Το όνομα «Ρωμηοσύνη» αναφέρεται στους πληθυσμούς που οι πρόγονοί τους ήταν κάτοικοι και πολίτες του κράτους που γενικά έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζεται «Βυζαντινή αυτοκρατορία» ή «Βυζάντιο».
Ρωμηοσύνη είναι το σύνολο ή κάθε κομμάτι αυτών των πληθυσμών (τα μέλη των οποίων χαρακτηριζόμαστε «Ρωμηοί»), αλλά και ο πολιτισμός που αναπτύξαμε στο πέρασμα των αιώνων. Αυτά τα στοιχεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας χαρακτηρίζονται «ρωμαίικα».
Στην εποχή μας επικράτησε η ιδέα ότι οι όροι «ρωμαίικο» και «ελληνικό» ταυτίζονται, ότι Ρωμηός και Έλληνας είναι το ίδιο πράγμα, απλώς προσδιορισμένο με διαφορετικό τρόπο. Ήδη από τον 19ο αιώνα και κατά τις αρχές του 20ού, σημειώθηκε διαμάχη πνευματικών ανθρώπων στην Ελλάδα (λογοτεχνών και ιστορικών), αν είναι σωστό να προσδιοριζόμαστε ως «Ρωμηοί». Οι αντίπαλοι αυτού του προσδιορισμού υποστήριξαν ότι παραπέμπει σε δούλους, στους ραγιάδες της Τουρκοκρατίας και σε θρησκόληπτους και δεισιδαίμονες, όπως θεωρούσαν ότι ήταν οι «Βυζαντινοί».
Οι υποστηρικτές του όρου «Ρωμηός», μεταξύ των οποίων και ο μεγάλος μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, υποστήριξαν ότι η πραγματική μας ταυτότητα είναι εκείνη που προέρχεται άμεσα από τη «βυζαντινή» περίοδο της ιστορίας μας και ότι περιέχει προπαντός μεγαλείο και όχι μόνο αρνητικά στοιχεία, όπως αντίστοιχα το αρχαίο – προχριστιανικό – παρελθόν μας περιέχει και έντονα αρνητικά στοιχεία και δεν είναι σωστό να το εξιδανικεύουμε.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος θεωρείται ο πρώτος που ενσωμάτωσε τη «βυζαντινή» περίοδο στην Ελληνική Ιστορία και δεν τη θεώρησε ξένη προς το έθνος μας. Σήμερα υπάρχουν ακόμη και οι δύο τάσεις.
Πρέπει όμως να πούμε ότι Ρωμηοί («βυζαντινοί») δεν ήταν μόνον οι Έλληνες, αλλά και πληθυσμοί άλλης εθνικότητας, ακόμη και ντόπιοι πληθυσμοί στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, το Λίβανο, την Ιορδανία και τη Συρία, που ανήκαν στην αυτοκρατορία μας μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ., που τους κατάπιε το Ισλάμ, οι απόγονοι των οποίων διατηρούν την ορθόδοξη πίστη και τη ρωμαίικη συνείδησή τους μέχρι και σήμερα. Ομοίως και οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί στη Νότια Ιταλία, παρότι δυστυχώς αφομοιώθηκαν στη ρωμαιοκαθολική (παπική) πίστη.
Γενικά, όλοι οι πληθυσμοί που κάποτε υπήρξαν «βυζαντινοί», είναι Ρωμηοί, αρκεί όμως να διατηρούν την ορθόδοξη πίστη ή/και τη συνείδηση ότι είναι Ρωμηοί. Έτσι, όταν λέμε ότι τα πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων είναι «Ελληνορθόδοξα», κανονικά εννοούμε ότι είναι Ρωμαίικα («βυζαντινά»). Δεν σημαίνει καθόλου ότι το ποίμνιό τους είναι αποκλειστικά ελληνικής καταγωγής – παρότι η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός ήταν θεμελιώδη στοιχεία της αυτοκρατορίας. Ο αραβόφωνος κόσμος κυρίως μιλάει για «Ρουμ Ορτοντόξ» (Ρωμαίους Ορθοδόξους).
Το σύνολο όλων των Ρωμηών χαρακτηρίζεται «γένος»: το «ευσεβές γένος των Ρωμηών». Γι’ αυτό και στην εκκλησία θ’ ακούσετε μερικούς ιερείς να μνημονεύουν «υπέρ του ευσεβούς ημών γένους» – και καλώς πράττουν!
Οι όροι «Ρωμαίος» (Ρωμηός) και «Βυζαντινός»
Την εποχή της Τουρκοκρατίας οι παραδοσιακοί μας λόγιοι τους υπόδουλους ορθοδόξους πληθυσμούς τους ονόμαζαν «Ρωμαίους», όχι Ρωμηούς, ενώ «Έλληνες» χαρακτήριζαν μόνο τους αρχαίους Έλληνες. Το «Ρωμηός» είναι η λαϊκή μορφή του ονόματος «Ρωμαίος».
Ρωμαίοι και Ρωμηοί ονομαζόμαστε επειδή η αυτοκρατορία που εμείς ονομάζουμε «Βυζαντινή», ποτέ δεν ονομάστηκε έτσι όσο υπήρχε ως κρατική οντότητα. Τους πρώτους αιώνες της, ονόμαζε τον εαυτό της «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία» (όσο χρησιμοποιούσαν ως επίσημη γλώσσα τη λατινική, «Imperium Romanum»), ενώ τους τελευταίους αιώνες, που είχε μείνει μόνο η Ελλάδα και η Μικρά Ασία, ονομάστηκε «Ρωμανία» (εξ ου και το ποντιακό τραγούδι για την άλωση της Πόλης με το στίχο «Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο»). Γι’ αυτό και η χώρα Ρουμανία λέγεται έτσι, ως διάδοχος του «Βυζαντίου» (όπως και η Αλβανία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο έχουν στη σημαία τους δικέφαλο αετό ως κληρονόμοι – και εκείνοι – της Ρωμανίας).
Οι «Βυζαντινοί» είχαν τη συνείδηση ότι είναι το ίδιο κράτος με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αλλά χριστιανικό πλέον, όχι ειδωλολατρικό. Ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας δεν ίδρυσε κάποια νέα αυτοκρατορία, αλλά ήταν Ρωμαίος αυτοκράτορας. Όλοι οι «Βυζαντινοί» αυτοκράτορες είχαν τη συνείδηση ότι είναι Ρωμαίοι αυτοκράτορες.
Με το όνομα «Βυζάντιο» χαρακτηριζόταν μόνο ενίοτε η Κωνσταντινούπολη, επειδή είχε ιδρυθεί πάνω στην αρχαία αποικία των Μεγαρέων που λεγόταν Βυζάντιο. «Βυζάντιος» ονομαζόταν ο κάτοικος ή καταγόμενος από την Κωνσταντινούπολη, π.χ. ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, σημαντικός θεολόγος και συγγραφέας του 6ου αι. μ.Χ. Ο πολίτης της αυτοκρατορίας – όπου κι αν ζούσε – χαρακτηριζόταν πάντοτε «Ρωμαίος».
Για παράδειγμα, ο αυτοκράτορας Τιβέριος Β΄ βασίλεψε τα έτη 572 – 582, δηλαδή ήταν «Βυζαντινός». Όμως λεγόταν Τιβέριος Β΄, ενώ ο Τιβέριος Α΄ ήταν ο αυτοκράτορας της γέννησης του Χριστού, δηλαδή πέρα για πέρα «Ρωμαίος». Ο Τιβέριος Β΄ δεν είχε την εντύπωση ότι ανήκε σε κάποια διαφορετική αυτοκρατορία από τους «αρχαίους» Ρωμαίους.
Ο τελευταίος και μαρτυρικός αυτοκράτοράς μας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, που έπεσε μαχόμενος στα τείχη της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453, υπέγραφε «Κωνσταντίνος, πιστός βασιλεύς των Ρωμαίων, ο Παλαιολόγος».
Πώς προέκυψε ο όρος «Βυζάντιο» να θεωρείται όνομα της αυτοκρατορίας; Λόγω της επιθυμίας των δυτικών βασιλέων (κυρίως Φράγκων και Γερμανών) να επιβάλουν την άποψη ότι οι ίδιοι είναι οι διάδοχοι της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έτσι, ονόμασαν την ανατολική αυτοκρατορία, αρχικά «αυτοκρατορία των Γραικών» (Graecorum), δηλ. των Ελλήνων, και στη συνέχεια «αυτοκρατορία του Βυζαντίου». Ο όρος αυτός εγκαινιάστηκε από τον Γερμανό ιστορικό Ιερώνυμο Βολφ το 1562 (110 χρόνια μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους), γράφοντας για σύστημα «Βυζαντινής Ιστορίας» (Corpus Historiae Byzantinae), ενώ το 1680 ο Γάλλος ιστορικός Du Cange γράφει το βιβλίο Historia Byzantina.
Όταν, την εποχή της Τουρκοκρατίας, Έλληνες λόγιοι πήγαν και σπούδασαν στη Δύση, όπου μόνο η αρχαία Ελλάδα ήταν γνωστή και σεβαστή, ενώ η Ρωμανία («Βυζάντιο») ήταν ακατανόητη και αντιμετωπιζόταν με περιφρόνηση, υιοθέτησαν την αποκλειστική χρήση του όρου «Βυζάντιο», ο οποίος – λόγω του δυτικού προσανατολισμού, στη συνέχεια, της νεογέννητης Ελλάδας – επικράτησε.
Η επιστροφή της Ρωμηοσύνης
Ο σύγχρονος άνθρωπος απογοητεύτηκε από τις απατηλές υποσχέσεις για μια καλύτερη «μοντέρνα» ζωή, κουράστηκε από την επιμονή της βίας, της αδικίας, της εκμετάλλευσης, της οικονομικής πίεσης, των ασθενειών και του θανάτου, νιώθει ταπεινωμένος, εξαπατημένος, αλλά και μπερδεμένος και αναζητά τον εαυτό του, τις ρίζες του, την αξιοπρέπειά του και τη σοφία του παρελθόντος, που θα του δώσει πραγματική ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
Στην πατρίδα μας η αναζήτηση αυτή έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με τη μελέτη του ρωμαίικου πολιτισμού μας και την προσπάθεια να αντλήσουμε από εκεί εφόδια για το παρόν και το μέλλον μας.
Το γεγονός ότι στο παρελθόν ο Ελληνισμός βρισκόταν στο τιμόνι μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, οργανωμένης, ισχυρής, πολιτισμικά και πνευματικά υψηλής, είναι φυσικό να μας οδηγεί στην απαξίωση της σημερινής πολιτικής κατάστασης και στην αναζήτηση της δύναμης, του μεγαλείου και της ελευθερίας του δικού μας ιστορικού παρελθόντος. Έτσι, πρόσωπα όπως οι μεγάλοι αυτοκράτορές μας (ο άγιος Κωνσταντίνος ο Μέγας, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος, ο άγιος Ιωάννης Βατάτζης, ο Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος κ.ά.), μα και μορφές που καταξιώθηκαν στο πιο πρόσφατο παρελθόν μας ως έντιμοι Έλληνες, που πρόσφεραν τα πάντα για την πατρίδα και τελικά θυσιάστηκαν προδωμένοι, ηττημένοι, αλλά χωρίς να λυγίσουν (όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Καποδίστριας), έχουν επανέλθει ως πρότυπα και πολλοί αναζητούμε παρόμοιους ηγέτες και πολιτικούς.
Τα διαρκή προβλήματα που αντιμετωπίζουμε από τον δυτικό επεκτατισμό, η πολιτική και οικονομική εξάρτηση, που μετέτρεψε τη χώρα μας σε ασήμαντο πιόνι της διεθνούς πολιτικής σκακιέρας κατά τον 20ό αιώνα και σε δυστυχισμένη «αποικία χρέους» τον 21ο αιώνα, έφεραν στη μνήμη μας πως η πρώτη άλωση της Πόλης μας – της ψυχής μας, της σπουδαιότερης Πόλης του κόσμου επί αιώνες – της Κωνσταντινούπολης, έγινε από τους «χριστιανούς» σταυροφόρους, τους προγόνους των σημερινών ισχυρών της Δύσης, που τη λεηλάτησαν και υποδούλωσαν ολόκληρη την αυτοκρατορία μας από το 1204 και μετά.
Εκτός αυτών, αρχίσαμε να θυμόμαστε πως η Ρωμανία δεν πέθανε. Έπεσε στα χέρια των Τούρκων αλλά συνέχισε και συνεχίζει να ζει μέσα στον πολιτισμό της, τον πολιτισμό μας: στα παραδοσιακά τραγούδια, τους χορούς, τις παραδοσιακές τέχνες, τις φορεσιές, τις εκκλησίες και τα μοναστήρια μας, τους αγίους, τους αριστουργηματικούς ύμνους, τις αγιογραφίες, το Ευαγγέλιο, τις γιαγιάδες μας και τους άξιους ιερείς μας. Δεν πρόκειται για τη μνήμη ενός παρελθόντος που έκλεισε, όπως η αρχαία Ελλάδα, αλλά για ζωντανό πολιτισμό, που ποτέ δεν μπήκε σε κώμα, ποτέ δεν έπαψε να ανασαίνει και να ζωογονεί όλους εκείνους που τον βιώνουν, τον ανακαλύπτουν και τον συνεχίζουν. Και τραγουδάμε ξανά: «Τη Ρωμηοσύνη μην την κλαις, εκεί που πάει να σκύψει… να τη, πετιέται από ’ξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει!».
Η ματωμένη Ρωμηοσύνη της Ανατολής
Τέλος, πολλοί από μας έχουμε αντιληφθεί πλέον ότι, εκτός από την Ελλάδα, ζωντανή και ακμάζουσα Ρωμηοσύνη υπάρχει και σε άλλες χώρες του κόσμου! Εκεί όπου έμεινε ζωντανή όλους τους αιώνες, με τον δικέφαλο αετό στη σημαία, με ορθόδοξες εκκλησίες και λειτουργίες και ρωμαίικη συνείδηση, παρά τους διωγμούς, τις σφαγές, την καταπίεση, και παρά το αίμα της που χύνεται εδώ και τώρα, αφού υποφέρει κάτω από τη σπάθη του τζιχαντισμού! Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαστε «έθνος ανάδελφον», αλλά ολόκληρο γένος εθνών με οικουμενική (παγκόσμια) εμβέλεια, πολύ μεγαλύτερο από ένα μικροσκοπικό και ανοικοκύρευτο κρατίδιο, μονίμως φτωχό και εξαρτημένο από την ελεημοσύνη των «φωτισμένων εθνών της Δύσης» – είμαστε κληρονόμοι αυτοκρατόρων, αγίων και ηρώων, συνεχιστές ενός μεγάλου πολιτισμού, με σοφία ικανή να οδηγήσει στη θεραπεία των παθογενειών του μοντέρνου τρόπου ζωής, που με τόση αγωνία αναζητά ο σημερινός άνθρωπος.
Οι Ρωμηοί της Ανατολής έχουν ζητήσει την υποστήριξη του ελληνικού κράτους ενάντια στη σφαγή τους, αλλά η κυβέρνηση της «σωστής πλευράς της ιστορίας» και ολόκληρο το πολιτικό κατεστημένο αδιαφορεί. Η ΝΙΚΗ, που έχει αντιληφθεί την αξία και τη σημασία της Ρωμηοσύνης:
- έχει ζητήσει επανειλημμένα από την κυβέρνηση να παρέμβει υπέρ των Ρωμηών της Συρίας, αλλά εις μάτην,
- έχει επισημάνει με σειρά άρθρων στα ελληνικά και στα αγγλικά την ύπαρξή τους και τον θανάσιμο κίνδυνο που διατρέχουν,
- έχει καταθέσει ψήφισμα στο Ευρωκοινοβούλιο για την προστασία τους, το οποίο ούτε η ελληνική κυβέρνηση υποστήριξε, ούτε τα «μεγάλα ΜΜΕ» της Ελλάδας ανέφεραν έστω και μονολεκτικά! (Το πρόβαλε όμως διεθνώς η Τουρκάλα αντικαθεστωτική δημοσιογράφος Uzay Bulut, που διώκεται από τον Ερντογάν!)
- Επίσης έχει καταθέσει ερωτήσεις στις υπουργούς Παιδείας και Πολιτισμού και στον υπουργό Εξωτερικών για τη σημερινή κατάσταση των αναγνωρισμένων ιστορικών ελληνικών μειονοτήτων των Βαλκανίων και της Ουκρανίας και των ελληνόφωνων κοινοτήτων της Νότιας Ιταλίας, αλλά, αντί για απαντήσεις, έχει εισπράξει ασάφειες και υπεκφυγές.
Η επιστροφή στο όνομα «Ρωμανία» αντί «Βυζάντιο»
Η ανακάλυψη της Ρωμηοσύνης συνδέεται στενά με την εγκατάλειψη των όρων «Βυζάντιο» και «βυζαντινός» και την επιστροφή στους αυθεντικούς όρους «Ρωμανία», «Ρωμηοσύνη» και «ρωμαίικος». Η αλλαγή αυτή είναι δύσκολη γιατί οι όροι είναι καθιερωμένοι («βυζαντινή μουσική», «βυζαντινολογία» κ.τ.λ.), όμως είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλο τον κόσμο οι λαοί απορρίπτουν τα ονόματα που τους φόρτωσαν οι αποικιοκράτες και οι κατακτητές τους και επιστρέφουν στα δικά τους ονόματα, ώστε να ανακαλύψουν τις ρίζες και τον πολιτισμό τους και να θυμούνται ότι γεννήθηκαν για να είναι ελεύθεροι και όχι δούλοι! Έτσι, τώρα λέμε Ιθαγενείς της Αμερικής αντί «Ινδιάνοι», Ινουΐτ αντί «Εσκιμώοι», Κονγκό αντί «Ζαΐρ», Σρι Λάνκα αντί «Κεϋλάνη», Ταϊβάν αντί «Φορμόζα», Ρομά αντί «Τσιγγάνοι» κ.π.ά.
Εξάλλου η σημασία των ονομάτων αποδεικνύεται και από τον αγώνα που έχει δώσει εδώ και δεκαετίες το κρατίδιο των Σκοπίων να ονομαστεί επίσημα «Μακεδονία» (όνομα που του παραχώρησε ο κ. Τσίπρας και εξακολουθεί να αναγνωρίζει η σημερινή κυβέρνηση, αν και οι εκατοντάδες παραβάσεις της «Συμφωνίας των Πρεσπών» από τα Σκόπια θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ακύρωσή της!).
Κάποια παιδιά στο σχολείο μας, βλέποντας κάπου το στίχο του Γ. Ρίτσου «Τη Ρωμηοσύνη μην την κλαίς», ρώτησαν «τι σημαίνει Ρωμηοσύνη». Δεν ξέρουν – και τα περισσότερα, δυστυχώς, δεν αναρωτιούνται καν. Η Ρωμηοσύνη λοιπόν, παιδιά μου, είμαστε εμείς. Είσαστε εσείς. Είναι η λύρα που παίζετε, ο πεντοζάλης που χορεύετε αγκαλιασμένοι (και κάθε παραδοσιακό μουσικό όργανο και χορός), το τροπάριο που ψάλλετε, το ζεστό φαγητό της μαμάς σας και η διαφορά μεγέθους ανάμεσα στο νεροπότηρο (που είναι μόνο για το νερό) και στο κρασοπότηρο (που ποτέ οι σοφοί παππούδες σας δεν το γεμίζανε μέχρι πάνω!)…
Είναι η διακήρυξη κατά της δουλείας στα Συντάγματα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και οι αγώνες του Καποδίστρια κατά της δουλείας στα ευρωπαϊκά συνέδρια της Βιέννης και του Άαχεν (1814-1818)! Είναι ο Κολομβιανός επίσκοπος Άσσου Τιμόθεος, ο μαρτυρικός Αφρικανός επίσκοπος Γκόμας του Κονγκό, επίσης Τιμόθεος, ο σφαγιασθείς – κατά τα φαινόμενα – από τους τζιχαντιστές μητροπολίτης Χαλεπίου της Συρίας Παύλος, η ορθόδοξη Πελαγία Yu από την Ταϊβάν…
Είναι οι άγιοι και οι ήρωές μας, η τιμιότητα, η γενναιότητα, η ειλικρίνεια, η γενναιοδωρία και η ευγένεια που μας δίδαξαν οι βιοπαλαιστές πρόγονοί μας. Είμαστε όλοι εμείς, μαζί, με το αυτοκρατορικό παρελθόν μας, τον αθάνατο πολιτισμό μας, την παγκόσμια προοπτική μας. Ρωμηοσύνη είναι το μέλλον μας, για να μη μας καταπιεί η βαρβαρότητα που μας επιβάλλουν.
Προτείνουμε ενδεικτικά:
- Σωματείο «Ενωμένη Ρωμηοσύνη»: https://enromiosini.gr/
- Ιστολόγιο «Το Ρωμαίικο»: https://toromaiiko.gt.tc/
- Ενότητα άρθρων για τη Ρωμηοσύνη στην ιστοσελίδα της ΝΙΚΗΣ: https://nikh.gr/?s=Ρωμηοσύνη
- Αγγλικά άρθρα της ΝΙΚΗΣ για τη Ρωμηοσύνη: https://en.nikh.gr/category/romeosyne/
- Ενότητα άρθρων στην ιστοσελίδα ΟΟΔΕ: https://oodegr.com/oode/istoria/istoria.htm#rwmi
- Τα άρθρα μας: «Αναζητώντας τη Ρωμηοσύνη (ως νέα πολιτική και πολιτισμική πρόταση)» και «Οι ορθόδοξες ρίζες της Δύσης ως παράγοντας πανευρωπαϊκής ενότητας».
Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Θεολόγος – συγγραφέας
Υπεύθυνος της Θεματικής Ομάδας Ρωμηοσύνης της ΝΙΚΗΣ

