Στην εξωτερική πολιτική υπάρχει συχνά η αίσθηση ότι οι αξίες και ο ρεαλισμός κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Ότι όποιος μιλά για πατρίδα, ταυτότητα και κυριαρχία είναι καταδικασμένος είτε στη σύγκρουση είτε στην απομόνωση. Όμως αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς απλουστευτική. Είναι και ιστορικά αδύναμη. Γιατί οι κοινωνίες που άντεξαν στον χρόνο δεν ήταν εκείνες που απαρνήθηκαν τις αξίες τους, αλλά εκείνες που τις υπηρέτησαν με επίγνωση των ορίων και των συσχετισμών.
Ένα κίνημα όπως η ΝΙΚΗ, που θεμελιώνεται στην εθνική ταυτότητα και στην έννοια της πατρίδας, δεν έχει την πολυτέλεια του ρομαντισμού. Ακριβώς επειδή οι αξίες του είναι βαριές, απαιτούν στρατηγική. Ο ρεαλισμός, σε αυτή την ανάγνωση, δεν είναι ιδεολογική υποχώρηση, αλλά διαδικασία μέσα από την οποία οι αρχές μεταφράζονται σε πολιτική πράξη, σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν μπορεί να υπηρετηθεί ταυτόχρονα και όλα κρίνονται μέσα από επιλογές.
Ρεαλισμός σημαίνει λοιπόν προτεραιοποίηση. Σημαίνει να γνωρίζεις τι προηγείται όταν οι συνθήκες πιέζουν και τι έπεται όταν τα περιθώρια στενεύουν. Η εδαφική ακεραιότητα, η εθνική κυριαρχία και η δυνατότητα της χώρας να αποφασίζει χωρίς εξαναγκασμό δεν είναι απλώς αξιακές αναφορές. Αποτελούν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο οργανώνονται όλες οι άλλες επιλογές. Από τη στιγμή που αυτός ο πυρήνας γίνεται σαφής, η εξωτερική πολιτική αποκτά συνοχή και παύει να κινείται αντιδραστικά.
Από αυτή την ιεράρχηση προκύπτει και η στάση στα ελληνοτουρκικά. Όχι ως αναζήτηση έντασης, αλλά ως άσκηση ευθύνης. Όταν η αμφισβήτηση της κυριαρχίας παραμένει ενεργή, τότε η αποτροπή προηγείται του διαλόγου, όχι ως απειλή, αλλά ως αναγκαίο πλαίσιο σταθερότητας. Χωρίς αυτό το πλαίσιο, ο διάλογος χάνει τον πολιτικό του χαρακτήρα και μετατρέπεται σε διαχείριση πιέσεων.
Η αποτροπή όμως δεν εξαντλείται στο στρατιωτικό επίπεδο, αλλα΄περιλαμβάνει συνέπεια, συνέχεια και θεσμική σοβαρότητα. Είναι η εικόνα μιας χώρας που γνωρίζει τι υπερασπίζεται και δεν μεταβάλλει τη στάση της ανάλογα με τη συγκυρία. Εκεί ακριβώς συναντώνται ο ρεαλισμός και οι αξίες, όχι ως αντίπαλοι, αλλά ως δύο όψεις της ίδιας πολιτικής ευθύνης.
Στα Βαλκάνια, η ίδια λογική αποκτά διαφορετικό τόνο. Στη σχέση με την Αλβανία, ο ρεαλισμός δεν είναι ούτε σιωπή ούτε ένταση, αλλά σταθερή επιμονή σε ζητήματα μειονότητας, δικαιωμάτων και ιστορικής παρουσίας, μέσα από θεσμούς, κανόνες και διάρκεια. Αντίστοιχα, στο ζήτημα των Σκοπίων, ο ρεαλισμός δεν ταυτίζεται με την αποδοχή τετελεσμένων. Όταν οι δεσμεύσεις παραβιάζονται, η πολιτική ευθύνη επιβάλλει την ενεργοποίηση των θεσμικών δρόμων, όχι για να οξυνθεί η σύγκρουση, αλλά για να αποκατασταθεί η ισορροπία.
Οι διεθνείς συμμαχίες, τέλος, αποκτούν νόημα μόνο μέσα σε αυτή τη λογική προτεραιοποίησης. Δεν αναιρούν την εθνική ταυτότητα ούτε υποκαθιστούν την ευθύνη ενός κράτους απέναντι στον εαυτό του. Λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής ισχύος μόνο όταν υπηρετούν τον πυρήνα των ζωτικών συμφερόντων και όχι όταν χρησιμοποιούνται ως άλλοθι αδράνειας.
Ο ρεαλισμός στην εξωτερική πολιτική δεν είναι η άρνηση των αξιών, αλλά η στιγμή που αυτές δοκιμάζονται στην πράξη. Είναι η επιλογή του τι προηγείται και η ανάληψη του κόστους αυτής της επιλογής. Εκεί κρίνεται αν ο πατριωτισμός είναι απλώς λόγος ή αν μπορεί να σταθεί ως υπεύθυνη πολιτική στάση απέναντι στο μέλλον της χώρας.
Γεώργιος Νικολάκος
Αντιστράτηγος ε.α, Μέλος του Βουλευτηρίου ΝΙΚΗΣ

