Η Ορθοδοξία υπήρξε πάντοτε σημείο αναφοράς στην ελληνική πολιτική ζωή, άλλοτε ως στοιχείο της εθνικής ταυτότητας, άλλοτε ως προσωπική δήλωση πίστης και άλλοτε ως αναπόσπαστο μέρος της προεκλογικής ρητορικής.
Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποιος μίλησε περισσότερο για την Ορθοδοξία. Είναι ποιος επέλεξε να τη στηρίξει όταν απέκτησε θεσμικό λόγο και ευθύνη μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο.
Για να απαντήσει κανείς σε αυτό το ερώτημα, δεν χρειάζεται να ανατρέξει σε συνεντεύξεις ή τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις. Αρκεί να ανοίξει τα πρακτικά της Βουλής. Εκεί αποτυπώνονται οι ερωτήσεις που κατατέθηκαν, οι παρεμβάσεις που έγιναν, οι ψήφοι που δόθηκαν και οι πρωτοβουλίες που αναλήφθηκαν.
Εκεί αποκαλύπτονται, συνήθως με μεγαλύτερη ειλικρίνεια από οποιαδήποτε προεκλογική διακήρυξη, οι πραγματικές προτεραιότητες ενός κόμματος.
Με αυτό το κριτήριο, η κοινοβουλευτική παρουσία της ΝΙΚΗΣ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το πρώτο μεγάλο δείγμα γραφής ήρθε με την υπόθεση της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Για τον ορθόδοξο κόσμο, η Μονή αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα εν λειτουργία μοναστήρια της χριστιανοσύνης και διαχρονικό σύμβολο της Ορθοδοξίας. Όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κρίσιμη δικαστική και θεσμική δοκιμασία, η ΝΙΚΗ επέλεξε να εμπλακεί ενεργά.
Ο Δημήτρης Νατσιός συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Δαμιανό και τους εκπροσώπους της Μονής, ενώ το κόμμα ανακοίνωσε ότι θα αξιοποιήσει κάθε κοινοβουλευτικό μέσο για την προάσπιση των δικαιωμάτων της και για την αναγνώριση του Μετοχίου της στην Ελλάδα ως Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου.
Η συνέχεια είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Στο Σινά μετέβη ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ και διακεκριμένος νομικός Νίκος Οικονομόπουλος, προκειμένου να συνδράμει στις νομικές ενέργειες που απαιτούσε η υπόθεση. Η παρουσία του έδωσε πρακτικό περιεχόμενο στη στήριξη προς τη Μονή, πέρα από ανακοινώσεις και δημόσιες δηλώσεις.
Ανάλογη στάση τήρησε η ΝΙΚΗ και στην υπόθεση του Μητροπολίτη Τυχικού της Εκκλησίας της Κύπρου. Οι βουλευτές της κατέθεσαν Ερώτηση και Αίτηση Κατάθεσης Εγγράφων προς την κυβέρνηση, ζητώντας να διευκρινιστεί αν υπήρξε οποιαδήποτε εμπλοκή της ελληνικής Πολιτείας σε εσωτερικές εκκλησιαστικές διαδικασίες.
Η ουσία της παρέμβασης αφορούσε την υπεράσπιση μιας θεμελιώδους αρχής: του αυτοδιοίκητου της Εκκλησίας.
Η ίδια συνέπεια χαρακτήρισε και τη στάση της κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών. Η ΝΙΚΗ καταψήφισε το νομοσχέδιο, εξηγώντας από το βήμα της Βουλής ότι θεωρεί τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις ασύμβατες με τη χριστιανική αντίληψη για τον γάμο και την οικογένεια.
Η θέση αυτή προκάλεσε έντονη δημόσια αντιπαράθεση. Παραμένει, όμως, σαφής η συνέπεια ανάμεσα στις προεκλογικές της δεσμεύσεις και στην κοινοβουλευτική της στάση.
Το ίδιο αποτύπωμα συναντά κανείς και σε μια σειρά άλλων θεμάτων: στις παρεμβάσεις για τη θρησκευτική εκπαίδευση, στο μάθημα των Θρησκευτικών, στην προστασία της ελληνορθόδοξης παράδοσης στην Παιδεία, καθώς και στην ανάδειξη των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι χριστιανικές κοινότητες της Μέσης Ανατολής.
Αν δει κανείς συνολικά αυτές τις πρωτοβουλίες, δύσκολα θα τις θεωρήσει αποσπασματικές. Συνθέτουν μια σταθερή κοινοβουλευτική γραμμή.
Η αριθμητική δύναμη ενός μικρού κόμματος της αντιπολίτευσης δεν του επιτρέπει να επιβάλει τη δική του νομοθετική ατζέντα. Του επιτρέπει, όμως, να επιλέξει τα ζητήματα στα οποία θα αφιερώσει τον κοινοβουλευτικό του χρόνο και το πολιτικό του κεφάλαιο. Και αυτή η επιλογή λέει συχνά περισσότερα από οποιαδήποτε πολιτική διακήρυξη.
Στην περίπτωση της ΝΙΚΗΣ, η Ορθοδοξία και η Εκκλησία εμφανίζονται ως σταθερές αναφορές μέσα από ερωτήσεις, παρεμβάσεις, ψηφοφορίες και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που παραμένουν δημόσια καταγεγραμμένες.
Στην πολιτική, ο χρόνος σβήνει σχεδόν τα πάντα. Ξεχνιούνται οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις, οι προεκλογικές συγκεντρώσεις και οι μεγάλες υποσχέσεις. Εκείνο που μένει είναι το κοινοβουλευτικό αποτύπωμα.
Οι σελίδες των πρακτικών της Βουλής δεν έχουν κομματικές συμπάθειες ούτε πολιτικές σκοπιμότητες. Καταγράφουν απλώς ποιος μίλησε, ποιος παρενέβη, ποιος ανέλαβε πρωτοβουλία και ποιος ψήφισε τι.
Από εκεί αξίζει να αρχίζει κάθε σοβαρή πολιτική κρίση. Και από εκεί μπορεί να κρίνει ο καθένας αν η ΝΙΚΗ υπηρέτησε, με συνέπεια, όσα υποσχέθηκε στους πολίτες.

