Η ελληνική οικονομία ζει μια βαθιά αντίφαση. Οι δείκτες βελτιώνονται, ο συνολικός πλούτος αυξάνεται και ο κρατικός προϋπολογισμός παράγει υψηλά πλεονάσματα. Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και βασικές ανάγκες.
Δεν έχει νόημα να αμφισβητούμε κάθε θετική εξέλιξη. Έχει νόημα να ρωτάμε ποιο είναι το πραγματικό της αποτύπωμα στην καθημερινότητα.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της Alpha Bank, ο συνολικός πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών ξεπέρασε το ένα τρισεκατομμύριο ευρώ στο τέλος του 2025. Μέσα σε δύο χρόνια αυξήθηκε κατά 19%, δηλαδή κατά 161 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, μέχρι να τον συγκρίνει κανείς με την πραγματικότητα. Η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στην Ευρωζώνη ως προς το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο, ξεπερνώντας μόνο τη Λετονία.
Η χώρα εμφανίζεται πλουσιότερη στους δείκτες. Ο πολίτης, όμως, δεν αισθάνεται οικονομικά ασφαλέστερος.
Η εξήγηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στη σύνθεση αυτού του πλούτου. Η αύξησή του προήλθε κυρίως από την ανατίμηση περιουσιακών στοιχείων και, σε μικρότερο βαθμό, από τη δημιουργία νέου πλούτου.
Τα επενδυτικά κεφάλαια υπερδιπλασίασαν την αξία τους. Ο χρηματοοικονομικός επιχειρηματικός πλούτος αυξήθηκε κατά 53%, οι εισηγμένες μετοχές κατά 42% και τα ακίνητα κατά 16%. Οι καταθέσεις, που συνδέονται άμεσα με τη διαθέσιμη ρευστότητα των νοικοκυριών, αυξήθηκαν μόλις κατά 3%.
Η έκθεση δεν αναλύει την κατανομή του πλούτου ανά εισοδηματική κατηγορία. Είναι, όμως, εύλογο ότι από την άνοδο των μετοχών, των επενδυτικών προϊόντων και των ακινήτων ωφελούνται περισσότερο όσοι ήδη διαθέτουν τέτοια περιουσιακά στοιχεία.
Για τα περισσότερα νοικοκυριά, το κρίσιμο μέγεθος δεν είναι η λογιστική αξία ενός διαμερίσματος. Είναι τι μένει στο τέλος του μήνα.
Και εκεί τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Η αποταμίευση των νοικοκυριών παραμένει αρνητική, περίπου στο -3% του διαθέσιμου εισοδήματος. Οι πολίτες καταναλώνουν περισσότερα από όσα εισπράττουν, χρησιμοποιώντας παλαιές αποταμιεύσεις ή καταφεύγοντας στον δανεισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι τα καταναλωτικά δάνεια αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 6,9%.
Την ίδια αντίφαση επιβεβαιώνει και ο προϋπολογισμός. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το πρωτογενές πλεόνασμα έφθασε τα 4,491 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα έσοδα από τον ΦΠΑ ξεπέρασαν τον στόχο κατά 573 εκατομμύρια ευρώ.
Όσο οι τιμές παραμένουν υψηλές, τόσο αυξάνονται και οι εισπράξεις του κράτους από την κατανάλωση. Η ακρίβεια που αδειάζει το οικογενειακό πορτοφόλι προσφέρει ταυτόχρονα δημοσιονομικό όφελος μέσω του ΦΠΑ.
Δεν μπορούμε, επομένως, να παρουσιάζουμε κάθε υπεραπόδοση των εσόδων ως αποτέλεσμα μόνο της ανάπτυξης και της αποτελεσματικότερης φορολογικής διοίκησης. Ένα μέρος της τροφοδοτείται και από το αυξημένο κόστος ζωής.
Η εικόνα ολοκληρώνεται στην πραγματική αγορά. Στον Πειραιά, το 55% των εμπορικών επιχειρήσεων κατέγραψε μείωση τζίρου τον πρώτο μήνα των θερινών εκπτώσεων. Μόλις το 12% είδε αύξηση.
Ούτε οι εκπτώσεις αρκούν όταν δεν υπάρχει διαθέσιμο εισόδημα. Ο καταναλωτής περιορίζει τις αγορές του. Η μικρή οικογενειακή επιχείρηση παλεύει να κρατήσει ανοιχτό το κατάστημα, να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας και να καλύψει ένα λειτουργικό κόστος που παραμένει υψηλό.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο με το ΑΕΠ, τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις και τα πλεονάσματα. Μετριέται με το αν μια οικογένεια μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, να αποταμιεύσει και να σχεδιάσει το μέλλον της.
Αυτό απαιτεί διαφορετική ιεράρχηση:
- ουσιαστική μείωση των έμμεσων φόρων στα βασικά αγαθά,
- προστασία του πραγματικού οικογενειακού εισοδήματος,
- δραστικό περιορισμό του ενεργειακού και λειτουργικού κόστους για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις,
- στήριξη της εγχώριας παραγωγής.
Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να παράγεται περισσότερος πλούτος. Είναι να διαχέεται. Να γίνεται αξιοπρεπής μισθός, βιώσιμη επιχείρηση, ανθεκτική οικογένεια και πραγματική οικονομία.
Γιατί μια οικονομία δεν ευημερεί όταν ευημερούν οι αριθμοί της.
Ευημερεί μόνο όταν ευημερούν οι άνθρωποί της.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

