Υπάρχουν φορές που μια δήλωση αποκτά μεγαλύτερη σημασία όχι τόσο από όσα λέει, όσο από όσα συμβαίνουν γύρω της. Η επίσκεψη της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια είναι μία από αυτές.
Θα μπορούσαμε, βεβαίως, να μείνουμε στις Πρέσπες. Και λόγοι υπάρχουν. Ο Αλέξης Τσίπρας επιστρέφει στο πολιτικό προσκήνιο έχοντας στις αποσκευές του μια συμφωνία που άλλαξε, εις βάρος της Ελλάδας, δεδομένα τα οποία, από τη στιγμή που απέκτησαν διεθνή χρήση, δύσκολα ανατρέπονται. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης την καταψήφισε, αλλά ως πρωθυπουργός επέλεξε να τη διαχειριστεί ως δεσμευτική διεθνή πραγματικότητα, ζητώντας την εφαρμογή της ακόμη και όταν η κυβέρνησή του κατέγραφε παραβιάσεις της από την ηγεσία των Σκοπίων.
Μόνο που, οκτώ χρόνια αργότερα, ίσως το ενδιαφέρον να βρίσκεται λίγο παραπέρα.
Η φον ντερ Λάιεν δεν βρέθηκε στα Σκόπια σε κάποιο πολιτικό κενό. Η επίσκεψή της ήταν μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής κινητικότητας στα Δυτικά Βαλκάνια, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεύρυνση επιστρέφει ψηλά στην ατζέντα. Και την ίδια ώρα, γύρω από την περιοχή συμβαίνουν πράγματα τα οποία, αν τα παρατηρήσει κανείς ένα ένα, μοιάζουν ασύνδετα. Αν, όμως, απλώσει τον χάρτη στο τραπέζι, αρχίζουν να συνομιλούν μεταξύ τους.
Στα δυτικά, η Ιταλία δίνει μεγαλύτερο στρατηγικό βάρος στην Αδριατική και στον Corridor VIII, ο οποίος περνά από την Αλβανία, συνεχίζει προς τα Σκόπια και τη Βουλγαρία και καταλήγει στη Μαύρη Θάλασσα. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για δρόμους, τρένα και εμπόριο. Ιταλία, Αλβανία, Σκόπια, Βουλγαρία και Ρουμανία έχουν συνδέσει επισήμως τον διάδρομο με την ευρωπαϊκή ασφάλεια, τη στρατιωτική κινητικότητα και τα περιφερειακά σχέδια του ΝΑΤΟ.
Και σχεδόν κάθετα πάνω σε αυτόν τον χάρτη ανεβαίνει ένας δεύτερος άξονας. Από τα ελληνικά λιμάνια προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και από εκεί προς την Ουκρανία και την Κεντρική Ευρώπη. Είναι ο Vertical Corridor, μια πρόσθετη ενεργειακή διαδρομή από τον ελληνικό νότο προς τον βορρά.
Ένας άξονας, λοιπόν, από την Αδριατική προς τη Μαύρη Θάλασσα και ένας δεύτερος από την Ελλάδα προς τη Ρουμανία και ακόμη βορειότερα. Ανάμεσά τους, λιμάνια, σιδηρόδρομοι, αγωγοί, εμπορικές ροές και στρατιωτική κινητικότητα.
Δεν χρειάζεται να ενώσουμε με το ζόρι όλες τις τελείες. Άλλωστε, εκεί συνήθως αρχίζουν οι ωραίες θεωρίες και τελειώνει η σοβαρή ανάλυση. Υπάρχει, όμως, ένας χάρτης και αυτόν δύσκολα μπορείς πλέον να κάνεις πως δεν τον βλέπεις.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η Τουρκία. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, δεν εμφανίζεται τώρα. Είναι ήδη εκεί.
Η Άγκυρα έχει καλλιεργήσει εδώ και χρόνια σχέσεις με τα Σκόπια, την Αλβανία, το Κόσοβο, τη Σερβία, τη Βοσνία και το Μαυροβούνιο, χρησιμοποιώντας άλλοτε το εμπόριο και τις επενδύσεις, άλλοτε την αμυντική συνεργασία και άλλοτε την πολιτική της παρουσία. Πλέον επιχειρεί και πολυμερώς, μέσω της Balkans Peace Platform, να συνομιλεί ταυτόχρονα με αρκετούς από τους παίκτες της περιοχής.
Και εδώ γεννιέται ένα ερώτημα που αξίζει περισσότερο από μια εύκολη βεβαιότητα.
Μήπως η Άγκυρα έχει μυριστεί νωρίτερα την επόμενη βαλκανική παρτίδα;
Δεν χρειάζεται να την έχει σχεδιάσει. Ούτε να φανταστούμε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο όπου Ευρωπαίοι, Αμερικανοί και Τούρκοι μετακινούν σημαιάκια πάνω στον χάρτη. Θα ήταν βολικό για ένα άρθρο, αλλά όχι ιδιαιτέρως σοβαρό.
Η στρατηγική γίνεται συχνά πολύ απλούστερα. Βλέπεις προς τα πού πηγαίνει το παιχνίδι και φροντίζεις να είσαι εκεί προτού μοιραστούν οι καλές θέσεις.
Και η Τουρκία αυτό ξέρει να το κάνει.
Το είδαμε, σε διαφορετικές βεβαίως συνθήκες και με πολύ σκληρότερα μέσα, στη Λιβύη. Δεν περίμενε να ξεκαθαρίσει το τοπίο για να αποφασίσει πού θα σταθεί. Μπήκε όσο ακόμη ήταν ρευστό και απέκτησε τέτοιο αποτύπωμα, ώστε η επόμενη ημέρα να μην μπορεί εύκολα να σχεδιαστεί χωρίς αυτήν.
Στα Βαλκάνια δεν χρειάζονται πολεμικά πλοία. Χρειάζονται σχέσεις.
Μία συμφωνία εδώ, μία επένδυση εκεί, αμυντική συνεργασία λίγο παρακάτω και πολιτικοί δίαυλοι παντού. Σιγά σιγά οι καλές θέσεις κλείνουν.
Παίζεις πόρτες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία ελέγχει τις εξελίξεις. Σημαίνει κάτι πιο πεζό και, γι’ αυτό, ίσως σημαντικότερο. Ότι φαίνεται να έχει αντιληφθεί εγκαίρως πως ο χώρος από την Αδριατική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα αποκτά μεγαλύτερη οικονομική, ενεργειακή και στρατιωτική αξία και φροντίζει ώστε, όποια μορφή κι αν πάρει η επόμενη βαλκανική αρχιτεκτονική, να μην μπορεί εύκολα να σχεδιαστεί ερήμην της.
Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στην Ελλάδα.
Η χώρα δεν βρίσκεται εκτός του νέου χάρτη. Κάθε άλλο. Ο Vertical Corridor ξεκινά από τα ελληνικά λιμάνια και η θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ παραμένει σημαντική.
Η γεωγραφία, όμως, έχει μια παλιά κακή συνήθεια. Σου δίνει το οικόπεδο, όχι και τη στρατηγική.
Γιατί, ενώ εμείς εξακολουθούμε να συζητούμε τις Πρέσπες με τους όρους του 2018, γύρω μας το έδαφος κινείται. Η Ιταλία κοιτάζει ξανά ανατολικά μέσω Αδριατικής. Η Αλβανία αναβαθμίζει τον ρόλο της ως κόμβος. Οι νέοι διάδρομοι αποκτούν οικονομική και στρατιωτική υπόσταση. Και η Τουρκία, χωρίς ιδιαίτερο θόρυβο, έχει φροντίσει να βρίσκεται μέσα στις περισσότερες βαλκανικές αυλές.
Γι’ αυτό και οι δηλώσεις της φον ντερ Λάιεν στα Σκόπια αξίζουν ίσως περισσότερο από μια ακόμη ελληνική συζήτηση για το ποιος δικαιώθηκε το 2018.
Οι Πρέσπες ήταν τότε το θέμα. Σήμερα είναι ένα κομμάτι ενός πολύ μεγαλύτερου χάρτη.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι έγινε τότε, αλλά τι έρχεται τώρα και, κυρίως, ποιος το έχει αντιληφθεί εγκαίρως.
Μπορεί η υπόθεση να αποδειχθεί υπερβολική. Μπορεί αρκετές από τις κινήσεις που βλέπουμε να είναι παράλληλες και όχι κομμάτια ενός ενιαίου σχεδίου. Ο σοβαρός αναλυτής οφείλει να αφήνει αυτή την πιθανότητα ανοιχτή.
Οφείλει, όμως, και να κοιτάζει το ταμπλό.
Γιατί στο τάβλι της γεωπολιτικής δεν χάνεις μόνο από κακή ζαριά. Χάνεις κι όταν αφήσεις τον άλλον να κλείσει πρώτος τις πόρτες…
Γεώργιος Νικολάκος
Διεθνολόγος

