Με ευθεία αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο διαχειρίζεται το κράτος την προστασία των ελληνικών δασών, ο Ιωάννης Ιντζές, Διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Προέδρου της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρη Νατσιού και Υποστράτηγος ε.α., μίλησε στο IONIAN TV και στην εκπομπή «Γαλάζιο Παράθυρο», βάζοντας στο στόχαστρο το πρόγραμμα «Antinero», τη διαχείριση των διαθέσιμων κονδυλίων και κυρίως τον παραγκωνισμό των δασικών υπηρεσιών.
Η κριτική του ξεκίνησε από τη βασική φιλοσοφία πάνω στην οποία οικοδομήθηκε το σημερινό σύστημα. Μετά τις αλλαγές της μνημονιακής περιόδου, η δημόσια δασική περιουσία εντάχθηκε σε ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης, με το ΤΑΙΠΕΔ και αργότερα το Υπερταμείο να αποκτούν κεντρικό ρόλο.
«Το Υπερταμείο, επομένως, διαχειρίζεται και τα δάση», ανέφερε, θέτοντας αμέσως το πολιτικό ζήτημα που διαπερνά ολόκληρη την τοποθέτησή του: μπορεί η προστασία του δάσους να υπακούει στη λογική ενός μηχανισμού αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας;
Ο κ. Ιντζές αμφισβήτησε ανοιχτά την επιλογή να περνούν κρίσιμα έργα πρόληψης μέσα από έναν συγκεντρωτικό μηχανισμό, αντί τα χρήματα και οι αρμοδιότητες να κατευθύνονται στις δασικές υπηρεσίες.
«Αντί να τα διαχειριστεί το αρμόδιο Υπουργείο Περιβάλλοντος και οι δασικές υπηρεσίες και οι αρμόδιοι που ξέρουν καλά το δάσος, τα διαχειρίζεται κάποιο Ταμείο, κάποιοι τεχνοκράτες», είπε.
Αναφέρθηκε επίσης και στη γνώση που πρέπει να έχει κάποιος στο πεδίο. Οι άνθρωποι που χειρίζονται συμβάσεις και μεγάλα χρηματοδοτικά προγράμματα, υποστήριξε, δεν σημαίνει ότι γνωρίζουν τις ανάγκες ενός δάσους στη Ροδόπη, στην Αττική, στην Πελοπόννησο ή σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της χώρας.
«Μπορεί να έχουν κάποια εμπειρία σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις και τα μεγάλα προγράμματα, αλλά δεν ξέρουν τις ιδιαιτερότητες που έχει κάθε περιοχή», είπε χαρακτηριστικά για τους τεχνοκράτες.
Η συζήτηση πέρασε γρήγορα στους αριθμούς με τον κ. Ιντζέ να αναφέρει ότι μέχρι το 2022 διατίθεντο περίπου 20 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για πρόληψη, αναδασώσεις, καθαρισμούς και συναφείς δράσεις στις δασικές υπηρεσίες. Στη συνέχεια, όμως, η χρηματοδότηση εκτοξεύθηκε.
Για το «Antinero 3» μίλησε για προϋπολογισμό 521 εκατομμυρίων ευρώ, ένα ποσό που μετατρέπει αυτομάτως το ζήτημα της αποτελεσματικότητας σε κορυφαίο πολιτικό θέμα.
Ο ίδιος δεν μηδένισε τα έργα που πραγματοποιήθηκαν. Έβαλε, όμως, στο τραπέζι το κόστος και τον τρόπο με τον οποίο αυτά εκτελέστηκαν.
«Δεν λέμε ότι δεν έγιναν εργασίες. Αλλά έγιναν με έναν αντιοικονομικό τρόπο».
Η κριτική του στράφηκε κυρίως στην απομάκρυνση της ευθύνης από τις τοπικές δασικές υπηρεσίες. Εκείνες, όπως τόνισε, «γνωρίζουν τις ανάγκες, μπορούν να επιβλέψουν το έργο επί τόπου, να σχεδιάσουν και να ελέγξουν την πορεία του. Όταν όλα αυτά μεταφέρονται σε έναν κεντρικό φορέα, υποστήριξε, τα περιθώρια λαθών πολλαπλασιάζονται».
«Εκεί θα υπάρχουν και πολλές αβλεψίες. Μπορεί να υπάρχει και κάποια δόση διαφθοράς και αναθέσεις εκεί που δεν πρέπει».
Πρόκειται για ισχυρισμό που διατύπωσε ο ίδιος ως ενδεχόμενο, επικαλούμενος αμέσως μετά ευρήματα από έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου του 2025.
Στις αναδασώσεις, σύμφωνα με όσα ανέφερε, η εικόνα δεν ήταν εκείνη που είχε παρουσιαστεί στις αρχικές εξαγγελίες.
«Πολλές αναδασώσεις δεν έγιναν έτσι όπως σχεδιάστηκαν», σημείωσε, θυμίζοντας προγράμματα εκατομμυρίων που ανακοινώθηκαν, όπως είπε, «με πολύ τυμπανοκρουσίες», αλλά τελικά δεν προχώρησαν στον βαθμό που είχε αρχικά προβλεφθεί.
Για τον κ. Ιντζέ, το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι πρωτίστως ζήτημα πολιτικής προτεραιότητας. Η ελληνική δασοπροστασία, όπως την περιέγραψε, εξακολουθεί να κινητοποιεί τεράστιους πόρους όταν η φωτιά έχει ήδη ξεσπάσει, αλλά δεν επενδύει αναλόγως πριν από την καταστροφή και μετά από αυτή.
«Το δάσος πρέπει να το δούμε με βάση τρεις κανόνες. Είναι η πρόληψη, η καταστολή και η αποκατάσταση».
Και εκεί εντοπίζει μια βαθιά ανισορροπία:
«Σήμερα δίνονται πάρα πολλά ποσά, δίνεται πάρα πολύ μεγάλη προσπάθεια στην καταστολή και λίγα στην πρόληψη και ίσως σχεδόν καθόλου στην αποκατάσταση».
Η αποκατάσταση, τόνισε, απαιτεί πραγματικό σχεδιασμό: γρήγορες αποφάσεις για τις αναδασωτέες εκτάσεις, αξιολόγηση του πού χρειάζεται ανθρώπινη παρέμβαση και πού φυσική αναγέννηση, καθώς και αντιπλημμυρικά και αντιδιαβρωτικά έργα πριν η καμένη γη μετατραπεί σε νέα απειλή για κατοίκους και περιουσίες.
Εκεί εξαπέλυσε νέα βολή κατά της λογικής των ασφυκτικών χρηματοδοτικών προθεσμιών: «Όλα αυτά θέλουν μια σχεδίαση και κάποιους ανθρώπους να είναι εκεί πέρα πάνω, όχι με το ρολόι στο χέρι».
Δεν μπορεί, κατά τον ίδιο, η προστασία ενός δάσους να λειτουργεί με μοναδικό κριτήριο το πότε κλείνει μια πίστωση ή πότε λήγει η δυνατότητα απορρόφησης ενός ευρωπαϊκού κονδυλίου.
«Παίρνω ένα πρόγραμμα και πρέπει να το κλείσω… να κλείσουμε τις πιστώσεις, γιατί τελειώνουν τώρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Και δεν γίνεται έτσι η δουλειά».
Η πιο αιχμηρή πολιτική εικόνα που έδωσε ήταν αυτή των ίδιων των δασικών υπηρεσιών. «Έχουν σχεδόν απογυμνωθεί οι δασικές υπηρεσίες από προσωπικό», κατήγγειλε.
Κι όμως, όπως εξήγησε, το «Antinero» περιλαμβάνει εργασίες που αποτελούν τον πυρήνα της παραδοσιακής δασικής διαχείρισης: διανοίξεις δρόμων, αντιπυρικές ζώνες, καθαρισμούς, αντιπλημμυρικά και αντιδιαβρωτικά έργα, αναδασώσεις.
«Απλά πράγματα που, αν οι δασικές υπηρεσίες είχαν το κατάλληλο προσωπικό και τα κατάλληλα μέσα…», είπε, αφήνοντας να αιωρείται το προφανές ερώτημα: γιατί το κράτος χρηματοδοτεί έναν παράλληλο μηχανισμό αντί να ενισχύσει τις ίδιες τις υπηρεσίες που έχουν θεσμικά την τεχνογνωσία;
Η απάντηση που προτείνει η ΝΙΚΗ, σύμφωνα με την τοποθέτησή του, είναι επιστροφή του επιχειρησιακού βάρους στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και στις δασικές υπηρεσίες, μόνιμο προσωπικό, σταθερή χρηματοδότηση και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός.
«Δεν γίνεται έτσι η δουλειά. Θέλει μακροπρόθεσμα, θέλει το Υπουργείο Περιβάλλοντος να έχει έναν συγκεκριμένο προϋπολογισμό, να πάρει ανθρώπους».
Μέσα σε μια χώρα που κάθε καλοκαίρι πληρώνει το τίμημα των πυρκαγιών, η παρέμβαση Ιντζέ φέρνει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί πλέον να παρακαμφθεί: αν τα χρήματα αυξάνονται θεαματικά, αλλά οι υπηρεσίες του δάσους αποδυναμώνονται, ποιος τελικά σχεδιάζει την πρόληψη και ποιος λογοδοτεί για το αποτέλεσμα;

