Σε σκληρή κριτική απέναντι στην ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης προχώρησε ο βουλευτής Αχαΐας της ΝΙΚΗΣ, Σπύρος Τσιρώνης, κατά την τοποθέτησή του στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου για το νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σχετικά με τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και την ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1711.
Ο κ. Τσιρώνης έθεσε εξαρχής το ζήτημα στην ευρύτερη γεωπολιτική του διάσταση, επισημαίνοντας ότι «γίνονται παγκόσμιοι πόλεμοι για την ενέργεια» και πως οι σημερινές ενεργειακές επιλογές συνδέονται άμεσα με τους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος, τους ενεργειακούς διαδρόμους και τη θέση που επιλέγει να καταλάβει η Ελλάδα.
Όπως τόνισε, πίσω από τις κυβερνητικές αναφορές περί εκσυγχρονισμού της αγοράς και προστασίας του καταναλωτή διακρίνει μια βαθύτερη αναδιάταξη του ενεργειακού χάρτη της χώρας. «Βλέπουμε ότι επιχειρείται μια συγκέντρωση και μια ολοκλήρωση του ενεργειακού πλούτου της χώρας στα χέρια ελαχίστων επιχειρηματικών ομίλων και γεωπολιτικών συμφερόντων», ανέφερε.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις συνέπειες για τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς ΑΠΕ, τους επαγγελματίες αγρότες και τις τοπικές κοινωνίες, υποστηρίζοντας ότι οι επισημάνσεις τους στη δημόσια διαβούλευση έμειναν ουσιαστικά χωρίς ανταπόκριση.
«Αδιαφορούμε πλήρως για τις κραυγές αγωνίας των μικρομεσαίων παραγωγών ΑΠΕ, των κατ’ επάγγελμα αγροτών, των νησιωτικών κοινωνιών και του μέσου Έλληνα καταναλωτή», σημείωσε, εκτιμώντας ότι το νομοσχέδιο «δεν λύνει κανένα πρόβλημα ακρίβειας και δεν μειώνει το κόστος ρεύματος για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκαν οι ρυθμίσεις για τις ευέλικτες συνδέσεις και τις περικοπές παραγωγής. Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ προειδοποίησε ότι επενδυτές μικρών φωτοβολταϊκών πάρκων, οι οποίοι δανείστηκαν και επένδυσαν με συγκεκριμένους οικονομικούς όρους, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με περικοπές παραγωγής χωρίς αντίστοιχη οικονομική κάλυψη.
«Ανατρέπονται αναδρομικά οι όροι βιωσιμότητας των υφιστάμενων επενδύσεων», υπογράμμισε και προειδοποίησε για ένα γνώριμο, όπως το χαρακτήρισε, μοτίβο: οικονομική ασφυξία των μικρότερων παραγωγών, αδυναμία εξυπηρέτησης τραπεζικών υποχρεώσεων και τελική συγκέντρωση των έργων σε ισχυρότερους ενεργειακούς παίκτες.
Σκληρή ήταν η κριτική του και για τον μηχανισμό αναδιανομής εσόδων μεταξύ παραγωγών ΑΠΕ. «Είναι η πλήρης κοινωνικοποίηση της ζημιάς μεταξύ των θυμάτων», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι παραγωγοί που υφίστανται περικοπές θα αποζημιώνονται μέσω πόρων που προέρχονται και από άλλους παραγωγούς.
Ο κ. Τσιρώνης έστρεψε στη συνέχεια τα πυρά του στις ρυθμίσεις για τα μεγάλα data centers, μιλώντας για προνομιακή μεταχείριση ισχυρών επενδύσεων. «Την ίδια ώρα που ο Έλληνας μικροεπενδυτής, ο βιοτέχνης και ο αγρότης τρώνε πόρτα με την καραμέλα του κορεσμένου δικτύου, η κυβέρνηση στρώνει χαλί στα γιγαντιαία κέντρα δεδομένων ξένων τεχνολογικών κολοσσών», ανέφερε.
Επισήμανε ακόμη τις μεγάλες ενεργειακές και υδατικές ανάγκες τέτοιων εγκαταστάσεων, καθώς και τις επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν για τις τοπικές υποδομές και το περιβάλλον, ζητώντας πολύ αυστηρότερες εγγυήσεις για τη χρήση των υδάτινων πόρων, την εγγύτητα σε κατοικημένες περιοχές και τη θερμική και ηχητική επιβάρυνση.
Έντονη ήταν και η αντίδρασή του στις προβλέψεις που αφορούν τους κατ’ επάγγελμα αγρότες παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας. Αναφερόμενος στην οικονομική επιβάρυνση που συνδέεται με καθυστερημένες δηλώσεις διατήρησης της αγροτικής ιδιότητας, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι μετατρέπει τη διοικητική γραφειοκρατία σε μηχανισμό είσπραξης.
«Ποιο ακριβώς είναι το έγκλημα αυτών των ανθρώπων; Ότι καθυστέρησαν να υποβάλουν γραφειοκρατικές αιτήσεις;», ανέφερε, προσθέτοντας ότι για μια τυπική αγροτική εγκατάσταση 100 kW η επιβάρυνση μπορεί να φθάσει τα 2.000 ευρώ.
Ο βουλευτής Αχαΐας άσκησε κριτική και στις ρυθμίσεις για την αναβίωση αδειών έργων ΑΠΕ, θέτοντας ζήτημα ισονομίας και ίσης μεταχείρισης των επενδυτών, καθώς και στο πλαίσιο του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νησιών. Για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων προειδοποίησε ότι οι τοπικές κοινωνίες χρειάζονται ουσιαστική συμμετοχή στις αποφάσεις για το ενεργειακό μέλλον των νησιών τους.
«Άλλο ανεξαρτησία και άλλο απεξάρτηση από τον έναν για να εξαρτηθείς από τον άλλον», σημείωσε, συνοψίζοντας την κριτική του στη φιλοσοφία των συγκεκριμένων επιλογών.
Κλείνοντας, αναφέρθηκε στις παραδοσιακές καλύβες στο Δέλτα του Έβρου, ζητώντας οριστική θεσμική λύση για τους ψαράδες, τους κυνηγούς και τους ακρίτες της περιοχής. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι τα άμιστα μάτια και αυτιά σε μια πολύ ευαίσθητη περιοχή», τόνισε.
Για τον ίδιο, το συγκεκριμένο ζήτημα ξεπερνά την οικονομική του διάσταση. «Δεν είναι όλα οικονομικά. Έχουν ρόλο εκεί», είπε, ζητώντας σταθερό θεσμικό καθεστώς και αναγνώριση της παρουσίας τους σε μια περιοχή ιδιαίτερης εθνικής σημασίας.

