλήθηκε στη συνέχεια από τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις κυβερνούσε σύμφωνα με τα δικά της συμφέροντα.
Μετά τον αδικοχαμένο Κυβερνήτη επιβλήθηκε στην Ελλάδα η βασιλεία και η αναγκαστική αποδοχή ενός μονάρχη που θα προερχόταν από την Ευρώπη και θα ήταν μέλος των «γαλαζοαίματων» βασιλικών οικογενειών που κυβερνούσαν τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Αυτή ήταν η απαίτηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων για την αναγνώριση της Ελλάδας ως νόμιμου και ανεξάρτητου, υποτίθεται, κράτους.
Στη χώρα μας κυριαρχούσαν επίσης μερίδες που υποστήριζαν την προσκόλληση της Ελλάδας στην επιρροή και την «προστασία» κάποιας ευρωπαϊκής δύναμης. Επρόκειτο για το «αγγλόφιλο», το «ρωσόφιλο» και το «γαλλόφιλο» κόμμα, δηλαδή αντίστοιχες πολιτικές μερίδες και ομάδες.
Ανάμεσα στους πιθανούς βασιλείς επιλέχθηκε τελικά ο ανήλικος πρίγκιπας της Βαυαρίας Όττο, το όνομα του οποίου εξελληνίστηκε σε Όθων. Η Βαυαρία είναι ένα από τα ομόσπονδα κρατίδια που συναπαρτίζουν τη Γερμανία.
Επειδή ο Όθων ήταν ανήλικος, έως την ενηλικίωσή του η χώρα κυβερνήθηκε από τρεις «αντιβασιλείς», τους Άρμανσπεργκ, Μάουρερ και Χάιντεκ. Η σκληρή και αυθαίρετη διακυβέρνησή τους προκάλεσε τεράστια αναστάτωση και δυσαρέσκεια στον ελληνικό λαό, ο οποίος έβλεπε να καταπιέζεται πλέον από «νέους δυνάστες» αντί για τους Τούρκους.
Με την ενηλικίωσή του, το 1835, ο Όθων κυβέρνησε καλοπροαίρετα, αλλά ανεπαρκώς:
«Οκτώ χρόνια μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν δραματική. Μεγάλα προβλήματα, όπως η αγροτική γη, οι εθνικές γαίες, η εκπαίδευση κ.ά., συνέχιζαν να ταλανίζουν τη χώρα, με αποτέλεσμα τη δικαιολογημένη δυσφορία του λαού. Η χώρα είχε περιέλθει σε δεινή οικονομική θέση, στα πρόθυρα πτωχεύσεως, λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του δανείου των 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων που είχε λάβει το 1833 με την εγγύηση των τριών προστάτιδων δυνάμεων.
Ο βασιλιάς Όθωνας είχε υποχρεωθεί σε σκληρή οικονομική πολιτική, με απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και ευρείες περικοπές μισθών. Είχε επίσης μειώσει την ετήσια βασιλική χορηγία κατά 20% και είχε ανακαλέσει τους Έλληνες πρέσβεις στο εξωτερικό. Στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, οι τιμές της γης και των ακινήτων είχαν φτάσει στα ύψη, ενώ κυριαρχούσε η τοκογλυφία.
Ο απολυταρχικός τρόπος άσκησης της εξουσίας του παλατιού οδηγούσε συχνά σε μικροεξεγέρσεις, οι οποίες καταστέλλονταν αμέσως από τον κυβερνητικό στρατό. Το παλάτι συγκέντρωνε το γενικό μίσος και αποτελούσε τον στόχο της πολιτικής και κοινωνικής πάλης».
Από το λήμμα «Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου» στη Βικιπαίδεια.
Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου πέτυχε τον στόχο της παραχώρησης Συντάγματος στον ελληνικό λαό. Ο στόχος αυτός ήταν σύμφωνος και με τις επιθυμίες των μεγάλων δυνάμεων, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, καθώς καθεμία πίστευε ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη θα εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα.
Η παραχώρηση Συντάγματος αποτελεί γεγονός εξαιρετικής σπουδαιότητας για τη νεότερη πολιτική ιστορία της πατρίδας μας. Η ίδια η εξέγερση μεταφέρει το μήνυμα του λαϊκού ξεσηκωμού απέναντι στην κρατική εξουσία και, μάλιστα, απέναντι σε μια ξενόφερτη εξουσία. Στους πρωτεργάτες της συμμετείχαν οι ίδιοι οι ήρωες της απελευθέρωσης της χώρας μας κατά την Επανάσταση του 1821.
Ίχνη της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου αποτελούν η μετονομασία της Πλατείας των Ανακτόρων σε Πλατεία Συντάγματος, τη γνωστή κεντρική πλατεία της Αθήνας, καθώς και η ονομασία της Οδού 3ης Σεπτεμβρίου δίπλα στην Ομόνοια. Τα παλαιά ανάκτορα στεγάζουν σήμερα τη Βουλή των Ελλήνων.
Το γεγονός έχει αποτυπωθεί και σε τραγούδια που αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τον ελληνικό λαό. Ανάμεσά τους βρίσκεται το «Φίλοι κι αδέρφια», που τραγούδησε ο Νίκος Ξυλούρης στην ιστορική επιθεώρηση «Το μεγάλο μας τσίρκο», σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου.
Στην ίδια ιστορική επέτειο αναφέρεται και το τραγούδι «Θα σε ξανάβρω στους μπαξέδες» των Ηλία Ανδριόπουλου και Μάνου Ελευθερίου, από τον δίσκο «Γράμματα στον Μακρυγιάννη» του 1979, με ερμηνευτές τον Αντώνη Καλογιάννη και την Άλκηστη Πρωτοψάλτη.
Στο «Μεγάλο μας τσίρκο», το οποίο παίχτηκε στο θέατρο κατά την περίοδο της δικτατορίας και μετέφερε πολύτιμα μηνύματα ελευθερίας μέσα από μια χιουμοριστική, ή καλύτερα γλυκόπικρη, προσέγγιση ολόκληρης της νεότερης ιστορίας μας, περιλαμβάνεται και ο περίφημος διάλογος ανάμεσα στις προσωποποιημένες μεγάλες δυνάμεις: «Να έχουν Σύνταγμα ή να μην έχουν;».
Ο διάλογος φανερώνει τα διαχρονικά διεθνή πολιτικά παιχνίδια σε βάρος των αδύναμων και εξαρτημένων χωρών, των μικρών λαών και, εν προκειμένω, της πατρίδας μας.
Για την ιστορία, ο Όθων αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να αποχωρήσει από την Ελλάδα μαζί με τη σύζυγό του, βασίλισσα Αμαλία, περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1862. Ο «ελληνικός θρόνος» δόθηκε σε έναν άλλο ξένο πρίγκιπα από τη Δανία, τον Γεώργιο, από τον Οίκο των Γλύξμπουργκ, ο οποίος ονομάστηκε Γεώργιος Α΄, βασιλεύς των Ελλήνων.
Η δυναστεία των Γλύξμπουργκ βασίλεψε στην Ελλάδα έως το 1973, οπότε η βασιλεία καταργήθηκε με δημοψήφισμα της χούντας, για την εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων, και το πολίτευμα μετατράπηκε σε «Προεδρική Δημοκρατία», με Πρόεδρο τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Το 1974, μετά την πτώση της χούντας, με νέο δημοψήφισμα, το πολίτευμα μετατράπηκε σε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, το σημερινό πολίτευμα της χώρας μας, με ανώτατο άρχοντα τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Κατά πόσον στη χώρα μας επικρατεί πράγματι δημοκρατία ή κυριαρχία συγκεκριμένων οικογενειών, πολυεθνικών εταιρειών και ξένων δυνάμεων, ας το αφήσουμε στην κρίση κάθε αναγνώστη αυτών των γραμμών και γενικότερα κάθε Έλληνα.
Ευχαριστώ.
Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Υπεύθυνος της Θεματικής Ομάδας
Ρωμηοσύνης της ΝΙΚΗΣ

