Στοιχεία που καταρρίπτουν το κυβερνητικό αφήγημα περί βελτίωσης των δεικτών ευημερίας των πολιτών τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνοντας ότι τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα αντιμετωπίζουν όλοένα και μεγαλύτερες οικονομικές δυσχέρειες περιλαμβάνει η τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΙΜΕ) της ΓΣΕΒΕΕ.
Η έρευνα καταδεικνύει, ειδικότερα, ότι οι οικονομικές δυσκολίες επηρεάζουν πλέον όχι μόνο τα οικονομικά αδύναμα νοικοκυριά, αλλά και τα μεσαία εισοδήματα (π.χ. με οικογενειακό ετήσιο εισόδημα έως 25.000 ευρώ).
Στη φετινή έρευνα καταγράφεται μάλιστα ένα αρνητικό ρεκόρ, που δείχνει ότι το εισόδημα εξανεμίζεται όλο και για περισσότερους και όλο πιο γρήγορα: Το ποσοστό των νοικοκυριών που το εισόδημά τους τελειώνει πριν το τέλος του μήνα έφτασε το υψηλότερο σημείο του διαχρονικά, αυξημένο κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με την προηγούμενη χρονιά (62,1% έναντι 60% το 2024). Επίσης, στα νοικοκυριά που δήλωσαν ότι το εισόδημά τους δεν φτάνει ως το τέλος του μήνα, πλέον αυτό επαρκεί κατά μέσο όρο για 18 ημέρες (έναντι 19 το 2024).
Ως εκ τούτου, επιβεβαιώνεται το γεγονός της περαιτέρω αύξησης των νοικοκυριών που αντιμετωπίζουν σοβαρές στερήσεις και οικονομική ανασφάλεια. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την έρευνα, το 12,1% των νοικοκυριών δήλωσε ότι τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των βασικών του αναγκών (έναντι 11,7% το 2024) και το 54% ότι χρειάζεται να κάνει περικοπές προκειμένου να καλύψει τα αναγκαία (έναντι 52,2% το 2024).
Επιπλέον, σύμφωνα με την έρευνα, αυξήθηκε περαιτέρω το ποσοστό των νοικοκυριών που δήλωσαν ότι δεν καταφέρνουν να αποταμιεύσουν (83,5% έναντι 81,6% το 2024). Η αδυναμία είναι σχεδόν καθολική στα χαμηλότερα εισοδήματα (ως 18.000 ευρώ ετήσιο οικογενειακό εισόδημα), αγγίζει όμως και τα μεσαία και ανώτερα μεσαία εισοδήματα (ως 30.000 ευρώ).
Επιπλέον, αξίζει να επισημανθούν τρία επιπλέον στοιχεία, που προκύπτουν από το σύνολο των δεικτών που εξετάζονται στην έρευνα:
Πρώτον, η ακρίβεια επιμένει και έχει εμφανείς επιπτώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα και στη δυνατότητα των νοικοκυριών να καλύπτουν τις ανάγκες τους. Οι πληθωριστικές πιέσεις, βάσει των επίσημων δεικτών, υποχωρούν σταδιακά και σε σχέση με την έκρηξη του 2022, γεγονός που αποτυπώνεται λ.χ. στο ποσοστό όσων καθυστερούν ή αδυνατούν να καλύψουν ορισμένες δαπάνες. Όμως, η υποχώρηση αυτή είναι ανισομερής, αφού ο πληθωρισμός στα βασικά αγαθά πλήττει δυσανάλογα πολύ τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Δεύτερον, οι ανισότητες παραμένουν. Όπως επισημάνθηκε ήδη, η αύξηση των τιμών και ο πληθωρισμός επηρεάζει πλέον και νοικοκυριά με μεσαία ή ανώτερα μεσαία εισοδήματα. Όμως αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι η πραγματικότητα που βιώνουν τα νοικοκυριά με χαμηλό και χαμηλό μεσαίο εισόδημα (π.χ. ως 18.000 €) είναι πολύ πιο δύσκολη. Για παράδειγμα, το εισόδημα εξαντλείται πριν το τέλος του μήνα στο 75,3% των νοικοκυριών με εισοδήματα ως 10.000 € και στο 71,7% των νοικοκυριών με εισόδημα 10.000-18.000 €, ενώ το ποσοστό αυτό πέφτει στο μισό (35,8%) στα νοικοκυριά με εισοδήματα πάνω από 30.000 €.
Μάλιστα οι ανισότητες τείνουν να διευρύνονται, αφού η κατάσταση των οικονομικά ασθενέστερων χειροτερεύει κι άλλο, σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε σύγκριση με τα νοικοκυριά των υψηλότερων εισοδηματικών κλιμακίων. Ειδικότερα, έξι στα δέκα νοικοκυριά με ετήσιο εισόδημα έως 18.000 ευρώ δήλωσαν ότι η οικονομική τους κατάσταση επιδεινώθηκε το 2025, έναντι 32,7% εκείνων με ετήσιο εισόδημα άνω των 30.000 ευρώ. Επιπλέον, τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά δαπανούν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε ανελαστικές δαπάνες και είδη πρώτης ανάγκης.
Από τα παραπάνω ευρήματα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ προκύπτει ότι η κυβέρνηση έχει … επιτύχει τη διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, καθώς δεν θέλησε να καταπολεμήσει την ακρίβεια που πλήττει διαρκώς τη συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών τα τελευταία 5 χρόνια. Και αυτή η έλλειψη πολιτικής βούλησης από την πλευρά της κυβέρνησης είναι η συνέπεια της διασύνδεσης της Νέας Δημοκρατίας με μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και καρτέλ που κερδοσκοπούν σε βάρος των Ελλήνων.
Μεγαλοεπιχειρηματίες – ολιγάρχες -παντός καιρού- κυριαρχούν και ελέγχουν την αγορά διαμορφώνοντας τις τιμές ειδών και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης σε πολύ υψηλά επίπεδα ώστε να εξασφαλίζουν κάθε χρόνο αθέμιτα υπερκέρδη. Και το καθεστώς Μητσοτάκη αντί να τους αντιμετωπίσει με την δέουσα αυστηρότητα και νομιμότητα, τους αφήνει ανεξέλεγκτους, άραγε με ποια ακριβώς ανταλλάγματα;
Η ΝΙΚΗ, υπηρετώντας τις αρχές της Ρωμηοσύνης, οραματίζεται μια χώρα όπου οι νόμοι θα εφαρμόζονται με τη δέουσα αυστηρότητα απέναντι σε αυτούς οι οποίοι κερδοσκοπούν σε βάρος της κοινωνίας. Και το πρώτο βήμα για να αρχίσει να υλοποιείται αυτό το όραμα είναι ο τερματισμός του καθεστώτος Μητσοτάκη στις επόμενες βουλευτικές εκλογές και η ανάδειξη της ΝΙΚΗΣ σε ισχυρή πολιτική δύναμη μέσα στη Βουλή.

