Για χρόνια η γεωγραφία έμοιαζε να εργάζεται υπέρ της Ελλάδας. Η θέση της στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα λιμάνια της, η Κρήτη, η εγγύτητα με την Κύπρο και το Ισραήλ δημιουργούσαν την εύλογη προσδοκία ότι οι μεγάλοι διάδρομοι που θα συνέδεαν την Ινδία και τον Κόλπο με την Ευρώπη θα περνούσαν από τον ελληνικό χώρο.
Ο IMEC –Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης– ενίσχυσε αυτή την αντίληψη. Η αρχική του λογική συνέδεε την Ινδία με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τη Σαουδική Αραβία και, μέσω της Ιορδανίας, με το Ισραήλ, από όπου η Μεσόγειος άνοιγε τον δρόμο προς την Ευρώπη. Η Ελλάδα αποκτούσε έτσι τη δυνατότητα να διεκδικήσει τον ρόλο μιας βασικής ευρωπαϊκής πύλης.
Τα δεδομένα, όμως, μεταβάλλονται. Η Συμφωνία Κοινής Άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν, θεσμοποιεί μια νέα συνεργασία τριών σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων και προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον μίας από αυτές θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων. Η συμφωνία έχει αμυντικό χαρακτήρα και δεν περιλαμβάνει οικονομικούς διαδρόμους. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται, ωστόσο, την ίδια περίοδο κατά την οποία αναδιατάσσονται οι οικονομικές και μεταφορικές συνδέσεις της περιοχής.
Μέσα σε αυτή την αναδιάταξη επανέρχεται η Συρία και μαζί της ένα όνομα σχεδόν ξεχασμένο στην Ελλάδα, ο Σιδηρόδρομος της Χετζάζ. Η ιστορική γραμμή κατασκευάστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα και συνέδεε τη Δαμασκό με τη Μεδίνα μέσω της σημερινής Ιορδανίας.
Σήμερα το ενδιαφέρον ξεπερνά την αποκατάσταση μιας παλιάς σιδηροδρομικής γραμμής. Τουρκία, Συρία και Ιορδανία εργάζονται για την αποκατάσταση των μεταξύ τους συνδέσεων, ενώ η Σαουδική Αραβία και η Τουρκία εξετάζουν έναν σύγχρονο σιδηροδρομικό διάδρομο που θα συνδέει τις δύο χώρες μέσω Ιορδανίας και Συρίας. Το σαουδαραβικό δίκτυο φθάνει ήδη έως την περιοχή των συνόρων με την Ιορδανία και οι σχετικές μελέτες αναμένεται να ολοκληρωθούν μέσα στο 2026. Εφόσον ο σχεδιασμός προχωρήσει, σχηματίζεται ένας χερσαίος άξονας Σαουδικής Αραβίας – Ιορδανίας – Συρίας – Τουρκίας – Ευρώπης.
Την ίδια περίοδο αλλάζει και ο σχεδιασμός του EMC –East-to-Med Data Corridor, Ψηφιακού Διαδρόμου Ανατολικής Μεσογείου–, του μεγάλου καλωδίου δεδομένων που προορίζεται να συνδέσει τη Σαουδική Αραβία με την Ευρώπη μέσω της Ελλάδας. Η αρχική διαδρομή περνούσε από την Ιορδανία και το Ισραήλ. Το Ριάντ φέρεται πλέον να επιδιώκει τη διέλευση μέσω Συρίας αντί Ισραήλ, διατηρώντας, μέχρι στιγμής, την Ελλάδα στην ευρωπαϊκή απόληξη του έργου.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δείχνει πόσο γρήγορα μπορούν να μεταβληθούν οι διαδρομές και μαζί τους η στρατηγική αξία των χωρών από τις οποίες διέρχονται.
Στις 2 Ιουνίου και στις 17 Ιουλίου 2026 η Σαουδική Αραβία απέστειλε δύο ρηματικές διακοινώσεις προς την Αθήνα για τις καθυστερήσεις στην έκδοση των απαιτούμενων αδειών για τον EMC. Στη δεύτερη χαρακτήριζε το ζήτημα εξαιρετικά επείγον και προειδοποιούσε για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η καθυστέρηση στη χρηματοδότηση και στην εμπορική βιωσιμότητα του έργου. Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, την ελληνική επιφυλακτικότητα ενισχύει και το ενδεχόμενο τουρκικής αντίδρασης κατά τις θαλάσσιες έρευνες ή την πόντιση του καλωδίου.
Η εικόνα προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Ένα έργο που ενισχύει τη θέση της Ελλάδας ως κόμβου συναντά καθυστερήσεις στην Αθήνα, την ώρα που η Τουρκία συμμετέχει στην οικοδόμηση ενός εναλλακτικού χερσαίου δρόμου προς την Ευρώπη.
Η αναβίωση του Σιδηροδρόμου της Χετζάζ αποκτά μέσα σε αυτό το περιβάλλον διαφορετική βαρύτητα. Εφόσον συνδεθεί με τον σύγχρονο άξονα Σαουδικής Αραβίας – Ιορδανίας – Συρίας – Τουρκίας, οι ροές που φθάνουν στη Συρία μπορούν να κατευθυνθούν προς τη Μεσόγειο και, μέσω υποθαλάσσιων συνδέσεων, προς την Ελλάδα ή να συνεχίσουν χερσαία προς την Τουρκία και από εκεί στην ευρωπαϊκή αγορά. Στη δεύτερη εκδοχή, η Ελλάδα παραμένει ένας σημαντικός κόμβος, χωρίς όμως να αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη πύλη.
Αυτή η εξέλιξη συναντά μια ευρύτερη αντίληψη που κερδίζει έδαφος στην Ουάσιγκτον. Το Atlantic Council –Ατλαντικό Συμβούλιο– έχει προτείνει ο IMEC να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως δίκτυο εναλλακτικών διαδρομών παρά ως μία αποκλειστική γραμμή. Οι πολλαπλές διαδρομές περιορίζουν την εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, το Μπαμπ ελ Μαντέμπ, την Ερυθρά Θάλασσα ή οποιονδήποτε άλλο μεμονωμένο κόμβο.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μια τέτοια ανθεκτικότητα είναι χρήσιμη. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι η Ουάσιγκτον έχει λόγο να διασφαλίσει την αποκλειστικότητα της ελληνικής διαδρομής.
Στο ίδιο περιβάλλον, η Βρετανία εμβαθύνει τη στρατηγική και αμυντική συνεργασία της με την Τουρκία, διατηρώντας παράλληλα ισχυρό αποτύπωμα στην Κύπρο και στον Κόλπο. Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει την παρουσία της στη νέα Συρία. Η Αίγυπτος παρακολουθεί κάθε εξέλιξη που μπορεί να επηρεάσει τη στρατηγική αξία του Σουέζ, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επενδύσει στον δικό τους ρόλο ως εμπορικού και εφοδιαστικού κόμβου μεταξύ του Ινδικού Ωκεανού και της Μέσης Ανατολής. Την ίδια ώρα, η Σαουδική Αραβία αναζητεί περισσότερες οδούς πρόσβασης προς τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.
Πρόκειται για διαφορετικά συμφέροντα, τα οποία, όμως, συναντώνται σε ένα κοινό σημείο. Η γεωγραφία της περιοχής επαναξιολογείται μέσα από νέες υποδομές και νέες συνεργασίες.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα. Η γεωγραφική της θέση, όμως, αποκτά πραγματική στρατηγική αξία όταν συνοδεύεται από υποδομές και παρουσία. Η αξία αυτή διαμορφώνεται από τα καλώδια που ποντίζονται, τα λιμάνια που αναπτύσσονται, τις σιδηροδρομικές και ενεργειακές συνδέσεις που ολοκληρώνονται, τις συμμαχίες που καλλιεργούνται και την ικανότητα μιας χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της.
Υπό αυτή την έννοια, οι σαουδαραβικές ρηματικές διακοινώσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από μια συνηθισμένη διαμαρτυρία για καθυστερημένες άδειες. Υπενθυμίζουν ότι, σε μια περιοχή όπου οι εναλλακτικές διαδρομές πολλαπλασιάζονται, οι καθυστερήσεις έχουν συνέπειες και ο χρόνος αποκτά γεωπολιτική αξία.
Δεν υπάρχει σήμερα τεκμηρίωση ότι κάποια μεγάλη δύναμη έχει αποφασίσει να παρακάμψει την Ελλάδα. Υπάρχουν, όμως, ήδη υποδομές, συμφωνίες και εναλλακτικές διαδρομές που μπορούν στο μέλλον να καταστήσουν μια τέτοια παράκαμψη εφικτή. Αυτό αρκεί για να μεταφέρει τη συζήτηση από την αυτάρεσκη βεβαιότητα της γεωγραφίας στην ανάγκη μιας ενεργητικής στρατηγικής.
Και τελικά το ερώτημα παραμένει απλό.
Όταν όλοι γύρω μας κατασκευάζουν εναλλακτικές διαδρομές, πόσο ακόμη μπορούμε να συμπεριφερόμαστε σαν να μην υπάρχει δρόμος που να μας παρακάμπτει;
Γεώργιος Νικολάκος
Διεθνολόγος

