Σκληρή επίθεση στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης εξαπέλυσε ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ Σπύρος Τσιρώνης, κατά τη συζήτηση του προσχεδίου του Κρατικού Προϋπολογισμού 2027 στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, καταγγέλλοντας έναν σχεδιασμό που στηρίζεται σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις, αυξημένη φορολογική επιβάρυνση και μία οικονομία στην οποία «οι πολλοί συνεχίζουν να χρηματοδοτούν μια ανάπτυξη της οποίας τα οφέλη συγκεντρώνονται δυσανάλογα στους λίγους».
Ο Σπύρος Τσιρώνης ξεκίνησε από τις ίδιες τις κυβερνητικές προβλέψεις, υπενθυμίζοντας ότι για το 2026 η ανάπτυξη αναθεωρήθηκε από 2,4% σε 2%, οι επενδύσεις από 10,2% σε 7,7%, οι εξαγωγές από 4,5% σε 2,9%, ενώ ο πληθωρισμός κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, από 2,2% σε 3,8%.
«Η κυβέρνηση υπερεκτίμησε την ανάπτυξη και υποεκτίμησε την ακρίβεια», τόνισε, βάζοντας στο στόχαστρο το νέο αισιόδοξο σενάριο για το 2027.
Για τον βουλευτή της ΝΙΚΗΣ, η συνεχής επίκληση πολέμων, ενεργειακών κρίσεων και διεθνών αναταράξεων έχει εξαντλήσει την αξία της ως εξήγηση για τις αποκλίσεις. Οι κίνδυνοι είναι πλέον γνωστοί και οφείλουν να ενσωματώνονται στον οικονομικό σχεδιασμό με ρεαλιστικές παραδοχές και δυσμενή σενάρια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη μεγάλη υποχώρηση των δημόσιων επενδυτικών δαπανών μαζί με το Ταμείο Ανάκαμψης, από περίπου 17 δισ. ευρώ το 2026 σε 11 δισ. ευρώ το 2027, επισημαίνοντας παράλληλα ότι οι καθαρές τραπεζικές ροές προς τις επιχειρήσεις έχουν ήδη μειωθεί σημαντικά.
«Είναι αδικαιολόγητη η προσδοκία ότι η ιδιωτική χρηματοδότηση θα αναπληρώσει γρήγορα το κενό των ευρωπαϊκών πόρων», ανέφερε.
Στο φορολογικό πεδίο, ο Σπύρος Τσιρώνης παρουσίασε την εικόνα που, όπως είπε, αποκαλύπτει την πραγματική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής.
Από 51,4 δισ. ευρώ το 2019, τα συνολικά φορολογικά έσοδα προβλέπεται να φτάσουν τα 77,9 δισ. ευρώ το 2027, μία αύξηση περίπου 26,5 δισ. ευρώ. Ο ΦΠΑ, από 17,8 δισ. ευρώ, προβλέπεται να φτάσει στα 30,6 δισ. ευρώ.
«Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι», σημείωσε.
Η βασική πολιτική του κατηγορία ήταν ότι η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επιτυχία τη δημοσιονομική εικόνα την ώρα που η κοινωνία βλέπει μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα.
«Εσείς βλέπετε αυξημένες εισπράξεις, εκείνοι βλέπουν ακριβότερα τρόφιμα. Εσείς βλέπετε άνοδο στις αξίες των ακινήτων, εκείνοι δεν μπορούν να πληρώσουν ένα ενοίκιο. Εσείς παρουσιάζετε την κερδοφορία των ισχυρών ως απόδειξη επιτυχίας, ο μικρός επαγγελματίας αναρωτιέται αν θα μπορέσει να κρατήσει ανοιχτή την επιχείρησή του», ανέφερε.
Ο βουλευτής της ΝΙΚΗΣ χαρακτήρισε αυτή την εικόνα κοινωνική μεροληψία της οικονομικής πολιτικής, επισημαίνοντας ότι η μεσαία τάξη, οι οικογένειες, οι συνταξιούχοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις σηκώνουν διαρκώς μεγαλύτερο βάρος.
«Ακούτε τα εύσημα από το εξωτερικό. Ακούτε τι λέγεται μέσα στα ελληνικά σπίτια; Εκεί όπου συζητούν ποιος λογαριασμός θα μείνει πίσω για τον επόμενο μήνα; Εκεί όπου ένας συνταξιούχος στηρίζει ακόμη τα παιδιά του; Εκεί όπου δύο εργαζόμενοι δυσκολεύονται να συντηρήσουν μία οικογένεια;»
Ο Σπύρος Τσιρώνης συνέδεσε άμεσα την οικονομική πίεση και με το δημογραφικό, σημειώνοντας ότι όλο και περισσότεροι νέοι διστάζουν να δημιουργήσουν οικογένεια επειδή αδυνατούν να αποκτήσουν στοιχειώδη οικονομική ασφάλεια.
«Ο πολίτης δεν πληρώνει το νοίκι με αξιολογήσεις οίκων. Το πληρώνει με το εισόδημά του, με αυτό που του απομένει», τόνισε.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρέθηκε και η λειτουργία της αγοράς. Αναφέρθηκε σε τράπεζες με υπερκέρδη, διυλιστήρια με υπερκέρδη και επίσημα διαπιστωμένες παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού, θέτοντας ευθέως θέμα κυβερνητικής ευθύνης.
«Είναι ευθύνη σας να εξασφαλίζετε ότι η οικονομική ισχύς δεν μετατρέπεται σε ασυδοσία. Ο πολίτης χρειάζεται αποτελέσματα στον λογαριασμό του. Ο επαγγελματίας χρειάζεται δίκαιους όρους συναλλαγών και πρόσβαση στη χρηματοδότηση», ανέφερε.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι όταν η πρόσβαση στη χρηματοδότηση καθορίζει ποιος μπορεί να επενδύσει και ποιος μένει πίσω, τότε το τραπεζικό σύστημα μετατρέπεται σε μηχανισμό κατανομής οικονομικής δύναμης.
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν και στο θέμα των δημόσιων συμβάσεων. Επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία πολύ μεγάλο ποσοστό διαγωνισμών καταλήγει με μία μόνο προσφορά, ενώ σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων δηλώνει ότι η διαφθορά αποτέλεσε εμπόδιο για την ανάληψη δημόσιας σύμβασης.
«Σχεδόν οι μισές διαδικασίες με έναν μόνο προσφέροντα και σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις να θεωρούν ότι αποκλείστηκαν από τη διαφθορά. Και εσείς εξακολουθείτε να παρουσιάζετε μία αυτάρεσκη εικόνα κανονικότητας στην αγορά», ανέφερε.
Ακόμη πιο σκληρή ήταν η αναφορά του στις αποζημιώσεις αναδόχων.
«Όταν το επιχειρηματικό ρίσκο μετατρέπεται σε εγγυημένες υπεραποδόσεις, αυτό δεν λέγεται επένδυση. Αυτό λέγεται εγγυημένο εισόδημα».
Ο Σπύρος Τσιρώνης έδωσε ιδιαίτερο βάρος και στο κόστος της διαφθοράς, επισημαίνοντας ότι οι στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, η άνιση πρόσβαση στις ευκαιρίες και οι ισχυρές διασυνδέσεις στερούν πόρους από την οικονομία, αποθαρρύνουν επενδύσεις και διώχνουν ικανούς ανθρώπους από τη χώρα.
«Ο έντιμος πολίτης αρχίζει να πιστεύει ότι η συνέπεια δεν ανταμείβεται. Ο νέος επιστήμονας αναρωτιέται αν αξίζει να προσπαθήσει και να μείνει εδώ. Ο μικρός επιχειρηματίας αναρωτιέται αν έχει νόημα να συμμετέχει», υπογράμμισε.
Κλείνοντας, περιέγραψε μια κοινωνία που έχει εξαντλήσει τις αντοχές της.
«Το κατάστημα λειτουργεί, ο ιδιοκτήτης συσσωρεύει υποχρεώσεις και δεν το κλείνει γιατί δεν έχει τι να βάλει την επόμενη μέρα στο τραπέζι της οικογένειάς του».
Και κατέληξε με σαφή προειδοποίηση προς την κυβέρνηση:
«Όσο οι πολλοί καλούνται να περιορίζουν τις ανάγκες τους και οι ισχυροί διατηρούν τη δυνατότητα να προστατεύουν τις αποδόσεις τους, η ανάπτυξή σας παραμένει κοινωνικά άδικη. Όσο αφήνετε χώρο στα καρτέλ, αφαιρείται από τον πολίτη ένα μέρος του εισοδήματος που με τόσο κόπο κερδίζει. Το παντεσπάνι τελείωσε. Δεν πιάνει πλέον».

