Α) Τι είναι το Σύνταγμα, τί είναι η αναθεώρησή του και ποια η αξία της αναθεώρησης
Α1) Το Σύνταγμα είναι ο θεμελιώδης και ανώτατος νόμος του κράτους, ο καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος και η βάση της Ελληνικής έννομης τάξης. Δεν είναι ένα απλό κείμενο, το οποίο έχει ενσωματωμένο ένα σύνολο κανόνων, αλλά αποτελεί την πολιτική και νομική έκφραση και υλοποίηση της οργανωμένης σε κανόνες πολιτείας. Είναι συγχρόνως και ένας χάρτης, ένα κείμενο με κανονιστική ισχύ, οι διατάξεις του οποίου είναι γενικές, με πανηγυρικό χαρακτήρα και διάσταση και όχι αυστηρά εξειδικευμένες, όπως αυτές του τυπικού νόμου, ώστε να προσαρμόζονται διαχρονικά στις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό η ερμηνεία του έχει καθοριστική σημασία, γιατί από την ποιότητα και την κατεύθυνση της, μπορεί να αλλοιωθεί τόσο ο θεμελιώδης χαρακτήρας του όσο και ο θεμελιώδης χαρακτήρας του Πολιτεύματος αλλά και του ίδιου του Ελληνικού έθνους.
Ως ο ανώτατος λοιπόν νόμος του κράτους και ως o καταστατικός χάρτης του πολιτεύματός μας, αφενός ορίζει το πώς συγκροτείται και ασκείται η κρατική εξουσία εντός μίας συγκεκριμένης κοινωνίας και αφετέρου το ποια είναι τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών. Επιπλέον υπερισχύει κάθε άλλου κανόνα δικαίου και δεσμεύει τόσο τη νομοθετική όσο και την εκτελεστική και δικαστική εξουσία. Διαθέτει κάποια βασικά χαρακτηριστικά, τα οποία αποτελούν και την φυσιογνωμία του. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ονομάζονται θεμελιώδεις ή οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματος και ευρίσκονται είτε ρητά διατυπωμένες σε διάφορα άρθρα μέσα στο ίδιο το σώμα του Συντάγματος με την τυπική έννοια είτε συνάγονται ερμηνευτικά.
Η ύπαρξη ενός ισχυρού Συντάγματος αποτελεί προϋπόθεση για την νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας, την εύρυθμη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, την θεσμική εγγύηση, ότι θα τηρούνται απαρέγκλιτα οι οργανωτικές του βάσεις και άρα δεν θα τυγχάνουν υπέρβασης, καταπάτησης ή κατάχρησης από την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία για τον οποιονδήποτε λόγο. Επιπλέον ένα ισχυρό και σαφές σύνταγμα, έχει την δυνατότητα, να προστατεύσει τις αξίες, τις αρχές, τα ιδανικά και γενικά την πνευματική, πολιτισμική και ιστορική ταυτότητα ενός έθνους και εν προκειμένω του δικού μας, του Ελληνικού απέναντι στις σύγχρονες ισοπεδωτικές τάσεις, οι οποίες εμφανίζονται στο διεθνές προσκήνιο. Όπως όμως αναφέρθηκε η εκάστοτε ερμηνεία, η οποία γίνεται κατά την εφαρμογή του, μπορεί να αποτελέσει είτε ανάχωμα είτε ανοπαία ατραπό.
Α2) Το σύνταγμα εκτός των άλλων προβλέπει στο σώμα του, στο άρθρο 110 και την ειδική διαδικασία, με την οποία το ίδιο αναθεωρείται καθώς και τί αναθεωρείται από αυτό, καθότι ορισμένες θεμελιώδεις διατάξεις, όπως εκείνες που αφορούν στην μορφή του πολιτεύματος και στον πυρήνα των θεμελιωδών αρχών, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση.
Πρόκειται για διαδικασία αυστηρή, προκειμένου να διαφυλάσσεται η σταθερότητα του πολιτεύματος (την οποία βέβαια φροντίζουν να την διαταράσσουν τα κόμματα της μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας, τα οποία διακυβέρνησαν μέχρι σήμερα την Ελλάδα, με τα ασταμάτητα σκάνδαλά τους) και να αποφεύγονται οι εκάστοτε ευκαιριακές, συγκυριακές μεταβολές του, από λαϊκίστικες κυβερνήσεις, οι οποίες δεν διστάζουν να θυσιάσουν την διαδικασία αυτή στον βωμό της πολιτικής επιβίωσης και της διατήρησης της νομής και κατοχής της εξουσίας. Ως διαδικασία η αναθεώρηση είναι μία μορφή άσκησης της συντεταγμένης εξουσίας σε ανώτατο επίπεδο και επιτρέπει την μεταβολή του ίδιου του σώματος του Συντάγματος εντός των ορίων, τα οποία το ίδιο θέτει, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει κατάλυση της συνταγματικής συνέχειας του κράτους.
Στην ουσία τόσο το ίδιο το Σύνταγμα όσο και η διαδικασία αναθεώρησής του συναποτελούν ένα δίπολο, το οποίο αφενός μεν εξασφαλίζουν την σταθερότητα του πολιτεύματος και την ακεραιότητα των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και αφετέρου δε επιτρέπει την εκάστοτε αναγκαία προσαρμογή και βελτίωση, όταν και εφόσον αυτό απαιτείται από τις εκάστοτε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες.
Α3) Η διαδικασία λοιπόν αναθεώρησης τόσο αυτή καθεαυτή όσο και ο επιτυχής ή όχι χαρακτήρας της, έχουν πολύ μεγάλη σημασία, διότι αν όντως είναι επιτυχής θα ανανεώσει την δημοκρατική νομιμοποίηση και την αποτελεσματικότητα των θεσμών απέναντι σε πάσης φύσεως δυσλειτουργίες και καταχρήσεις της κυβερνητικής εξουσίας υπερβαίνοντας την εκάστοτε πολιτική συγκυρία, θα ενισχύσει την λογοδοσία, την διαφάνεια και την δικαιοσύνη. Αν όμως δεν είναι επιτυχής και η αναθεώρηση θυσιαστεί στον βωμό της πολιτικής επιβίωσης και προεκλογικής σκοπιμότητας της κυβέρνησης, στην θητεία της οποία θα διεξαχθεί, τότε είναι περισσότερο από σίγουρο, ότι θα βαθύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ κοινωνίας και πολιτείας και θα ενισχύσει με τον αθλιότερο τρόπο το δυναστικό κράτος.
Εκτός των άλλων η μεγάλη σημασία και αξία μίας επιτυχημένης αναθεώρησης και στα δύο στάδια, τόσο της προτείνουσας όσο και της αναθεωρητικής Βουλής, αποδεικνύεται από το σύνολο των σύγχρονων διεθνών δεδομένων και προσκλήσεων της εποχής μας, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονες και ταχύτατες αλλαγές. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του για το θέμα αυτό στο βιβλίο του «COVID-19: Η Μεγάλη Επανεκκίνηση» (The Great Reset), ο Κλάους Σβαμπ (ιδρυτής του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ), ο οποίος παρουσιάζοντάς μας ως δεδομένο το μέλλον, ωσάν ψευδοπροφήτης, ο οποίος έχει καταναλώσει φύλλα δάφνης, γράφει, ότι η ταχύτητα των αλλαγών στην σύγχρονη εποχή είναι εκθετική και πρωτοφανής, καθιστώντας την άμεση προσαρμογή των κοινωνιών και των οικονομιών αναγκαία. Η 4η βιομηχανική επανάσταση ή αλλιώς η 1η βιοτεχνολογική επανάσταση, με την άκρατη ψηφιακή μετάβαση, ανοίγει μία κερκόπορτα, η οποία οδηγεί στην μετάβαση από την κοινωνία και την έννομη τάξη του ανθρωπισμού στην κοινωνία και στην έννομη τάξη του μετανθρωπισμού με όχημα την τεχνητή νοημοσύνη. Μία ακόμη επικίνδυνη κερκόπορτα ανοίγουν οι λαθρομεταναστευτικές ροές και οι νέες μορφές οικονομικής διακυβέρνησης, άκρως επικίνδυνες για τα έθνη.
Β) Γιατί χρειάζεται συναίνεση, ποιο είναι το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο εντός του οποίου διεξάγεται η διαδικασία της Συνταγματικής αναθεώρησης και αν αυτό βοηθά στην εύρεση συναινέσεων
Β1) Η θεμελιώδης και αδιαμφισβήτητη σημασία της διαδικασίας της αναθεώρησης απαιτεί και να χαρακτηρίζεται αλλά και να είναι αποτέλεσμα κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης και μάλιστα ευρείας και να μην αποτελεί πεδίο πολιτικών αντιπαραθέσεων ή ακόμη χειρότερα θυσία στον βωμό της νομής και κατοχής της εξουσίας. Ο ουσιαστικός και βαθύς δημόσιος διάλογος, η ανταλλαγή επιχειρημάτων, η τεκμηρίωση όλων των απόψεων, οι οποίες προφανώς θα είναι και αντίθετες, με επιστημονικό και ευγενή τρόπο καθώς και ο σεβασμός στο ίδιο το σύνταγμα και άρα στις αξίες και τις αρχές, τις οποίες εκφράζει, πρέπει να είναι βασικά συστατικά στοιχεία της διαδικασίας αναθεώρησης, ώστε να θεωρηθεί επιτυχημένη, να βοηθά στην εξεύρεση της απαιτούμενης συναίνεσης και να ενισχύει την κοινωνική αποδοχή των αλλαγών.
Η κοινωνική και πολιτική συναίνεση όμως δεν είναι μία συνθήκη απλή, η οποία επιτυγχάνεται εύκολα και ούτε επιβάλλεται αυταρχικά. Αντιθέτως κερδίζεται καθημερινά μέσα από την ποιότητα και την ειλικρίνεια της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής, γιατί είναι θέμα πρωτίστως σεβασμού και εμπιστοσύνης. Η συναίνεση προκύπτει, όταν τα μέρη έχουν αποδείξει εμπράκτως και αδιαμφισβήτητα, την ποιότητα, το ήθος, την ακεραιότητα, την αγνότητα, την ειλικρίνεια και την αλήθεια τους, μέσα από την καθημερινή πρακτική. Τότε μόνο μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά, όταν αυτό το κλίμα έχει εδραιωθεί στην καθημερινή κοινωνική και πολιτική ζωή και πραγματικότητα, όταν έχει εδραιωθεί σε όλο το φάσμα της λειτουργίας των θεσμών της πολιτείας.
Β2) Όμως ποιο είναι το πλαίσιο της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας σήμερα στην Ελλάδα. Το πολιτικό σύστημα της λεγόμενης τρίτης ελληνικής δημοκρατίας ή αλλιώς της σύγχρονης μεταπολιτευτικής κομματοκρατίας, μπορεί φαινομενικά να δείχνει, ότι διαθέτει μία εσωτερική σταθερότητα και εύρυθμη λειτουργία, όμως η πραγματικότητα αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο.
Η έντονη απόκλιση ανάμεσα στο πώς πρέπει ιδανικά να λειτουργούν οι δημοκρατικοί θεσμοί με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους και στο πώς τελικά λειτουργούν καθημερινά στην πράξη είναι τεράστια.
Η φθίνουσα μετάπτωση σε μία μορφή εικονικής και φαινομενικής δημοκρατίας, στην λεγόμενη εκλόγιμη μοναρχία ή αιρετή ολιγαρχία μίας ελιτ, τα μέλη της οποίας ως αυλικοί ή μπράβοι περιβάλλουν και ανάγουν τον Πρωθυπουργό σε έναν αιρετό μονάρχη και εσχάτως σε «αφεντικό» με όρους μαφίας, ο οποίος κρυφακούει παράνομα τα στελέχη του και όχι μονο είναι μία πραγματικότητα.
Η βάση της πολιτικής μας ζωής έχει μετατραπεί σε ένα στενά ελεγχόμενο τηλεοπτικό διαφημιστικό θέαμα, με έναν εκχυδαϊσμένο δημόσιο πολιτικό λόγο, ο οποίος δημιουργεί οπαδούς και όχι σκεπτόμενους και ελεύθερους πολίτες, γιατί στοχεύει στο θυμοειδές και όχι στο νοητικό τους.
Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει, ότι η στρεβλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών σήμερα λόγω της κυβερνητικής αυθαιρεσίας οδηγεί τελικά στην αυτοαναίρεσή τους.
Η αναξιοκρατία, η διαφθορά και η έκπτωση των θεσμών, η ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να εγγυηθεί ακόμη και τα στοιχειώδη βιοτικά αγαθά για τους πολίτες, η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και της δημόσιας υγείας, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου και της δημοκρατικής αρχής ως οργανωτικών βάσεων του Πολιτεύματος, αποδεικνύουν περίτρανα όχι μόνο την αδυναμία και την έλλειψη πραγματικής διάθεσης από τα κόμματα να πράξουν τα δέοντα αλλά και δικαιολογούν το γιατί η κοινωνία μας αποσύρει σε πολύ μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη της προς αυτά.
Ο πλήρης εξευτελισμός του Ελληνικού μας Συντάγματος από την Κυβέρνηση, σε συνδυασμό με την αναξιοκρατία, την διαφθορά, την έκπτωση των θεσμών και αξιών, την ανικανότητα του κρατικού μηχανισμού να εγγυηθεί ακόμη και τα στοιχειώδη βιοτικά αγαθά για τους πολίτες, η υποβάθμιση της δημόσιας παιδείας και της δημόσιας υγείας, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, του κράτους δικαίου, της δημοκρατικής αρχής και της λαϊκής αντιπροσώπευσης ως οργανωτικών βάσεων του Πολιτεύματος, αποδεικνύουν περίτρανα όχι μόνο την αδυναμία και την έλλειψη πραγματικής διάθεσης από την κομματοκρατία να πράξει τα δέοντα αλλά και δικαιολογούν το γιατί η κοινωνία μας αποσύρει σε πολύ μεγάλο βαθμό την εμπιστοσύνη της προς την πολιτική και τα κόμματα.
Έχοντας μάλιστα υπόψιν, ότι με βάση το άρθρο 29 του Συντάγματος τα πολιτικά κόμματα οφείλουν να εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του Δημοκρατικού πολιτεύματος δεν μπορεί κάποιος παρά να μένει βαθειά σκεπτικός και να προβληματίζεται έντονα και με αγωνία για την χαμηλή ποιότητα και την επικίνδυνη και αντιδημοκρατική κυβερνητική πολιτική, η οποία έχει χαρακτηριστικά ολιγαρχίας. Δυστυχώς η κυβέρνηση έχει ταυτίσει το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας με το δικό της κομματικό συμφέρον, θεωρώντας, ότι το κράτος είναι ένα λάφυρο δικό της και όχι δημόσιος χώρος για κάθε Έλληνα.
Η λαϊκή δυσφορία για την κοινώς διαπιστούμενη δυσλειτουργία του αντιπροσωπευτικού συστήματος συνεχώς αυξάνει σε ένταση. Τα μέχρι τώρα πολιτικά κόμματα αποδείχθηκαν αδύναμα και απρόθυμα να εκπροσωπήσουν πλήρως και ουσιαστικά όλες τις κοινωνικές δυνάμεις. Δεν μπορούν πλέον να οργανώσουν αποτελεσματικά την πολιτική αντιπροσώπευση του συνόλου της κοινωνίας ούτε και να επιβεβαιώσουν το νόημα της πολιτικής συμμετοχής. Αντιθέτως τραυματίζουν βαθειά την κοινωνική συνοχή και τον υγιή δημοκρατικό πολιτικό συλλογισμό με την διχαστική κομματική ιδεολογία, προκαλώντας και ενισχύοντας μίση, πάθη και έριδες.
Ειδικά για την παρούσα αναθεώρηση, όπως την έθεσε στον δημόσιο διάλογο, όπως την εκκίνησε και όπως την χρησιμοποιεί η Κυβέρνηση, προκαλεί με τον χειρότερο τρόπο τα δημοκρατικά αισθήματα του Ελληνικού λαού. Υπό το βάρος της πολιτικής της φαυλότητας, των σκανδάλων της και εν όψει του κινδύνου να χάσει την εξουσία, την οποία τόσο ποθεί, θυσιάζει στον βωμό της πολιτικής της επιβίωσης, στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας την συνταγματική αναθεώρηση, για να κερδίσει χρόνο παραμονής στην εξουσία μήπως τυχόν και ξεχαστούν τα σκάνδαλά της, μήπως τυχόν και εξωραΐσει. Δυστυχώς η κυβέρνηση χειρίζεται την αναθεώρηση για να θεμελιώσει συνταγματικά την μοναρχία της με σκοπό την άλωση του κράτους και την εδραίωση του δικού της καθεστώτος.
Αυτή η παθογένεια αιτιολογεί γιατί μέχρι και σήμερα βασικό πολιτικό και κοινωνικό αίτημα μεταξύ των Ελλήνων πολιτών, εκτός των άλλων, είναι η άμεση ανάγκη για περισσότερη και ποιοτικότερη δικαιοσύνη και δημοκρατία, η οποία να τους προσφέρει περισσότερες δυνατότητες πολιτικής συμμετοχής, να τους υπολογίζει και να τους καθιστά όντως ενεργά πολιτικά υποκείμενα με αξία, δύναμη, γνώση και ποιότητα. Να τους ανάγει δηλαδή σε ουσιαστικούς πολιτικούς δρώντες. Είναι εξαιρετικά σημαντικό, ότι σήμερα εν έτει 2026 η πλειοψηφία του Ελληνικού λαού, όταν αυτή εκφράζεται όχι στις εκλογές, αλλά στις δημόσιες συγκεντρώσεις και στον ευρύτερο δημόσιο διάλογο, έχει ως βασικό πρόταγμα την δικαιοσύνη και την δημοκρατία, ως ζητούμενα.
Επιπλέον αυτή η παθογένεια θα πρέπει να προβληματίσει σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο και να αποτελέσει βασικό αίτιο περισυλλογής, ειλικρινούς αυτοκριτικής και λήψης σοβαρών και δραστικών αποφάσεων για το μέλλον της Ελλάδος. Είναι εξάλλου και ο βασικός λόγος γιατί είναι αδύνατο η Κυβέρνηση να εξασφαλίσει την απαιτούμενη κοινωνική και πολιτική συναίνεση για την διεξαγωγή μίας επιτυχούς συνταγματικής αναθεώρησης. Έχει απωλέσει κάθε ίχνος πολιτικής και εθνικής αξιοπιστίας.
Γ) Ποιο είναι το πρόβλημα της αναθεώρησης και του άρθρου 110Σ
Γ1) Ένα δομικό επιπλέον πρόβλημα ως προς την εύρεση συναίνεσης, το οποίο έχει επισημανθεί και στην ευρύτερη θεωρία του Ελληνικού συνταγματικού δικαίου, είναι ότι το άρθρο 110, το οποίο αφορά στην αναθεώρηση, μπορεί να ευνοεί την κομματική αντιπαράθεση, τις διαφωνίες και τελικά να δυσκολεύει την εύρεση και διαμόρφωση ουσιαστικών, ασφαλών και γνήσιων συναινέσεων. Η διαπίστωση αυτή υπό προϋποθέσεις μπορεί να οδηγήσει και σε ανάγκη για αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου για να γίνει πιο σαφές και συγκεκριμένο.
Αρχικά να σημειωθεί, ότι το άρθρο 110Σ με την ισχύουσα μορφή του εγείρει ζητήματα ως προς την λειτουργία των δύο Βουλών. Η διαδικασία της αναθεώρησης διεξάγεται και ολοκληρώνεται με δύο διαδοχικές Βουλές, προτείνουσα και αναθεωρητική, αφού έχουν μεσολαβήσει εθνικές εκλογές προκειμένου να υπάρξει λαϊκή νομιμοποίηση. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε αμφιβολίες, ερωτηματικά και ανασφάλεια για την παροχή συναίνεσης, γιατί ουδείς γνωρίζει τόσο την σύνθεση της επόμενης, αναθεωρητικής Βουλής και άρα ούτε και τις προθέσεις της. Την ανασφάλεια επιτείνει και το γεγονός του ότι η αναθεωρητική Βουλή, η οποία θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές, δεν δεσμεύεται καθόλου και σε τίποτα ως προς το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων. Η συναίνεση με την ισχύουσα διάταξη εστιάζεται στην προτείνουσα Βουλή, όπου όλα είναι ρευστά και δίνεται μόνο μια γενική κατεύθυνση, αντί να εστιάζεται στην αναθεωρητική, όπου θα έχουν διαμορφωθεί με ακρίβεια οι προτεινόμενες διατάξεις και θα έχουν λάβει οριστική μορφή. Στην ουσία πρόκειται για μία λευκή επιταγή, την οποία ζητά η εκάστοτε Κυβέρνηση να υπογράψουν τα κόμματα και να σύμφωνήσουν στην πρότασή της. Είναι τρόπον τινά μία υφαρπαγή της έγκρισης των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης, τα οποία όμως δεν έχουν κανένα απολύτως εχέγγυο από την επόμενη Κυβέρνηση, ότι θα τηρήσουν τον λόγο και τις δεσμεύσεις τους. Τα πολιτικά κόμματα μπορούν πολύ εύκολα και ειδικά η Κυβέρνηση, να εργαλειοποιήσει την πρώτη φάση της διαδικασίας για να ελέγξει την επόμενη. Το αποτέλεσμα λόγω της αβεβαιότητα ως προς τις αρμοδιότητες της δεύτερης Βουλής, είναι ότι αντί να ενισχύεται η συναίνεση, εντείνεται η πολιτική διαφωνία.
Γ2) Η διαδικασία αναθεώρησης δεν προβλέπει κανέναν θεσμοθετημένο μηχανισμό δημόσιας διαβούλευσης, συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών ή επιστημονικών φορέων, ώστε να εκφραστούν γνώμες απόψεις, ιδέες. Το αποτέλεσμα είναι, ότι οι εκάστοτε συναινέσεις διαμορφώνονται μόνο μέσα από τα κόμματα και την βούληση ή την υστεροβουλία, τις επιδιώξεις και σκοπιμότητές τους. Επιπλέον οι προβλεπόμενες πλειοψηφίες ενδέχεται να χρησιμοποιούνται από τα κόμματα εντελώς στρατηγικά και με γνώμονα αυστηρά την πολιτική τους επιβίωση, η οποία και θα καθορίσει το αν θα συναινέσουν ή όχι στην προτείνουσα Βουλή, αντί να κινηθούν με γνώμονα την εύρεση λύσεων. Το γεγονός αυτό προκαλεί περισσότερη πόλωση και πολιτικοποίηση αυξάνοντας την ένταση και το χάσμα μεταξύ των σχέσεων Κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Το αποτέλεσμα είναι η μετατροπή της αναθεώρησης σε χώρο στυγνής κομματικής αντιπαράθεσης αντί σε χώρο θεσμικού, δημοκρατικού και επιστημονικού διαλόγου. Όσο απουσιάζουν θεσμοί ουσιαστικού διαλόγου η επιζητούμενη συναίνεση θα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την πολιτική υστεροβουλία και τις στρατηγικές των πολιτικών κομμάτων.
Συνεπώς η διαδικασία αναθεώρησης στο άρθρο 110Σ και γενικά η δομική λογική της μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είναι αποδοτική καθότι εγκλωβίζεται περιοριζόμενη αποκλειστικά στον κομματικό χώρο και δεν επιτρέπει την ουσιαστική και εποικοδομητική συμμετοχή και συνδρομή της Ελληνικής κοινωνίας στην διαμόρφωση του καταστατικού χάρτη της χώρα, δηλαδή του Συντάγματος. Όσο η διαδικασία της αναθεώρησης παραμένει μέσα στα κομματικά στεγανά και αποτελεί αποκλειστική εσωτερική τους υπόθεση, η κοινωνία θα παραμένει παθητικός θεατής και θα καθίσταται αντικείμενο κομματικών πειραματισμών, κατάσταση η οποία αναπαράγει τις παθογένειες και τις στρεβλότητες της δημοκρατίας μας, η οποία χαρακτηρίζεται ως ελλειμματική. Η δημοκρατική αρχή και η λαϊκή κυριαρχία, ως οργανωτικές βάσεις του πολιτεύματός μας, δίνουν κάθε δικαίωμα και επιβάλλουν την συμμετοχή του εκλογικού σώματος στην διαδικασία, ως συνδιαμορφωτή και όχι ως απλού αποδέκτη των μετατροπών του Συντάγματος, γιατί το ερώτημα δεν είναι μόνο το πώς αναθεωρείται το Σύνταγμα αλλά και το ποιος και με ποια πρόθεση αποφασίζει για την αναθεώρησή του.
Δ) Γιατί η ΝΙΚΗ δεν συναινεί στην πρόταση της Κυβέρνησης για την συνταγματική αναθεώρηση
Για τους ανωτέρω λόγους η ΝΙΚΗ δεν έδωσε την συναίνεσή της και καταψήφισε συνολικά την πρόταση της Κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας για αναθεώρηση των προτεινόμενων από αυτήν άρθρων. Εκτός των άλλων μία Κυβέρνηση, όπως η τωρινή, η οποία εντελώς συνοπτικά :
- αντιμάχεται την Ορθόδοξη πνευματική, ιστορική και εθνική παρακαταθήκη της Ελλάδος
- αδυνατεί να αντιληφθεί την ιερότητα της αγέννητης ανθρώπινης ζωής εξ άκρας συλλήψεως
- πάσχει βαθύτατα από απώλεια αξιακής, ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας
- αδυνατεί να βιώσει καρδιακά τον Ελληνικό λαό, την Ελληνική ιδιοσυγκρασία και προσπαθεί να επιβιώσει πολιτικά εις βάρος του
- αποτελεί την κερκόπορτα εισαγωγής στην Ελλάδα της νέας εποχής και της επακολουθούμενης αποδόμησης του ανθρώπου
- αποδομεί σταθερά την Ελληνική παραδοσιακή οικογένεια και οδηγεί στον δημογραφικό αφανισμό και αντικατάσταση των Ελλήνων από αλλογενείς
- οδηγεί σταθερά και με υποχρεωτικό τρόπο, όπως ένα καθεστώς, στην εγκαθίδρυση του ψηφιακού ολοκληρωτισμού και εξαθλίωση της μοναδικότητας του προσώπου
- δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όχι στην προστασία της ιδιοκτησίας του Ελληνικού λαού
- θεωρεί το κράτος, το πολίτευμα και τις υπόλοιπες εξουσίες, λάφυρα και αντικείμενα απόλυτου ελέγχου της
- έχει οδηγήσει τον πολίτη να είναι αντικείμενο πολιτικών πειραματισμών και
- επέτρεψε με την συμπεριφορά και την ανοχή της να εισαχθούν στην πολιτική ζωή όροι μαφίας
- θυσίασε στον βωμό της ψηφοθηρίας και της κομματικής της επιβίωσης την ίδια την συνταγματική αναθεώρηση και άρα το σύνταγμα συνολικά
δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποτελεί επιλογή της ΝΙΚΗΣ για να δώσει σε αυτήν την συναίνεσή της.
Ε) Αιτιολόγηση ΝΙΚΗΣ επί ενός εκάστου άρθρου της πρότασης της Κυβέρνησης
Ειδικότερα ως προς κάθε ένα άρθρο της Κυβερνητικής πρότασης, η ΝΙΚΗ αιτιολογεί συνοπτικά την θέση της ως εξής :
Άρθρο 5 ή νέο άρθρο 5Β
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Η τεχνητή νοημοσύνη οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας ώστε να μετριάζονται οι κίνδυνοι και να αξιοποιούνται τα πλεονεκτήματα που προσφέρει.»
Θέση ΝΙΚΗΣ
Θεωρούμε, ότι είναι προσχηματική από την στιγμή κατά την οποία η ίδια η Κυβέρνηση προωθεί με τον πλέον ταχύτατο τρόπο την ψηφιακή μετάβαση και μάλιστα με τρόπο υποχρεωτικό, ο οποίος είναι αντίθετος σε κάθε έννοια δημοκρατίας και σεβασμού της ελευθερίας επιλογής του προσώπου. Για την κυβέρνηση έννοιες, όπως ελευθερία του ατόμου και ευημερία της κοινωνίας είναι εντελώς σχετικοί και ερμηνεύονται πολύ διαφορετικά από την ίδια καθαρά για λόγους σκοπιμότητας. Ειδικά το ζήτημα των υποχρεωτικοτήτων στην περίοδο της πανδημίας και το ζήτημα του προσωπικού αριθμού και του φακελώματος φανερώνει την απόλυτη κυβερνητική αντίληψη για το θέμα.
Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ στο σημείο αυτό ήταν να δημιουργηθεί νέο άρθρο, το οποίο να προστατεύει το δικαίωμα στην ζωή του αγέννητου παιδιού. Το άρθρο αυτό θα αναφέρει:
«Άρθρο 5Α (Νέο) – Δικαίωμα στη Ζωή
Το δικαίωμα στη ζωή είναι ιερό και απαραβίαστο και ισχύει εξ άκρας συλλήψεως του ανθρώπινου οργανισμού.»
Στην συζήτηση στην ολομέλεια πριν την έναρξη των εργασιών της επιτροπής θέσαμε ως ζήτημα, ότι πρέπει να προβλεφθούν στο Σύνταγμα η απαγόρευση του προσωπικού αριθμού και του ψηφιακού φακελώματος, μέριμνα του κράτους κατά του ψηφιακού ολοκληρωτισμού, κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μετρητών και της χρήσης τους στις συναλλαγές.
Άρθρα 14,15
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Διεύρυνση της προστασίας της ελευθερίας της έκφρασης σε σύγχρονα μέσα ενημέρωσης και αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Προστασία του δημοσιογράφου και έναντι του εργοδότη του».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Όταν η ενημέρωση παύει να υπηρετεί τον πολίτη και αρχίζει να υπηρετεί οικονομικά ή άλλα συμφέροντα, τότε πλήττεται η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και αποδυναμώνεται η ίδια η δημοκρατία. Δεν αμφισβητούμε την αξία της ελευθερίας του λόγου και της ενημέρωσης. Αντίθετα, τις υπερασπιζόμαστε. Όμως η ελευθερία δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς ευθύνη. Η συνταγματική επιταγή δεν είναι απλώς να υπάρχουν τηλεοπτικοί σταθμοί ελεύθεροι από λογοκρισία, αλλά να λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας, της δημοκρατίας και του πολιτισμού. Γι’ αυτό οφείλουμε να επανεξετάσουμε κατά πόσο η μέχρι σήμερα πορεία της τηλεόρασης ανταποκρίθηκε στο πνεύμα των άρθρων 14 και 15 και να διασφαλίσουμε ότι η ενημέρωση θα υπηρετεί ξανά τον πολίτη, την αλήθεια και το δημόσιο συμφέρον. Στο πλαίσιο αυτό και με βάση την σχετική πρόταση της Κυβέρνησης θεωρούμε, ότι είναι αναγκαίο τα κρατικά και δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα υπηρετούν την αντικειμενική ενημέρωση και συμβάλλουν στην προαγωγή της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας, της πολιτιστικής συνέχειας του Ελληνισμού και της ιστορικής του κληρονομιάς, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Αυτό δεν φαίνεται ούτε στην πρόταση της Κυβέρνησης ούτε και στην καθημερινή της πολιτική. Αντίθετα οι επιδόσεις της χώρας μας σε ό,τι αφορά στην ελευθερία του τύπου είναι απογοητευτικές και ανησυχητικές, καθότι η Ελλάδα κατέλαβε την 86η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2026 από τους Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα (RSF), σημειώνοντας μικρή άνοδο από την 89η θέση, αλλά παρέμεινε σταθερά στην τελευταία θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 16
Η κυβέρνηση πρότεινε:
«Κρατική μέριμνα για την προστασία και την προαγωγή της ελληνικής γλώσσας. Προστασία της ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του ελληνικού έθνους. Δυνατότητα παροχής ανώτατης εκπαίδευσης από νομικά πρόσωπα πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που μπορεί να έχουν δημόσιο ή ιδιωτικό χαρακτήρα με πλήρη αυτοδιοίκηση, υπό την εποπτεία του Κράτους και υπό τον όρο διασφάλισης υψηλού επιπέδου των παρεχομένων σπουδών.»
Θέση ΝΙΚΗΣ
Για την ΝΙΚΗ η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας δεν συνιστά απλή πολιτική επιλογή αλλά υπεράσπιση μιας ρητής συνταγματικής δέσμευσης. Το άρθρο 16 κατοχυρώνει την εκπαίδευση ως δημόσιο αγαθό, αναθέτει στο κράτος την ευθύνη παροχής της και διαμορφώνει ένα πλαίσιο που υπηρετεί την ισότητα, τη δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Οποιαδήποτε αποδυνάμωση των εγγυήσεων αυτών θα συνεπαγόταν αναθεώρηση μιας από τις κεντρικές κοινωνικές κατακτήσεις του ελληνικού συνταγματισμού. Η Ελληνική γλώσσα αποτελεί παγκόσμιο μνημείο για την αρτιότητα, την σαφήνεια και την πληρότητά της. Η λέξη «απαγορεύεται» έχει τόσο συγκεκριμένη σαφήνεια, σημασία και περιεχόμενο, ώστε δεν αφήνει κανένα περιθώριο άλλης ερμηνείας. Η Κυβέρνηση προσπαθώντας να αλλάξει το νόημα της λέξης «απαγορεύεται» προσπάθησε να κάνει τον ήλιο να ανατείλει από την Δύση. Οι νομικές και πολιτικές της ρητορείες, ώστε να μετατρέψει την λέξη «απαγορεύεται» σε «επιτρέπεται» είναι πιο φαύλες από τις ρητορείες των σοφιστών στην αρχαία Αθήνα. Η ΝΙΚΗ αντιτίθεται στην παραβίαση του ισχύοντος άρθρου 16 του Συντάγματος, το οποίο θεμελιώνει την δημόσια παιδεία.
Σε ό, τι αφορά στα άλλα δύο σημεία της πρότασης της Κυβέρνησης περί προστασίας και προαγωγής της Ελληνικής γλώσσας και περί προστασίας της Ελληνικής σημαίας ως συμβόλου του Ελληνικού Έθνους, η Κυβέρνηση δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τις προθέσεις της. Είχε την ευκαιρία να εισάγει αυτές τις προτάσεις σε παλαιότερες προτάσεις της για αναθεώρηση αλλά δεν το έκανε. Η απόλυτη υποταγή της όμως στην woke ιδεολογία της πολιτικής ορθότητας μας κάνει να πιστεύουμε, ότι θέτει αυτές τις προτάσεις ως θυσία στον βωμό της ψηφοθηρίας, προκειμένου να κερδίσει εντυπώσεις από το εκλογικό της κοινό και για να ωραιοποιήσει την εικόνα της ύστερα από τον ψευτο-γάμο λοάτκι, τον οποίο εκείνη εισήγαγε στην Ελλάδα.
Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ στο σημείο αυτό ήταν η κατοχύρωση στο Σύνταγμα του Εθνικού μας ύμνου, γιατί ως ΝΙΚΗ έχουμε γίνει μάρτυρες κακοποίησης του εθνικού μας ύμνου. Μάλιστα σε μία κραυγαλέα περίπτωση ο Πρόεδρός μας έχει προβεί σε νομικές ενέργειες.
Επίσης η ΝΙΚΗ πρότεινε το άρθρο αυτό να τροποποιηθεί ως εξής:
«H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.» Προτείνουμε επίσης με αυτήν την μορφή το άρθρο να προστατεύεται με ρήτρα αιωνιότητας και να ανήκει στις μη αναθεωρητέες διατάξεις. Κάθε τί άλλο διαφορετικό θα προστατεύεται με την γενική διάταξη περί θρησκευτικής ελευθερίας και ανεξιθρησκείας
Άρθρο 17
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Προστασία όχι μόνο της ιδιοκτησίας, αλλά της περιουσίας. Αποζημίωση για περιορισμό χρήσης χωρίς απαλλοτρίωση. Δυνατότητα μεταφοράς συντελεστή δόμησης (δυναμική πολεοδομία).Αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων κτηρίων για κοινωνικούς σκοπούς».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Η προστασία της ιδιοκτησίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή κάθε δημοκρατικού κράτους δικαίου. Ωστόσο, η κυβερνητική πολιτική σας των τελευταίων ετών δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς το κατά πόσο αυτή η αρχή εφαρμόζεται στην πράξη. Η στενή συνεργασία και η ανοχή σας απέναντι στις τράπεζες και τα επενδυτικά funds έχουν οδηγήσει σε ένα πλαίσιο όπου χιλιάδες πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο απώλειας της περιουσίας τους.Η μεταβίβαση δανείων σε funds, συχνά χωρίς ουσιαστικές δυνατότητες διαπραγμάτευσης για τους δανειολήπτες, έχει ενισχύσει την ανισορροπία μεταξύ οικονομικά ισχυρών φορέων και πολιτών. Παράλληλα, η επιτάχυνση των διαδικασιών πλειστηριασμών και η περιορισμένη προστασία της πρώτης κατοικίας αποδεικνύουν, ότι η Κυβέρνησή σας δίνει προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού συστήματος και όχι στην προστασία της ιδιοκτησίας του Ελληνικού λαού. Ως ΝΙΚΗ θεωρούμε, ότι είναι ελλιπής η πρόταση της Κυβέρνησης.
Η ΝΙΚΗ πρότεινε να προστεθεί στο ισχύον άρθρο του Συντάγματος μία παράγραφος, η οποία να λέει:
«Η πρώτη κατοικία τελεί υπό την απόλυτη προστασία του Κράτους. Απαγορεύεται η εκχώρηση απαιτήσεων που αφορούν την κύρια κατοικία σε τρίτους με όρους ευνοϊκότερους από αυτούς που προσφέρθηκαν στον οφειλέτη.
Απαγορεύεται ρητά η κατάσχεση ή ο πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας, στην οποία διαβιούν πρόσωπα με ποσοστό αναπηρίας που ορίζει ο νόμος».
Μόνο έτσι θα νιώσει πραγματική ασφάλεια ο Έλληνας πολίτης, η Ελληνική οικογένεια και θα μπορέσει να αναπτυχθεί και μόνο έτσι θα είναι ουσιαστική η προστασία της ιδιοκτησίας. Οτιδήποτε άλλο είναι ημίμετρο και ελλιπές.
Άρθρο 21
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Κρατική μέριμνα για προσιτή στέγη. Λήψη υπόψη διαγενεακής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης κατά τον σχεδιασμό των δημοσίων πολιτικών.»
Θέση ΝΙΚΗΣ
Προφανώς η Κυβέρνηση δεν έχει αντιληφθεί, τί λέει το άρθρο και πόσο έχει βλάψει με τις πολιτικές της την Ελληνική παραδοσιακή οικογένεια, την μητρότητα, την πατρότητα, το δημογραφικό. Τίναξε με την πολύχρωμη πολιτική της την βάση του έθνους στον αέρα, διέλυσε την ιερότητα του θεσμού του γάμου, υπακούοντας στην πολύχρωμη ιδεολογία ακύρωσης. Τα παιδιά μας σήμερα έχουν έλθει σε αδιέξοδο, γιατί οι συνολικές πολιτικές όσων κυβέρνησαν τα οδήγησαν σε ψυχικό τέλμα. Μέχρι και την παιδική ηλικία η Κυβέρνηση έθεσε σε κίνδυνο με τα προγράμματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Δεν χρειάζεται αναθεώρηση το άρθρο αυτό, χρειάζεται απλά σωστή και υπεύθυνη εφαρμογή του με αίσθημα εθνικής, πολιτικής, κοινωνικής και εθνικής ευθύνης.
Η ΝΙΚΗ στο άρθρο πρότεινε την προσθήκη άρθρων και εδαφίων ως εξής:
●Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, και ο γάμος, οριζόμενος ως ένωση ενός άνδρα και μίας γυναίκας τελούν υπό την προστασία του Κράτους
● Η δημογραφική ανάπτυξη του ελληνικού Έθνους αποτελεί πρωταρχική αποστολή της Πολιτείας
● Απαγόρευση δημογραφικής αποκατάστασης μέσω αλλογενών πληθυσμών. Η δημογραφική αποκατάσταση του Έθνους αποτελεί υπέρτατο σκοπό του Κράτους και δεν δύναται να επιδιώκεται μέσω της αποδοχής αλλογενών πληθυσμών.
●Καθιερώνονται αυστηρές ποσοστώσεις στην παραμονή αλλοδαπών και απαγορεύεται η νομιμοποίηση όσων εισέρχονται παράνομα στην Επικράτεια.
●Η πολύτεκνη οικογένεια τυγχάνει πλήρους φορολογικής απαλλαγής και ειδικής στεγαστικής μέριμνας
●Τα πρόσωπα με αναπηρία έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την πλήρη αυτονομία, την αξιοπρεπή διαβίωση, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.
●Η Πολιτεία αναγνωρίζει την ιερότητα του προσώπου και υποχρεούται να παρέχει ειδική προστασία και φροντίδα, διασφαλίζοντας την απρόσκοπτη πρόσβασή τους σε κοινωνικές υπηρεσίες και αγαθά.
●Απαγορεύεται ρητά η κατάσχεση ή ο πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας, στην οποία διαβιούν πρόσωπα με ποσοστό αναπηρίας που ορίζει ο νόμος.
● Για τον συντονισμό της εθνικής αναπηρικής πολιτικής, συνιστάται αυτοτελής κυβερνητικός φορέας, με αποκλειστική αρμοδιότητα τη μέριμνα και την προστασία των προσώπων με αναπηρία και των οικογενειών τους.»
Άρθρο 24
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής, την αποτελεσματική διαχείριση των υδάτινων πόρων, την ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την κατοχύρωση του περιβαλλοντικού ισοζυγίου σε κάθε κρατική παρέμβαση και την προστασία των ζώων».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Θεωρούμε, ότι η Κυβέρνηση χρησιμοποιεί την έννοια της λεγόμενης κλιματικής αλλαγής για να δώσει συνταγματική κάλυψη στην πολιτική της με την οποία τα βουνά μας γεμίζουν με ανεμογεννήτριες και οι εύφοροι κάμποι της πατρίδας μας με φωτοβολταϊκά μεγάλων εταιρειών. Για να καλύψει το σχέδιό της που έχει ανακοινώσει και ο Πρωθυπουργός να γίνει η Ελλάδα μπαταρία της Ευρώπης. Αυτό είναι το όραμά της, τα τεράστια data center, τα οποία θα συγκεντρώνουν τα προσωπικά μας δεδομένα ξοδεύοντας ταυτόχρονα τεράστιες ποσότητες νερού.Είναι φθηνό όραμα για την Ελλάδα, δεν της αξίζει κάτι τόσο μικρό.
Η ΝΙΚΗ στο άρθρο πρότεινε :
«Α. Προσθήκη παραγράφου στο Άρθρο 24 (ή νέο Άρθρο 24Β):
1. Η προστασία της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας, των βοσκοτόπων και του δασικού πλούτου της Χώρας αποτελεί υπέρτατο δημόσιο συμφέρον, άρρηκτα συνδεδεμένο με την εθνική ασφάλεια και τη διατροφική επάρκεια του Ελληνικού Λαού.
2. Απαγορεύεται ρητά η εγκατάσταση σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), ιδίως φωτοβολταϊκών συστημάτων και ανεμογεννητριών, εντός:
α) Δασών και προστατευόμενων δασικών οικοσυστημάτων.
β) Περιοχών που υπάγονται στο ευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας Natura.
γ) Γεωργικών γαιών υψηλής παραγωγικότητας και ενεργών βοσκοτόπων.
3. Η χωροθέτηση και εγκατάσταση έργων Α.Π.Ε. σε επιτρεπόμενες περιοχές (όπως ακατοίκητες βραχονησίδες ή στέγες κατοικιών) διενεργείται αποκλειστικά βάσει ειδικού Εθνικού Χωροταξικού Σχεδίου και τελεί υπό την απαρέγκλιτη προϋπόθεση της προηγούμενης σύμφωνης γνώμης των πληθυσμών των οικείων δήμων και κοινοτήτων.
Β. Νέο άρθρο:
Άρθρο 24Γ- (Προστασία και Επαναπατρισμός της Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Γένους)
1. Ο αρχαιολογικός πλούτος και τα ιστορικά μνημεία της Χώρας αποτελούν αναπαλλοτρίωτη εθνική περιουσία, τελούν υπό την απόλυτη προστασία του Κράτους και εξαιρούνται ρητά από κάθε διαδικασία ιδιωτικοποίησης, εκποίησης ή μεταβίβασης σε φορείς διαχείρισης ιδιωτικών συμφερόντων.
2. Το Κράτος έχει την απαρέγκλιτη υποχρέωση να ασκεί συστηματική και διαρκή πίεση για τον επαναπατρισμό ελληνικών αρχαιοτήτων που βρίσκονται εκτός Ελλάδος.
3. Η Πολιτεία μεριμνά για την προστασία των ελληνιστικών και χριστιανικών μνημείων που πιστοποιούν την αδιάλειπτη παρουσία του Ελληνισμού και της Ρωμηοσύνης διεθνώς, υποστηρίζοντας αρχαιολογικές αποστολές και διεθνείς έρευνες.
4. Κατοχυρώνεται η στελέχωση των Σωμάτων Ασφαλείας και του Λιμενικού Σώματος με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό για τη διενέργεια ερευνών προς ανεύρεση αρχαίων ναυαγίων και την προστασία της ενάλιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
5. Η ίδρυση αρχαιολογικών μουσείων και πολιτιστικών δομών σε στρατηγικά σημεία της Επικράτειας αποτελεί μέσο για την πνευματική θωράκιση και την κατοχύρωση των εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.»
Άρθρο 29
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Τα κόμματα λαμβάνουν υπ’ όψιν αρχές δημοκρατικής λειτουργίας. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας πολιτικού κόμματος. Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 ελέγχει τη συνδρομή των προϋποθέσεων συμμετοχής του πολιτικού κόμματος στις εκλογές».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο θεσπίστηκε, για πρώτη φορά όπως προαναφέρθηκε με το Σύνταγμα του 1975, με βασικό σκοπό την κατοχύρωση στο σύνταγμα του πολυκομματισμού, την διασφάλιση, ότι τα κόμματα λειτουργούν μέσα στο λεγόμενο δημοκρατικό πλαίσιο καθώς και ότι θα αποφευχθούν πολιτικές διώξεις ή αυθαίρετες απαγορεύσεις κομμάτων. Το ερώτημα είναι απλό και προκύπτει από την καθημερινή κοινωνική και πολιτική ζωή : με τόσα σκάνδαλα τόσο η παρούσα, όσο και τα κόμματα που κυβέρνησαν, σε τί προάγουν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος με την λειτουργία και την δομή σας; Σε τί σέβονται τους Δημοκρατικούς θεσμούς και τους Έλληνες πολίτες; Απάντηση : σε τίποτα απολύτως. Ειδικά για την Κυβέρνηση της Ν.Δ. και την περίπτωση των παράνομων παρακολουθήσεων, όπου είναι ξεκάθαρο, ότι παρακολουθούσε ο Πρωθυπουργός και Πρόεδρος του κόμματος τα στελέχη του και όχι μόνο δεν έχουν τολμήσει ούτε να διαμαρτυρηθούν ούτε καν να ψελλίσουν τίποτα! Με ποιο έρεισμα προτείνει άραγε η Κυβέρνηση αναθεώρηση του άρθρου 29, την στιγμή, όπου το καταστρατηγεί ευθέως. Η πρόταση αυτή είναι γενική, αόριστη και επικίνδυνη για το πολίτευμα, γιατί προτείνετε με νόμο, τον οποίο εσείς θα φτιάξετε και εσείς θα ψηφίσετε, να καθορίζονται, οι προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας ενός πολιτικού κόμματος με βάση τις αρχές της δημοκρατικής λειτουργίας γενικά και ότι η ηγεσία του ΑΕΔ στην οποία εσείς εμμέσως έχετε λόγο θα ελέγχει δικαστικά τις προϋποθέσεις αυτές. Και είναι προκλητικό, γιατί προτείνετε για την ανάδειξη της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων, οι προαγωγές να γίνονται δήθεν τάχα χωρίς την ανάμειξη της κυβέρνησης αλλά όμως από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία η Κυβέρνηση θα έχει την πλειοψηφία. Η πρόταση είναι προσπάθεια να καθιερώσει στο Σύνταγμα την πολιτικής ολιγαρχία, με την οποία κυβερνά. Όσο η κυβέρνηση σας επιλέγει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων δεν μπορούμε να μιλάμε για Συνταγματικό Δικαστήριο, γιατί θα έχουμε λιγότερη δημοκρατία.
Η ΝΙΚΗ πρότεινε προσθήκη παραγράφου στο ισχύον άρθρο του Συντάγματος, η οποία έχει ως εξής :
«Α) Απαγορεύεται ο τραπεζικός δανεισμός πολιτικών κομμάτων ώστε να προστατευθεί η ακεραιότητα των αποφάσεων του νομοθετικού και εκτελεστικού σώματος. Η χρηματοδότησή τους επιτρέπεται μόνο από κρατική επιχορήγηση, ίδιους πόρους και ιδιωτικές εισφορές που προβλέπονται από τον νόμο. Υπάρχουσες οφειλές τραπεζικού δανεισμού κομμάτων δεν παραγράφονται αλλά οφείλουν να εξυπηρετηθούν με εγγύηση της περιουσίας των μελών των κομμάτων αυτών.
Β) Συμψηφισμός της κρατικής επιχορήγησης των κομμάτων με τα χρέη τα οποία έχουν εκείνα ή αλλιώς να υπάρξει αναστολή της κρατικής επιχορήγησης μέχρι την εξόφλησή των οφειλών. Επιπλέον η απουσία οφειλών σε ένα πολιτικό κόμμα ή η ύπαρξη οφειλών μέχρι ενός λογικού ύψους, με βάση την τρέχουσα χρηματοδότηση του να αποτελεί προϋπόθεση για την συμμετοχή ενός κόμματος στις εκλογές ».
Άρθρο 30 παρ. 1, 5
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Μια εξαετής θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Η αναθεώρηση του 1986, την οποία έκανε το ΠΑΣΟΚ, ήταν στην κυριολεξία χειρουργικό χτύπημα, γιατί οδήγησε στην ουσιαστική αποδυνάμωση του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας και στην υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του εκάστοτε πρωθυπουργού. Αντί να προσχωρήσει σε μία ισορροπημένη λύση, επέλεξε την σχεδόν πλήρη αφαίρεση των ουσιαστικών προεδρικών αρμοδιοτήτων. Αντί να ενισχύσει τους θεσμούς ελέγχου και ισορροπίας, περιόρισε τις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, έναν από τους βασικούς μηχανισμούς θεσμικής εξισορρόπησης. Ήταν το άνοιγμα της κερκόπορτας, ώστε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σήμερα, να αποτελεί ένα πολιτειακό όργανο, χωρίς καμία ουσιαστική αρμοδιότητα στην εκάστοτε Πρωθυπουργοκεντρική εξουσία, η οποία θεωρεί το κράτος λάφυρο, όπως θεωρεί σήμερα η Κυβέρνηση της Ν.Δ. Ήταν η στιγμή η εγκαθίδρυσης ενός φαύλου παραδείγματος υπερβολικής πρωθυπουργικής κυριαρχίας στο οποίο ο πολίτης δεν υπάρχει πουθενά.Αυτό ήταν το όνειρο του ΠΑΣΟΚ να έχει ένα κράτος λάφυρο και αυτό πραγματώνει και σήμερα η κυβέρνηση.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 30 του Συντάγματος αναφορικά με τη θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι παρέμβαση προσχηματική και άνευ ουσίας. Έχει ελάχιστη σημασία η διάρκεια της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας, όταν τον έχετε αποψιλώσει από κάθε ουσιαστική αρμοδιότητα.
Ως θέση αρχής ως ΝΙΚΗ υιοθετούμε την περιορισμένη χρονική διάρκεια της θητείας στα αιρετά δημόσια αξιώματα και για τον λόγο αυτό εκφράζουμε προβληματισμό με την αύξηση της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας από τα 5 στα 6 έτη, έστω και αυτή εξισορροπείται από την απαγόρευση της επανεκλογής. Αυτό όμως που θεωρούμε ότι έχει σημασία είναι πρώτον η ενίσχυση των Προεδρικών αρμοδιοτήτων, ώστε να αποτελεί πραγματικό αντίβαρο στον μονάρχη-Πρωθυπουργό και δεύτερον η αλλαγή του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, ώστε να ενισχυθεί η λαϊκή νομιμοποίηση του θεσμού.
Θυμίζουμε, ότι προς την κατεύθυνση αυτή κινούνταν η πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης του 2014 που είχε προσυπογράψει ο κύριος Μητσοτάκης. Δυστυχώς, όμως, η επιλεκτική αμνησία της Κυβέρνησης, καταδεικνύει την πρόθεσή της, που είναι η εξυπηρέτηση μικροκομματικών σκοπιμοτήτων και όχι η ουσιαστική μεταρρύθμιση που έχει ανάγκη το Σύνταγμα. Αυτές τις σκοπιμότητες υπηρέτησε η Κυβέρνηση όταν το 2019 αποφάσισε την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας με την πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Πρόκειται για την χαριστική βολή, σε έναν θεσμό που αποτελεί τον ρυθμιστή του πολιτεύματος μας. Υποβιβάστηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε πρόσωπο διορισμένο από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία και κατ’ επέκταση από τον παντοδύναμο πρωθυπουργό. Καταστράφηκε με τον τρόπο αυτό το κύρος του Προέδρου, όπως ακριβώς με την κυβερνητικά διορισμένη ηγεσία της δικαιοσύνης.
Άρθρο 41 παρ. 2, 5
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Κατάργηση διάλυσης της Βουλής για εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας. Διάλυση με πρόταση της Κυβέρνησης και απόφαση της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής (αυτοδιάλυση Βουλής)».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Σε ό, τι αφορά στην πρόταση για την αλλαγή του άρθρου 41 παρ. 2,5 η Κυβέρνηση προτείνει κάτι ασαφές και αντιφατικό. Από την μία λέει να μην μπορεί να διαλυθεί η Βουλή για κρίσιμο εθνικό θέμα και από την άλλη προτείνει να μπορεί να διαλυθεί η Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης και απόφασης της Βουλής, αυτοδιάλυση όπως λέτε, για ανανέωση της λαϊκής εντολής.
Είναι κατά την γνώμη μας μία πονηρή πρόταση και οδηγεί σε κατάχρηση εξουσίας από την Κυβέρνηση, γιατί θα μπορεί η Κυβέρνηση να διαλύει την Βουλή, όποτε εκείνη θέλει, στον χρόνο τον οποίο θα κρίνει, ότι μπορεί να αιφνιδιάσει τους πολιτικούς της αντιπάλους και να οδηγήσει την χώρα σε εθνικές εκλογές με την ψευδεπίγραφη αιτιολογία της δήθεν ανανέωσης της λαϊκή εντολής.
Ο πραγματικός σκοπός είναι, όποτε κρίνει η Κυβέρνηση να χρησιμοποιεί τις εθνικές εκλογές ως εργαλείο, προκειμένου να εξασφαλίσει την νομή και την κατοχή της εξουσίας λες και είναι εμπράγματο δικαίωμά της. Είναι μία ακόμη απόδειξη, ότι χρησιμοποιεί την συνταγματική αναθεώρηση για το προσωπικό της πολιτικό όφελος.
Η θέση μας είναι ότι ένας πραγματικά ανεξάρτητος και με ισχυρή νομιμοποίηση Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα πρέπει να αποτελεί αποτελεσματικό αντίβαρο και εμπόδιο απέναντι σε τέτοιες μεθοδεύσεις.
Άρθρο 44 παρ. 2
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Εισαγωγή κανόνων καλής διενέργειας των δημοψηφισμάτων: Το ερώτημα πρέπει να διατυπώνεται με τρόπο εύληπτο και κατανοητό για τους πολίτες. Μεταξύ της προκήρυξης και της διενέργειας του δημοψηφίσματος πρέπει να μεσολαβεί επαρκής χρόνος τουλάχιστον είκοσι ημερών».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Έχοντας στην μνήμη το παράδειγμα την ολέθρια περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα, θεωρούμε την Κυβερνητική πρόταση ελλιπή και προσχηματική, όπως και η διαβούλευση των νόμων, η οποία κυμαίνεται από 7 μέρες έως 21 ημέρες. Δεν αρκούν είκοσι ημέρες για να γίνει σοβαρός, ουσιαστικός, βαθύς και ενδελεχής διάλογος και μελέτη για ένα δημοψήφισμα. Η Venice Commission (Επιτροπή της Βενετίας του Συμβουλίου της Ευρώπης) θεωρεί ως ελάχιστο δημοκρατικό πρότυπο τις 4 εβδομάδες μεταξύ προκήρυξης και ψηφοφορίας, ενώ συνιστά αρκετούς μήνες προετοιμασίας όπου είναι δυνατόν. Το ίδιο προσχηματική ήταν και η ρύθμιση για την λαϊκή νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία εισήχθη στο σύνταγμά μας το 2019 και εσείς ακόμη να ψηφίσετε τον εκτελεστικό νόμο.
Η ΝΙΚΗ στηρίζει τα δημοψηφίσματα ως βασικά εργαλεία έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας και έχουμε ως επιδίωξη οι πολίτες να αποφασίζουν για θεμελιώδη ζητήματα οι ίδιοι, αντί να περιορίζονται αυστηρά στην ανάδειξη αντιπροσώπων
Άρθρο 47 παρ. 3, 4
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Κατάργηση της δυνατότητας παροχής αμνηστίας για πολιτικά εγκλήματα».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένας ενιαίος, κοινώς αποδεκτός ορισμός των πολιτικών εγκλημάτων. Μπορεί ο όρος να χρησιμοποιείται στο Ελληνικό δίκαιο αλλά όμως η ακριβής του έννοια αποτελεί μέρος μίας γενικής θεωρητική και νομικής συζήτησης. Θεωρούμε, ότι έπρεπε να προηγηθεί στον ευρύτερο δημόσιο πολιτικό διάλογο μία συζήτηση με όλες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις και στο τέλος να υπήρχε μία κοινώς αποδεκτή νομική προσέγγιση και ορισμός. Υπό την έννοια αυτή, θεωρούμε, ότι είναι μία πρόταση προσχηματική και χωρίς βάση πρόταση της Κυβέρνησης.
Άρθρο 51 παρ. 4
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο και για τους εκλογείς που βρίσκονται εντός της Επικράτειας».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Με την πρότασή της η Κυβέρνηση λέει να δοθεί η δυνατότητα άσκησης του εκλογικού δικαιώματος με επιστολική ψήφο και για τους εκλογείς, οι οποίοι ευρίσκονται εντός της Ελλάδος. Δεν μας κάνει εντύπωση η πρότασή σας, ειδικά την περίοδο την οποία διανύουμε. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται η Κυβέρνηση, έχει προκαλέσει τεράστια δυσαρέσκεια και απογοήτευση στους Έλληνες. Στο Σύνταγμα, υπάρχει μία μεθόδευση, η οποία αποκαλύπτεται με μια μικρή αλλά σημαντική αλλαγή που επέφερε η αναθεώρηση του 2001. Η παράγραφος 5 του Συντάγματος του 1975 προέβλεπε ότι νόμος ορίζει τις εξαιρέσεις από την υποχρεωτική ψήφο και τις ποινικές κυρώσεις. Με την κατάργηση αυτής της συνταγματικής πρόβλεψης, κατέστη η υποχρεωτικότητα της ψήφου, κενό γράμμα. Μετατράπηκε η νομική υποχρέωση της ψήφου, που ανατρέχει στην άμεση δημοκρατία της αρχαίας Αθήνας σε απλή διακήρυξη. Αν λοιπόν θεωρεί η Νέα Δημοκρατία, ότι η λύση στην αντιμετώπιση της αποχής είναι η παροχή δυνατότητας στους εκλογείς εντός επικράτειας να ψηφίζουν με επιστολική ψήφο, είναι σε εντελώς λάθος κατεύθυνση. Όπως σε εντελώς λάθος και επικίνδυνη κατεύθυνση είναι η Κυβέρνηση όσο προωθεί την ηλεκτρονική δημοκρατία σε γενικεύμενη μορφή, κάτι με το οποίο διαφωνούμε. Η Δημοκρατία για την ΝΙΚΗ είναι γιορτή, είναι συμμετοχή, είναι δημιουργία, είναι πρόοδος, είναι επαφή και επικοινωνία, είναι διαλεκτική, είναι ύμνος στην μοναδικότητα του προσώπου και της μοναδικότητας της γνώμης του, την οποία έχει θεμελιώδες δικαίωμα και υποχρέωση να την εκφράζει ελεύθερα. Εκτός των άλλων τίθενται και ζητήματα συνταγματικότητας υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ιδίως ως προς τη μυστικότητα, την εγκυρότητα και τη χρονική εγγύτητα της ψήφου προς την ημέρα των εκλογών. Δεν υπάρχει πραγματική και ουσιαστική ανάγκη για κατοχύρωση της επιστολικής ψήφου εντός της επικράτειας. Η επιστολική ψήφος αναπτύχθηκε διεθνώς – όχι όμως χωρίς προβλήματα και ενίοτε καταγγελίες για νοθεία. Για τους εκλογείς εντός επικρατείας το μέτρο αυτό δεν πληροί την αρχή της αναλογικότητας, διότι επιλέγει μια λύση με υψηλότερους κινδύνους για τη μυστικότητα και την ακεραιότητα της ψήφου ενώ υπάρχουν λιγότερο παρεμβατικές εναλλακτικές, όπως περισσότερα εκλογικά τμήματα, ψήφος στον τόπο κατοικίας για όσους έχουν σοβαρά κινητικά προβλήματα, κρατικές διευκολύνσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, διευκόλυνση της άσκησης του εκλογικού δικαιώματος εκτός της εκλογικής περιφέρειας για ειδικές κατηγορίες πολιτών, όπως οι εποχικοί εργαζόμενοι στον τουρισμό. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το άρθρο 51 παρ. 3 του Συντάγματος κατοχυρώνει τη μυστική ψηφοφορία. Με την υπάρχουσα διαδικασία στο εκλογικό τμήμα η μυστικότητα προστατεύεται θεσμικά με το παραβάν, με την εφορευτική επιτροπή, με τον δικαστικό αντιπρόσωπο, με την απαγόρευση παρουσίας τρίτων.
Άρθρο 54 παρ. 1, 3
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Το εκλογικό σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει εύλογη αναλογικότητα και κυβερνησιμότητα της χώρας. Με νόμο μπορεί να προβλέπεται ότι η επικράτεια διαιρείται σε ελάσσονες και μείζονες περιφέρειες».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Η κυβερνητική πρόταση αποδεικνύει, ότι θέλει ένα εκλογικό σύστημα, το οποίο να εξασφαλίζει για εκείνη και τους πρόθυμους υποστηρικτές ή ενδεχόμενους συνεργάτες την νομή και κατοχή της εξουσίας. Αυτό είναι μία ξεκάθαρη έκφανση της λεγόμενης κομματοκρατίας. Για να επιτευχθεί λοιπόν η υπέρβαση της λεγόμενης κομματοκρατίας απαιτούνται θεσμοί, οι οποίοι να ενισχύουν την πραγματική αντιπροσώπευση. Χρειαζόμαστε ένα εκλογικό σύστημα που περιορίζει την απόλυτη κυριαρχία των κομμάτων και αποκαθιστά την αντιπροσωπευτικότητα. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με ενιαία ψηφοδέλτια σε διευρυμένες εκλογικές περιφέρειες. Μια καλή αρχή θα γινόταν με τα ψηφοδέλτια για τον απόδημο Ελληνισμό. Δυστυχώς δεν εισακουστήκαμε. Τα ενιαία ψηφοδέλτια δεν αποκλείουν την ένταξη των υποψηφίων σε κόμματα ούτε των εκλεγμένων βουλευτών σε κοινοβουλευτικές ομάδες. Επιτρέπουν όμως στους πολίτες να επιλέγουν αυτούς που θεωρούν πιο άξιους μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων χωρίς να δεσμεύονται από τις κομματικές λίστες. Για τη ΝΙΚΗ η κατάργηση της κομματοκρατίας δεν είναι σύνθημα. Είναι συγκεκριμένη πολιτική πρόταση. Θα μπορούσε η Κυβέρνηση να πράξει το αυτονόητο, να υιοθετήσει την απλή και ανόθευτη αναλογική, χωρίς μπόνους εδρών και χωρίς τεχνητές ενισχύσεις του πρώτου κόμματος. Η απλή αναλογική αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη βούληση του εκλογικού σώματος και περιορίζει τη δυνατότητα ενός κόμματος να αποκτά δυσανάλογη εξουσία σε σχέση με την εκλογική του δύναμη. Γιατί το Κοινοβούλιο οφείλει να εκπροσωπεί πραγματικά την κοινωνία, όχι τα κομματικά επιτελεία. Όσον αφορά το αντεπιχείρημα και αφήγημα της κυβερνησιμότητας το καταρρίπτουμε απερίφραστα και με ευκολία: Αυτοδύναμες κυβερνήσεις οδήγησαν υπερχρέωσαν την χώρα και την οδήγησαν στα καταστροφικά μνημόνια. Αυτοδύναμες κυβερνήσεις γεννούν διαρκώς διαφθορά και σκάνδαλα. Αυτοδύναμες κυβερνήσεις, εκπέμπουν στην αναθεωρητική Τουρκία μηνύματα αδυναμίας και υποχωρητικότητας. Αυτοδύναμες κυβερνήσεις αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την δημογραφική κατάρρευση της χώρας και την πληθυσμιακή αντικατάσταση του γηγενούς πληθυσμού.
Στο θέμα της πρότασης για την δυνατότητα διαίρεσης της χώρας σε μείζονες και ελάσσονες περιφέρειες διαφωνούμε κατηγορηματικά. Με την εφαρμογή αυτού του συστήματος θα δημιουργηθούν βουλευτές δύο ταχυτήτων. Στην χαμηλή βαθμίδα θα έχουμε τους βουλευτές των μονοεδρικών περιφερειών και στην υψηλή βαθμίδα θα έχουμε τους βουλευτές των μεγάλων εκλογικών περιφερειών. Μια πολιτική ελίτ που θα οφείλει την εκλογή της στην τηλεοπτική υπερπροβολή και στις πολυδάπανες εκλογικές καμπάνιες. Αν τώρα όλα τα παραπάνω συνδυαστούν με την κατάργηση της σταυροδοσίας και την διενέργεια εκλογών με λίστα, έχουμε την πλήρη εικόνα και θέλουμε να την μοιραστούμε με τον Ελληνικό Λαό: Θα έχουμε έναν παντοδύναμο πρωθυπουργό που διορίζει τους υπουργούς του, διορίζει την ηγεσία της δικαιοσύνης, διορίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και που τελικώς θα διορίζει και τους βουλευτές του. Μια εκλόγιμη μοναρχία μασκαρεμένη ως κοινοβουλευτική δημοκρατία.
Άρθρα 56, 57:
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Μεταφορά στον νόμο του λεπτομερειακού καταλόγου κωλυμάτων και ασυμβιβάστων. Καθιέρωση γενικών αρχών στο Σύνταγμα και εξουσιοδότηση νόμου για εφαρμογή από μεθεπόμενες εκλογές ή αμέσως με πλειοψηφία δύο τρίτων».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Τα άρθρα 56 και 57 δεν περιέχουν απλές τεχνικές ρυθμίσεις αλλά θεμελιώδεις εγγυήσεις ακεραιότητας του κοινοβουλευτικού συστήματος και ως εκ τούτου πρέπει οι ρυθμίσεις τους να παραμείνουν αναλυτικά διατυπωμένες στο επίπεδο του Συντάγματος, ώστε να μην μπορούν να μεταβάλλονται εύκολα από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, στον βωμό του πολιτικού καιροσκοπισμού. Αν οι λεπτομέρειες των κωλυμάτων εκλογιμότητας μεταφερθούν στον κοινό νόμο, όπως προτείνει η Κυβέρνηση, είναι ξεκάθαρο, ότι μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία, θα μπορεί πολύ ευκολότερα να τροποποιεί τους κανόνες που αφορούν τους ίδιους τους βουλευτές. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο νόθευσης της δημοκρατικής διαδικασίας χωρίς τις ασφαλιστικές δικλίδες του Συντάγματος. Τα κωλύματα εκλογιμότητας και τα ασυμβίβαστα υπάρχουν για να προστατεύουν την δημοκρατία από συγκρούσεις συμφερόντων και εφόσον αφορούν τον πυρήνα της αντιπροσωπευτικής λειτουργίας του πολιτεύματος, πρέπει να κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και όχι να μεταβάλλονται εύκολα με έναν κοινό νόμο.
Η ΝΙΚΗ στο άρθρο πρότεινε να προστεθούν στο ισχύον άρθρο τα εξής κωλύματα και ασυμβίβαστα με την βουλευτική ιδιότητα:
«Η θέση του Βουλευτή πρέπει να είναι ασυμβίβαστη με αυτήν του Υπουργού.Να απαγορεύεται η κατοχή δημόσιου αξιώματος από πρόσωπα που συμμετέχουν σε μυστικές οργανώσεις ή σε οργανώσεις των οποίων οι δεσμεύσεις ή όρκοι αντίκεινται στα καθήκοντα πίστης προς το Σύνταγμα.Να διενεργείται πλήρης και διαρκής έλεγχος της περιουσιακής κατάστασης των βουλευτών, των Υπουργών και των οικείων τους πριν, κατά και μετά τη θητεία τους, όπως νόμος ορίζει».
Άρθρο 60
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Θωράκιση θεσμικού ρόλου του βουλευτή κατά την άσκηση της νομοθετικής και ελεγκτικής του αρμοδιότητας και κατά την επικοινωνία με την εκλογική του περιφέρεια, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κανονισμό της Βουλής και αντίστοιχη υποχρέωση των μελών της Κυβέρνησης να ανταποκρίνονται στον κοινοβουλευτικό έλεγχο».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 60 κατοχυρώνει ότι ο βουλευτής πρέπει να μπορεί να ψηφίζει και να εκφράζεται ελεύθερα μέσα στη Βουλή, χωρίς φόβο ποινικών ή άλλων συνεπειών για τις κοινοβουλευτικές του θέσεις. Η πρόταση της Κυβέρνησης δεν αλλάζει κάτι ως προς την αρχή της ανεξαρτησίας και ελεύθερης γνώμης και ψήφου των βουλευτών, τόσο ως προς το νομοθετικό όσο και ως προς το κοινοβουλευτικό έργο. Για το πρώτο θέμα της προστασίας του βουλευτή κατά την επικοινωνία του με τους πολίτες της εκλογικής του περιφέρειας θεωρούμε, ότι είναι άκρως περιττή και προσχηματική η πρόταση της Κυβέρνησης. Προέρχεται από το ξεσκέπασμα του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ και προφανώς από τις ομιλίες, τις οποίες κατέγραψαν οι επισυνδέσεις. Ο Βουλευτής μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιήσει τα μέσα Κοινοβουλευτικού ελέγχου για να πληροφορηθεί θεσμικά την εξέλιξη ενός θέματος. Το ερώτημα για το δεύτερο θέμα, είναι για ποιον λόγο πρέπει να τεθεί στο Σύνταγμα η υποχρέωση των μελών να απαντούν στον Κοινοβουλευτικό έλεγχο, από την στιγμή κατά την οποία προκύπτει η υποχρέωσή τους αυτή στον Κανονισμό της Βουλής. Είναι προσχηματικές και οι δύο προτάσεις σας, το μόνο το οποίο χρειάζεται είναι απλά να εφαρμόζει η Κυβέρνηση σωστά και ουσιαστικά τόσο το Σύνταγμα όσο και τον Κανονισμό της Βουλής και να μην προσπαθεί να συνταγματικοποιήσει αντιδημοκρατικές πολιτικές συμπεριφορές της με έναν μανδύα νομιμότητας εισάγοντας παράλληλα διατάξεις δήθεν θετικές για ενίσχυση θεσμών, οι οποίοι ήδη λειτουργούν ή μάλλον εξ αιτίας της υπολειτουργούν.
Άρθρο 73 παρ. 1
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Συνταγματική κατοχύρωση αρχών καλής νομοθέτησης: Επαρκούς προνομοθετικής διαβούλευσης, αξιολόγησης της εφαρμογής του νόμου και μέτρων κωδικοποίησης της νομοθεσίας».
Θέση ΝΙΚΗΣ
Είναι πρωτίστως κατά την γνώμη μας μία γενική ρύθμιση. Ποια είναι τα μέτρα καλής νομοθέτησης, πώς ορίζεται και χρονικά και ποιοτικά η επαρκής προνομοθετική διαβούλευση και πώς η αξιολόγηση της εφαρμογής του νόμου; Δεν αναφέρεται πουθενά. Ειδικά για τα ζητήματα της διαβούλευσης των νόμων είναι πραγματικά αξιοπερίεργο να λέει η Κυβέρνηση, ότι την ενδιαφέρουν, την στιγμή κατά την οποία ακόμη εφαρμόζεται η νομοθετική διαδικασία με έκτακτα μέτρα, δηλαδή με την μορφή του επείγοντος ή του κατεπείγοντος και όχι η διαδικασία που ορίζει ο κανονισμός της Βουλής. Επίσης εντύπωση προκαλεί και η εντελώς εσφαλμένη τακτική, την οποία αποδέχεται η Κυβέρνηση με τις τροπολογίες είτε ως προς τον χρόνο εισαγωγής τους είτε ως προς το άσχετο περιεχόμενό τους είτε ως προς τον τρόπο ψήφισής τους, δηλαδή ενιαία και όχι κατ’ άρθρο.
Η πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται σε κόμμα, σε μία παράταξη, η οποία αποκτά νομιμοποίηση μέσω των εκλογών, αλλά στη συνέχεια κυβερνά χωρίς ουσιαστικό δεσμευτικό έλεγχο από τους πολίτες. Η νομοθετική εξουσία εμφανίζεται τυπικά να ανήκει και στο κοινοβούλιο, όμως στην πράξη, ασκείται από την κυβέρνηση, οι βουλευτές της οποίας, δεν λειτουργούν ανεξάρτητα, ως ανεξάρτητοι νομοθέτες, αλλά ως όργανο επικύρωσης κυβερνητικών αποφάσεων και νομοθετικών πρωτοβουλιών. Πόσες φορές άραγε είδαμε βουλευτές της εκάστοτε κυβέρνησης να μην ψηφίζουν νόμους της Κυβέρνησης, στην οποία ανήκουν και με την οποία έχουν εκλεγεί και ειδικά όταν δεν συμφωνούν καθόλου με τα νομοσχέδιά της; Ελάχιστες φορές, σταγόνες στον ωκεανό. Το χειρότερο είναι, ότι η κοινωνία, ο κυρίαρχος Ελληνικός λαός συμμετέχει μόνο κατά την εκλογή των αντιπροσώπων, δηλαδή στην εκλογική διαδικασία κάθε τέσσερα χρόνια ή όποτε αυτή γίνει και δεν έχει καμία ούτε άμεση ούτε έμμεση συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία μεταξύ των εκλογών. Άρα η νομοθετική λειτουργία στην πράξη δεν αποτελεί έκφραση της κοινωνίας ως πολιτικού σώματος, ούτε και έχει προκύψει από γόνιμο διάλογο και διαβούλευση με την κοινωνία αλλά αντίθετα είναι προϊόν της Κυβερνητικής εξουσίας, η οποία διαθέτει την πλειοψηφία και την ελέγχει παρακαλώ με πολλούς τρόπους, ένας εκ των οποίων είναι και οι παράνομες παρακολουθήσεις, όπως έκανε η Κυβέρνησή σας. Ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται συνολικά η μεταπολιτευτική κομματοκρατία εδραιώνει την αιρετή-εκλόγιμη μοναρχία και έναν Πρωθυπουργό με υπερεξουσίες μονάρχη.
Η ΝΙΚΗ πρότεινε:
- δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία των πολιτών,
- δυνατότητα λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας με γενναία μείωση του αριθμού των 500.000 υπογραφών
- ανάκληση αιρετών,
- τα αποτελέσματα των Εθνικών δημοψηφισμάτων να γίνονται εφαρμόσιμα με την ενσωμάτωση της ανάλογης νομοθεσίας, εντός μικρού και δεσμευτικού χρονικού διαστήματος από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος
- επίσης ενίσχυση του θεσμού της διαβούλευσης των νόμων, ώστε να διαρκεί περισσότερο χρόνο και να μην διεξάγεται σε ημέρες, όπου ο Ελληνικός λαός δεν μπορεί πρακτικά να την παρακολουθήσει, όπως μεγάλες Εθνικές και θρησκευτικές εορτές ή την περίοδο των θερινών και χειμερινών διακοπών.
- και ενημέρωση με εθνικό χαρακτήρα των Ελλήνων πολιτών για τα νομοσχέδια τα οποία τίθενται σε διαβούλευση.
Άρθρο 77 παρ. 3
Η κυβέρνηση πρότεινε :
«Δυνατότητα παραπομπής ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του νόμου μετά την ψήφιση και πριν από τη δημοσίευσή του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρωθυπουργό ή τη Βουλή στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να παραπέμπει έως ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο ανά βουλευτική σύνοδο. Για την παραπομπή από τη Βουλή απαιτείται η κατάθεση αιτήματος της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών. Τα ψηφισμένα νομοσχέδια των άρθρων 51 και 54 παραπέμπονται υποχρεωτικά στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο πριν από τη δημοσίευσή τους. Έως την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κωλύεται η δημοσίευση του νόμου».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Σύμφωνα με το άρθρο αυτό δίνεται αποκλειστική αρμοδιότητα στην νομοθετική λειτουργία να ερμηνεύει αυθεντικά, δηλαδή με δεσμευτικό τρόπο, τους νόμους, οι οποίοι έχουν θεσπισθεί με άλλον νόμο, από το ίδιο όργανο, δηλαδή το νομοθετικό σώμα. Μάλιστα η ερμηνεία αυτή είναι δεσμευτική και για την εκτελεστική και για την δικαστική εξουσία, δεν επιδέχεται άλλη ερμηνεία και έχει αναδρομικότητα, γιατί αποσαφηνίζει έναν παλαιότερο νόμο σε αντίθεση με τον ψευδοερμηνευτικό νόμο, ο οποίος δεν έχει, γιατί δεν περιορίζεται στην ερμηνεία αλλά τροποποιεί παλαιότερο νόμο. Η συνδρομή των δικαστηρίων στο θέμα αυτό έγκειται στο ότι ελέγχουν την φύση ενός νόμου και, αν διαπιστώσουν ότι ένας χαρακτηρισμένος ως «ερμηνευτικός» νόμος είναι τελικά ψευδοερμηνευτικός, αρνούνται να τον εφαρμόσουν αναδρομικά. Πρόκειται για μία ρύθμιση, η οποία ενισχύει την ασφάλεια δικαίου.
Αυτός ο προληπτικός έλεγχος συνταγματικότητας τον οποίο προτείνει η Κυβέρνηση δήθεν με σκοπό να προστατεύεται η ασφάλεια δικαίου, στο πλαίσιο του οποίου θα εκδίδεται η απόφαση από το ΑΕΔ θα δεσμεύει όλες τις δικαστικές αρχές της χώρας κατά τον μετέπειτα έλεγχο εφαρμογής του νόμου. Όσο η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρα ορίζεται από τον Πρωθυπουργό και όσο οι δικαστές του ΑΕΔ εμμέσως ορίζονται πάλι από την Κυβέρνηση, θεωρούμε ότι πρότασή της είναι συνέχεια της προσπάθειά της να ελέγξετε πλήρως την δικαιοσύνη και να ερμηνεύσει τους νόμους έτσι, ώστε να έχει τον απόλυτο έλεγχο της πολιτικής ζωής της χώρας, ειδικά μάλιστα από την στιγμή κατά την οποία θα αφορούν θέματα εκλογής βουλευτών, θέματα του εκλογικού δικαιώματος, του εκλογικού συστήματος, των εκλογικών περιφερειών και των βουλευτών επικρατείας.
Επίσης τι όφελος θα υπάρχει, ακόμη κι αν κάποιος δεχόταν την πρόταση της Κυβέρνησης, από την στιγμή κατά την οποία δίνεται δικαίωμα στον ΠτΔ να παραπέμψει μόνο ένα ψηφισμένο νομοσχέδιο ανα βουλευτική σύνοδο. Κανένα απολύτως, είναι εντελώς προσχηματική.
Άρθρο 78 παρ. 2, 6
Η Κυβέρνηση πρότεινε :
«Φόρος ή οποιοδήποτε άλλο οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος. Μπορεί να παρέχονται κίνητρα για σταθερό φορολογικό καθεστώς σε στρατηγικές για την εθνική οικονομία ιδιωτικές επενδύσεις».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Η κυβερνητική πρόταση εγείρει διάφορα ερωτήματα. Γιατί να προβλέπονται εγγυήσεις φορολογικής σταθερότητας για αυτές και όχι για ένα τους Έλληνες επαγγελματίες, οι οποίοι στηρίζουν την Ελληνική κοινωνία; Γιατί να πρέπει να το κράτος να θέσει σε ευνοϊκό καθεστώς τους λίγους και εκλεκτούς και να μην προσπαθήσει να εξασφαλίσει το ίδιο ευνοϊκό καθεστώς για όλους τους Έλληνες. Θεωρούμε, ότι αυτή η πρόταση της Κυβέρνησης εισάγει μία αδικαιολόγητη διάκριση, μία αντισυνταγματική και άνιση μεταχείριση υπέρ των πολυεθνικών και εις βάρος των Ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία προφανώς φοροληστεύονται. Η φορολογική πολιτική πρέπει να παραμένει αντικείμενο δημοκρατικής διαβούλευσης και πολιτικής επιλογής, όχι να προστατεύει εξόφθαλμα και μάλιστα μέσω του συντάγματος συγκεκριμένα επενδυτικά σχήματα.
Άρθρο 79
Η Κυβέρνηση πρότεινε :
«Ο προϋπολογισμός οφείλει να διασφαλίζει τη βιώσιμη δημοσιονομική λειτουργία. Υποχρέωση κατάθεσης και δημοσιότητας ετήσιου απολογισμού εκ μέρους φορέων που χρηματοδοτούνται, άμεσα ή έμμεσα, από τον κρατικό προϋπολογισμό».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 79 κατοχυρώνει την αρμοδιότητα της Βουλής να ψηφίζει τον κρατικό προϋπολογισμό, δηλαδή το βασικό εργαλείο άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής, που καθορίζει τη συνολική ζήτηση, την αναδιανομή, τις δημόσιες επενδύσεις και τη δυνατότητα σταθεροποίησης της οικονομίας. Επιπλέον, το υφιστάμενο άρθρο 79 ενσωματώνει ήδη κανόνα διαδικασίας και ελέγχου : κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού μπορούν να γίνουν τροποποιήσεις κονδυλίων υπό όρους, δείχνοντας ότι η συνταγματική λογική είναι η κοινοβουλευτική λογοδοσία. Με την προτεινόμενη από την κυβέρνηση αναθεώρηση του άρθρου 79 επιχειρείται να αποκτήσει συνταγματικό έρεισμα η δημοσιονομική πειθαρχία και η διαφάνεια στη διαχείριση δημόσιων πόρων. Η πρακτική επίδραση θα εξαρτηθεί από τον εφαρμοστικό νόμο και από τον τρόπο που τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν τις νέες διατάξεις. Η κυβερνητική πρόταση έχει σοβαρά μειονεκτήματα, τα οποία πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψιν, όπως το ότι, μπορεί να περιορίσει τις δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές, υγεία ή εκπαίδευση, σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης μπορεί να δυσκολεύει την εφαρμογή επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, υπάρχει ο κίνδυνος λόγω της μεγάλης εστίασης στην δημοσιονομική πειθαρχία να οδηγηθεί η χώρα σε αδυναμία προστασίας της εργασίας, της δημόσιας υγείας και του κοινωνικού κράτους. Θεωρούμε ότι η προτεινόμενη από την κυβέρνηση συνταγματική αναθεώρηση, δεν αποτελεί τεχνική διόρθωση ούτε ουδέτερη θεσμική βελτίωση. Αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας, καθώς – μεταξύ άλλων – καθορίζει εάν η οικονομική πολιτική θα παραμείνει αντικείμενο λαϊκής κυριαρχίας ή αν θα μετατραπεί σε συνταγματικά προαποφασισμένη τεχνοκρατική διαχείριση και μάλιστα υπό την καθοδήγηση και πλήρη δέσμευση υπέρ των δανειστών, βάσει των μνημονιακών όρων. Η συνταγματική κατοχύρωση αριθμητικών δημοσιονομικών δεσμεύσεων μεταβάλλει τη φύση της πολιτικής επιλογής : από αντικείμενο εκλογικής εντολής σε υπερνομοθετικό κανόνα. Στην σύγχρονη πολιτική οικονομία, το Σύνταγμα δεν λειτουργεί απλώς ως νομικό κείμενο, αλλά και ως θεσμικό πλαίσιο κατανομής οικονομικής εξουσίας. Ορίζει ποιος αποφασίζει για τη φορολογία, τις δημόσιες δαπάνες, τις επενδύσεις και την αναδιανομή. Όταν οι αποφάσεις αυτές αποσπώνται από τη δημοκρατική διαδικασία και μεταφέρονται σε επίπεδο συνταγματικών απαγορεύσεων, τότε η λαϊκή κυριαρχία φαλκιδεύεται.
Άρθρο 81 παρ. 2
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Δυνατότητα επανακαθορισμού με νόμο που ψηφίζεται με αυξημένη πλειοψηφία των ασυμβιβάστων του αξιώματος του Υπουργού και του Υφυπουργού προς άλλα έργα ή ιδιότητες. Δυνατότητα διορισμού Αντιπροέδρων του Υπουργικού Συμβουλίου και μη υπουργών».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Η Κυβέρνηση, η οποία έχει υπερσυγκέντρωση εξουσιών και πρακτικά κάνει ό,τι θέλει, με την παρούσα πρόταση στην ουσία προτείνει να μπορεί με νόμο τον οποίο εκείνη θα φτιάξει, με αυξημένη πλειοψηφία να επανακαθορίζει τα ασυμβίβαστα του αξιώματος του Υπουργού και του Υφυπουργού. Με απλά λόγια θα φτιάξει έναν νόμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της, ανάλογα με την πολιτική σκοπιμότητα της στιγμής για να τροποποιεί τα ασυμβίβαστα. Λέει βέβαια προσχηματικά ότι ο νόμος αυτός θα ψηφίζεται με αυξημένη πλειοψηφία, όμως η πρόταση αυτή προκαλεί ερωτηματικά, μήπως τελικά ο σκοπός είναι η Ν.Δ. να εξυπηρετήσει κάποια μελλοντική πολιτική συνεργασία, εφόσον δεν μπορέσει να έχει αυτοδυναμία.
Η δεύτερη πρόταση της Κυβέρνησης, ώστε να μπορούν να διοριστούν Αντιπρόεδροι του Υπουργικού Συμβουλίου και μη Υπουργοί, αυξάνει το δέλεαρ για έναν βουλευτή της Κυβέρνησης, να έχει επιθυμία να αναβαθμιστεί και έτσι η ψήφος και η εν γένει πολιτική συμπεριφορά τους να είναι ακόμη περισσότερο ποδηγετούμενη και άκρως ελεγχόμενη από την Κυβέρνηση, η οποία του ρίχνει το δόλωμα αυτό. Με την πρόταση αυτή αυξάνεται ακόμη περισσότερο η χειραγώγηση των βουλευτών καθώς και ο απόλυτος έλεγχος της Κυβέρνησης. Πρόκειται για μία απαράδεκτη εξαργύρωση της βουλευτικής συνείδησης.
Η ΝΙΚΗ στο άρθρο πρότεινε να προστεθεί παράγραφο, όπου αναφέρεται η ίδρυση Υπουργείου Απόδημου Ελληνισμού.
Άρθρο 82
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Ετήσια έγκριση Ενιαίου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής του επόμενου έτους, το οποίο δημοσιοποιείται και συζητείται σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 82 αναφέρεται στην Συγκρότηση και αποστολή της Kυβέρνησης. Η Νέα Δημοκρατία προτείνει την εισαγωγή αυτοτελούς παραγράφου, η οποία ορίζει την « Ετήσια έγκριση Ενιαίου Σχεδίου Κυβερνητικής Πολιτικής του επόμενου έτους, το οποίο δημοσιοποιείται και συζητείται σε ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής. Τίθεται το ερώτημα για το ποια είναι η χρησιμότητα, η ουσιαστική χρησιμότητα, αυτής της πρότασης και τί έχει να προσφέρει ουσιαστικά και πρακτικά στην πολιτική ζωή της χώρας; Θα μπορούσε κάποιος να πεί, ότι τίθεται ένα πρόγραμμα και άρα η Κυβέρνηση υποθετικά δεσμεύεται από αυτό, όμως ουδείς το πιστεύει από την στιγμή κατά την οποία η Κυβέρνηση θα το διαμορφώνει μόνη της για τον εαυτό της χωρίς να διαβουλεύεται με κανέναν, ούτε με τον Ελληνικό λαό, ούτε και με την αντιπόλιτευση. Επίσης θα ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία την οποία έχει πάλι η ίδια η Κυβέρνηση. Δηλαδή θα συντάσσει η Κυβέρνηση ένα σχέδιο κυβερνητικής πολιτικής για εκείνη, από εκείνη και θα το ψηφίζει εκείνη. Ποιο το νόημα τότε να δημοσιοποιείται και να συζητείται σε ειδική συνεδρίαση στην Ολομέλεια της Βουλής; Είναι μία πρόταση άνευ ουσίας.
Άρθρο 86
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Διενέργεια ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης από Εισαγγελέα Εφετών και πρόταση άσκησης δίωξης από ανώτατο δικαστικό όργανο. Κατάργηση της διαβίβασης των οποιωνδήποτε στοιχείων «αμελλητί» στη Βουλής, καθώς και της αρμοδιότητας της Βουλής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης. Άσκηση δίωξης για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με απόφαση της Βουλής, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, με ονομαστική ψηφοφορία».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Η σύγχρονη μεταπολιτευτική κομματοκρατία έχει κατασκευάσει ένα πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει δομηθεί και λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε πλέον για μιλάμε για μία σύγχρονη ελλειμματική και παθογενή δημοκρατία, στο πλαίσιο της οποίας τα πολιτικά κόμματα μετατρέπονται σε μία σύγχρονου τύπου κλειστή πολιτική ομάδα, η οποία νομοθετεί και συγχρόνως ασκεί την κυβερνητική πολιτική χωρίς να υπολογίζει καθόλου την λαϊκή βούληση και κυριαρχία καταργώντας συγχρόνως την συνταγματικά κατοχυρωμένη Δημοκρατική αρχή. Το σύστημα αυτό άκρως συγκεντρωτικό και άκρως πρωθυπουργοκεντρικό επιλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με τις αποψιλωμένες εξουσίες του, επιλέγει και διορίζει την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας και συγχρόνως επιλέγει και βουλευτές. Σκοπός δεν είναι άλλος από την διαρκή παραμονή του στην εξουσία, διατηρώντας συγχρόνως τον κυρίαρχο Ελληνικό λαό σε αδράνεια μετατρέποντάς τον από κυρίαρχο πολιτικό υποκείμενο σε ένα άβουλο αντικείμενο πολιτικών πειραματισμών χωρίς ουσιαστική έκφραση, συμμετοχή και επιλογή. Το άρθρο 86 είναι μία από τις εκφάνσεις αυτής της παθογένειας.
Στο άρθρο 86 με την ισχύουσα μορφή υφίσταται ένα τεράστιο πρόβλημα στην βάση του. Το πρόβλημα είναι, ότι η Βουλή, δηλαδή ένα πολιτικό όργανο, λαμβάνει την απόφαση για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας και όχι η δικαιοσύνη. Αυτή η διαδικασία είναι πρόβλημα γιατί :
α) δεν μπορεί η κυβερνητική πλειοψηφία, η οποία στηρίζει την κυβέρνηση να αποφασίσει, αν θα κινηθεί ποινική δίωξη κατά των υπουργών της ίδιας της κυβέρνησης, με την οποία έχει εκλεγεί και την οποία στηρίζει. Η σκέψη ότι η πολιτική ελέγχει την δικαιοσύνη είναι βασικό σημείο παθογένειας και διαμαρτυρίας.
β) αποτελεί περίπτωση πολιτικοποίησης της ποινικής διαδικασίας, περίπτωση, όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί και οι ενδεχόμενες πολιτικές συνεργασίες ακριβώς για λόγους πολιτικής επιβίωσης δεν επιτρέπουν την άσκηση ποινικής δίωξης.
γ) προκαλεί κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών και τους σκανδαλίζει ακριβώς, διότι δημιουργείται η εντύπωση, ότι οι πολιτικοί ελέγχουν οι ίδιοι την ποινική τους ευθύνη και άρα περαιτέρω καταργείται η ισονομία των Ελλήνων απέναντι στους νόμους. Δημιουργούνται πολίτες δύο ταχυτήτων, οι ευνοημένοι για τους οποίους δεν ισχύει ο νόμος και οι υπόλοιποι πολίτες, δεύτερης κατηγορίας.
Στην αναθεώρηση του 2019 έγινε μία αλλαγή ως προς το ζήτημα της παραγραφής. Από την αναθεώρηση του 2001 προβλεπόταν, ότι η Βουλή μπορούσε να ασκήσει δίωξη μόνο μέχρι το τέλος της δεύτερης τακτικής συνόδου της επόμενης βουλευτικής περιόδου. Η σύντομη αυτή προθεσμία καταργήθηκε στην συνταγματική αναθεώρηση του 2019, όμως παρέμενε ακόμη στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 η παλαιά διατύπωση. Μόλις το 2025 ο κοινός νομοθέτης προχώρησε στην κατάργηση και αυτής της διάταξης, ώστε να εναρμονιστεί πλήρως ο εφαρμοστικός νόμος με το αναθεωρημένο Σύνταγμα και να μην υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η αποσβεστική προθεσμία δεν ισχύει πλέον. Χρειάστηκαν έξι χρόνια για να κινηθεί η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Τόσο ήταν το ενδιαφέρον της για το σοβαρό αυτό θέμα…
Τόσο η αναθεώρηση του 2019 όσο και η πρότασή σας τώρα για το άρθρο 86Σ θα μείνουν στην πολιτική ιστορία, ως χαρακτηριστικά παραδείγματα του πώς οι Έλληνες πολίτες τίθενται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας στο περιθώριο και πώς το σύστημα προστατεύει τον εαυτό του με σκοπό την επιβίωσή του, καταστρατηγώντας κάθε έννοια δημοκρατίας, ισονομίας, ελευθερίας, σεβασμού των Ελλήνων και εύρυθμης λειτουργίας των θεσμών. Από την αναθεώρηση του 2019 δεν άλλαξε απολύτως τίποτα ουσιαστικό, το οποίο να επιλύει το πρόβλημα αυτό. Παρέμεινε το σημαντικότερο πρόβλημα, ότι μόνο η Βουλή μπορεί να επιτρέψει την ποινική δίωξη υπουργού, ότι δηλαδή εξακολουθεί να απαιτείται κοινοβουλευτική διαδικασία καθώς και ότι η προκαταρκτική εξέταση διενεργείται μετά από απόφαση της Βουλής. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία υποστηρίζει και ορίζεται από την κυβέρνηση αποφασίζει αν θα κινηθεί ποινική διαδικασία εις βάρος μελών της κυβέρνησης.
Προτείνετε η τελική απόφαση να λαμβάνεται από την Βουλή, από την εκάστοτε Κυβερνητική πλειοψηφία. Αυτό σημαίνει, ότι η έναρξη της ποινικής δίωξης υπουργών εξακολουθεί να εξαρτάται από απόφαση της Βουλής και όχι αποκλειστικά από τα τακτικά δικαστικά όργανα. Μάλιστα λέτε να αναλάβει και ανώτατο δικαστικό όργανο την στιγμή κατά την οποία η κυβέρνηση και άρα ο Πρωθυπουργός εξακολουθεί με θράσος να επιλέγει και να διορίζει την ανώτατη ηγεσία της δικαιοσύνης. Άρα τί αλλάζετε, τίποτα απολύτως. Η πρότασή σας είναι κενό γράμμα προσβάλει ευθέως την ίδια την διαδικασία αναθεώρησης και φυσικά τον πολύπαθο Ελληνικό λαό, ο οποίος καθημερινά μένει στο περιθώριο ως αντικείμενο πολιτικών πειραματισμών. Συνεχίζετε να διατηρείτε την υπερεξουσία της κυβέρνησης, του μονάρχη Πρωθυπουργού, ο οποίος κάνει ότι θέλει πέρα και πάνω από κάθε εξουσία. Διαιωνίζετε σκόπιμα ένα βαθιά πολιτικό πρόβλημα, την αυταρχική και ολιγαρχική λογική, ότι η πολιτική εξουσία μπορεί να λειτουργεί ως κλειστό σύστημα και ότι η εκάστοτε κυβέρνηση μπορεί να διαμορφώνει τους όρους της δικής της λογοδοσίας σε βάρος των υπολοίπων Ελλήνων πολιτών. Με την σημερινή πρότασή της η Κυβέρνηση απέδειξε άλλη μία φορά, ότι ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύεται δεν έχει καμία σχέση με την Δημοκρατία, καμία σχέση με το αντιπροσωπευτικό σύστημα, αλλά ότι είναι η υλοποίηση μίας εκλόγιμης μοναρχίας, η οποία νοιάζεται μόνο για την πολιτική της επιβίωση και επικράτηση στον βωμό της επανεκλογής.
Η ΝΙΚΗ πιστεύει ακράδαντα, ότι η κίνηση της ποινικής διαδικασίας πρέπει να αφαιρεθεί πλήρως από την Βουλή. Η κατάργηση της ισχύουσας διάταξης είναι αναγκαία.
Άρθρο 89
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Επιτρέπεται η ανάθεση ειδικών διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με απόφαση της Βουλής, όπως ορίζει ο νόμος. Δεν επιτρέπεται η συμμετοχή τους με οποιαδήποτε ιδιότητα στην Κυβέρνηση ή η τοποθέτησή τους σε ανεξάρτητες αρχές για τρία τουλάχιστον χρόνια από την αφυπηρέτησή τους».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Με την ισχύουσα μορφή το άρθρο 89 ρυθμίζει θέματα, τα οποία αφορούν στα δικαστικά ασυμβίβαστα. Για την ακρίβεια ασχολείται με τα ασυμβίβαστα και τους περιορισμούς που ισχύουν για τους δικαστικούς λειτουργούς, με βασικό στόχο την διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας της Δικαιοσύνης. Είναι γνωστό εξάλλου ως οργανωτική βάση του πολιτεύματος, ότι η διάκριση των εξουσιών πρέπει να διασφαλίζεται με κάθε τρόπο και ως εκ τούτου οι δικαστές πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους χωρίς εξωτερικές επιρροές ή οικονομικά συμφέροντα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση τους. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το πρόβλημα της όσμωσης της δικαστικής με την εκτελεστική εξουσία, λύνεται ή γίνεται χειρότερο, με την πρόταση της Κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα ισχύει το δεύτερο. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας ανοίγει μια κερκόπορτα για την ολοένα και μεγαλύτερη εξάρτηση της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Το Σύνταγμα είναι σαφές. Απαγορεύει την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων στους δικαστές. Η Κυβέρνηση προτείνει να τους επιτρέπεται η ανάθεση ειδικών διοικητικών καθηκόντων. Ποια είναι αυτά τα εντός εισαγωγικών ειδικά διοικητικά καθήκοντα; Είναι αυτά που θα ορίζονται σε νόμο που θα ψηφίζει η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία. Πως θα γίνεται η ανάθεση; Με απόφαση της Βουλής, δηλαδή της εκάστοτε κυβερνητικής πλειοψηφίας. Δηλαδή πάλι προτείνει η Νέα Δημοκρατία μία ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία η Κυβέρνηση θα κάνει ό,τι θέλει, θα ελέγχει τα πάντα. Αποτελεί λοιπόν εμπαιγμό να βάζετε τον φραγμό της συμμετοχής των δικαστών στην Κυβέρνηση ή στις ανεξάρτητες αρχές, για τρία χρόνια από την αφυπηρέτησή τους την ίδια στιγμή που προτείνετε την ανάθεση σε αυτούς ειδικών διοικητικών καθηκόντων, παράλληλα και ταυτόχρονα με τα δικαστικά τους καθήκοντα. Εξάλλου σε μια χώρα που ο συνήθης κυβερνητικός κύκλος αποτελείται από 2 θητείες είναι σαφές πως ο τριετής αποκλεισμός δεν είναι αρκετός. Η παρούσα πρόταση της Κυβέρνησης καλλιεργεί περισσότερη εξάρτηση, γιατί οι δικαστές έχουν κάθε λόγο να περιμένουν κάτι από εκείνη και εκείνη μετά να περιμένει ανταλλάγματα από τους δικαστές στο πλαίσιο μίας σχέσης δούναι και λαβείν.
Άρθρο 90 παρ. 5
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Προαγωγές στις θέσεις των ανωτάτων δικαστών από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, χωρίς κυβερνητική παρέμβαση, από κατάλογο τριών δικαστών για κάθε θέση που προτείνονται από τις οικείες ολομέλειες».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Τα πολιτεύματα δεν δοκιμάζονται πάντοτε από κρίσεις, τις οποίες περνούν. Δοκιμάζονται και από τις προβληματικές συνήθειες τις οποίες έχουν και οι οποίες προσβάλλουν βάναυσα το κοινό περί δικαίου αίσθημα, την ομαλή λειτουργία των θεσμών, του Συντάγματος και της πολιτείας ολόκληρης. Μία από αυτές τις προβληματικές συνήθειες και καταστάσεις είναι ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Όσο η εκάστοτε κυβέρνηση, δηλαδή ο εκάστοτε Πρωθυπουργός, αποφασίζει, επιλέγει και διορίζει τον Πρόεδρο και τους Αντιπροέδρους των ανωτάτων δικαστηρίων, θα πλανάται πάντοτε μια βαριά σκιά πάνω από τη Δικαιοσύνη. Καμία εξουσία δεν πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαμορφώνει την ηγεσία της εξουσίας που οφείλει να την ελέγχει. Αυτό είναι ο πυρήνας της διάκρισης των εξουσιών. Και όταν ο πυρήνας αυτός διαβρώνεται, διαβρώνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δημοκρατία. Όταν η κορυφή της δικαστικής ιεραρχίας εξαρτάται από την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δηλαδή του Πρωθυπουργού, τότε η κοινωνία δικαιολογημένα αναρωτιέται: υπάρχει αξιοκρατία ή πολιτική σκοπιμότητα; Η Κυβέρνηση πρέπει να θυμάται πάντοτε το περίφημο δελτίο τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελεών στις 23-7-25 με τίτλο : «Το τέλος των ψευδαισθήσεων ή μαθήματα για το πως ακυρώνεται ένας νόμος στην πράξη» αποδίδοντάς σας την κατηγορία, ότι η Κυβέρνησή σας, δίνει μαθήματα για το πώς ακυρώνεται ένας ψηφισμένος νόμος στην πράξη, από την κυβερνητική αυθαιρεσία. Η παρούσα πρόταση της Κυβέρνησης λέει να καταργηθεί η κυβερνητική επιλογή της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και οι προαγωγές στις θέσεις των ανωτάτων δικαστών να γίνονται από ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή. Εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: στην ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, ποιος έχει την πλειοψηφία! Η Κυβέρνηση φυσικά, άρα και σε αυτήν την περίπτωση στην ουσία πάλι η Κυβέρνηση θα επιλέγει δηλαδή πάλι ο Πρωθυπουργός. Είναι λοιπόν η πρότασή σας κενό γράμμα, όπως ακριβώς και η περίπτωση με το άρθρο 86. Σκέτη κοροϊδία.
Η ΝΙΚΗ πρότεινε:
Α) να μην έχει καθόλου αρμοδιότητα το Υπουργικό συμβούλιο, δηλαδή ο Πρωθυπουργός, δηλαδή η εκτελεστική εξουσία (η οποία συμπίπτει με την νομοθετική λόγω της πλειοψηφίας) στην ανάδειξη της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων και η αρμοδιότητα να ανατεθεί σε έναν άλλο φορέα, όπως για παράδειγμα σε ένα μικτό συλλογικό όργανο, πλήρως αποσυνδεδεμένο από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία.
Β) να μην υπάρχει καθόλου η δυνατότητα διορισμού δικαστών, οι οποίοι αφυπηρέτησαν και συνταξιοδοτήθηκαν, σε θέσεις προέδρων και μελών διοικητικών συμβουλίων Ανεξάρτητων Αρχών και Οργανισμών ή άλλων δημοσίων εταιριών.
Γ) να μην επιτρέπεται η επιλογή συνδικαλιστών δικαστών σε ηγετικές θέσεις της Δικαιοσύνης, ούτε και σε υπηρεσιακά ή πειθαρχικά συμβούλια ή να ασκούν καθήκοντα επιθεωρήσεως.
Άρθρο 97
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Κατάργηση προς ειδικής πρόβλεψης ως προς την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων από μικτά ορκωτά δικαστήρια».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 97 του Ελληνικού Συντάγματος αφορά τη δικαιοδοσία των Μικτών Ορκωτών Δικαστηρίων. Πρόκειται για έναν θεσμό, ο οποίος έχει ρίζες στην Ελληνική αρχαιότητα. Στην Αθηναϊκή Δημοκρατία, ιδιαίτερα στην Ηλιαία, η απονομή της δικαιοσύνης γινόταν από πολίτες-δικαστές (δικαστές-ένορκους), οι οποίοι επιλέγονταν με κλήρωση. Να σημειωθεί, ότι τότε δεν υπήρχαν επαγγελματίες δικαστές, όπως τους εννοούμε σήμερα. Τα μεικτά ορκωτά δικαστήρια στην εποχή μας λειτουργούν διαφορετικά. Σε αυτά συμμετέχουν επαγγελματίες δικαστές, οι οποίοι διαθέτουν νομική κατάρτιση, και ένορκοι πολίτες, οι οποίοι εκπροσωπούν την κοινωνία. Η διάταξη αυτή προβλέφθηκε στο σύνταγμά μας, προκειμένου να έχει έναν δημοκρατικό και εγγυητικό χαρακτήρα. Να εξασφαλίζει δηλαδή, ότι οι Έλληνες πολίτες συμμετέχουν στην απονομή της δικαιοσύνης και ότι η κρίση για ιδιαίτερα σοβαρά εγκλήματα δεν ανήκει αποκλειστικά στο κράτος. Επίσης εγγυάται και ενισχύει την αμεροληψία και την κοινωνική νομιμοποίηση, ώστε να αποτρέπονται ενδεχόμενες κυβερνητικές παρεμβάσεις. Εδώ να σημειωθεί, ότι μπορεί μεν να προβλέπεται η συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι πολίτες γίνονται οι ίδιοι φορείς της εξουσίας. Πρόκειται για περιορισμένη και αποσπασματική συμμετοχή, όχι για πραγματική κατοχή της πολιτικής εξουσίας. Οι πολίτες δεν αποκτούν διαρκή αρμοδιότητα ούτε έλεγχο επί της εξουσίας. Συμμετέχουν μόνο σε μια ειδική λειτουργία και υπό συγκεκριμένους όρους. Επομένως, τα ΜΟΔ λειτουργούν περισσότερο ως ένδειξη, ότι η κοινωνία μπορεί να ασκεί δημόσια αρμοδιότητα, παρά ως περίπτωση πραγματικής λαϊκής κυριαρχίας στην πράξη. Τί προτείνει η Κυβέρνηση για το άρθρο αυτό; Πιστή λοιπόν στην ολιγαρχική της πολιτική ενατένιση προτείνει την κατάργηση της δυνατότητας εκδίκασης των πολιτικών εγκλημάτων από ενόρκους. Αποτελεί μία σαφή υποχώρηση της λαϊκής συμμετοχής στη δικαιοσύνη. Η ΝΙΚΗ απορρίπτει την πρόταση της ΝΔ για την κατάργηση της ειδικής πρόβλεψης ως προς την εκδίκαση των πολιτικών εγκλημάτων από μικτά ορκωτά δικαστήρια. Ως ΝΙΚΗ υποστηρίζουμε τον κατοχυρωμένο ρόλο των πολιτών – ενόρκων στις υποθέσεις επί πολιτικών εγκλημάτων.
Άρθρο 99
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Κατάργηση του Δικαστηρίου Αγωγών Κακοδικίας και ανάθεση των σχετικών αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Συνοπτικά, το άρθρο αυτό του Συντάγματος αφορά στις αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών. Το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας είναι ένα ειδικό δικαστήριο που προβλέπεται από το ελληνικό Σύνταγμα για να εκδικάζει αγωγές αποζημίωσης κατά δικαστικών λειτουργών όταν αυτοί, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προκάλεσαν ζημία λόγω ιδιαίτερα σοβαρής παράνομης συμπεριφοράς. Κακοδικία δεν σημαίνει απλώς ότι ένας δικαστής εξέδωσε λανθασμένη απόφαση. Οι δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι εσφαλμένες χωρίς να υπάρχει κακοδικία. Η κακοδικία αφορά περιπτώσεις όπως: δόλος, βαριά παράβαση των καθηκόντων, άρνηση απονομής δικαιοσύνης στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος, άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπει η νομοθεσία. Ο θεσμός αυτός θεμελιώθηκε για να εξυπηρετήσει δύο σκοπούς, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει μία ισορροπία. Πρώτον να προστατεύονται οι δικαστές από περιπτώσεις καταχρηστικής άσκησης αγωγών εναντίον τους και δεύτερον για να διασφαλίζεται η λογοδοσία των δικαστών.
Η Κυβέρνηση προτείνει την κατάργηση του ειδικού δικαστηρίου αγωγών Κακοδικίας του άρθρου 99 και οι αρμοδιότητές του να μεταφερθούν στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 του Συντάγματος. Τυπικά δεν προτείνει την κατάργηση συνολικά της δυνατότητας άσκησης αγωγής κακοδικίας αλλά όμως προτείνει να αλλάξει το δικαστήριο, το οποίο θα έχει την αρμοδιότητα αυτή και πλέον να την έχει το Ειδικό δικαστήριο του άρθρου 100. Θεωρούμε, ότι είναι μία προσχηματική αλλαγή και δεν χρειάζεται. Δεν επιφέρει κάποια ουσιαστική αλλαγή ή βελτίωση. Διαφωνούμε με την Κυβερνητική πρόταση, η οποία επιδιώκει την μεταφορά των αγωγών κακοδικίας στο «αποστειρωμένο» και δυνητικά ελεγχόμενο από την Κυβέρνηση ΑΕΔ.
Άρθρο 100
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Πρόβλεψη της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου για τον προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας για ψηφισμένο νομοσχέδιο κατά το άρθρο 77 παρ. 3. Απόφαση περί συνταγματικότητας ψηφισμένου νομοσχεδίου δεσμεύει όλα τα δικαστήρια κατά τον έλεγχο συνταγματικότητας. Συγκρότηση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από δύο συμβούλους της Επικρατείας και δύο αρεοπαγίτες, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε τρία χρόνια και από δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της Χώρας, που ορίζονται ως μέλη με κλήρωση κάθε τρία χρόνια. Στο Δικαστήριο προεδρεύει ο αρχαιότερος από τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Μέχρι να αλλάξει ουσιαστικά και δημοκρατικά, ο τρόπος ανάδειξης της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας διαρκώς θα πλανάται επάνω από την πολιτική ζωή του τόπου το ερώτημα : « Υπάρχει όντως δικαιοσύνη ή πολιτική συγκάλυψη; ». Το ΑΕΔ δεν είναι ένα γενικό «Συνταγματικό Δικαστήριο», αλλά ένα δικαστήριο με συγκεκριμένες, περιορισμένες αρμοδιότητες, όπως αυτές ορίζονται στο εν λόγω άρθρο του συντάγματος. Οι βασικές αρμοδιότητές του είναι, να επιλύει διαφορές σχετικά με το κύρος των βουλευτικών εκλογών και των δημοψηφισμάτων, να κρίνει ζητήματα ασυμβιβάστων ή έκπτωσης βουλευτών, να επιλύει συγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ των ανώτατων δικαστηρίων και να επιλύει τις περιπτώσεις όπου τα τρία ανώτατα δικαστήρια της χώρας (Άρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας και Ελεγκτικό Συνέδριο) έχουν εκδώσει αντιφατικές αποφάσεις σχετικά με τη συνταγματικότητα ενός νόμου ή την ερμηνεία του. Τότε η απόφαση του ΑΕΔ είναι δεσμευτική για όλους. Σκοπός της συνταγματικής αυτής πρόβλεψης για το ΑΕΔ είναι να διασφαλίζεται η ενότητα της έννομης τάξης, δηλαδή να μην ισχύουν διαφορετικές ερμηνείες του Συντάγματος από διαφορετικά ανώτατα δικαστήρια και να διατηρηθεί το ελληνικό σύστημα του διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Η πρόταση της Κυβέρνησης δεν προσφέρει κάτι ουσιώδες. Αντιθέτως προσπαθεί να επιφυλάξει έναν έμμεσο χαρακτήρα συνταγματικού δικαστηρίου για το ΑΕΔ. Όσο η ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, καθορίζεται από την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό, εμείς θα διαφωνούμε με οποιαδήποτε αλλαγή επί του άρθρου και θα υποστηρίζουμε τον διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων.
Άρθρο 101 παρ. 3, 5
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Κατάργηση τεκμηρίου αρμοδιότητας υπέρ αποκεντρωμένων διοικήσεων. Η εφαρμογή του αποκεντρωτικού συστήματος μπορεί να γίνει με ύπαρξη αποκεντρωμένης κρατικής δομής και/ή με ύπαρξη αποκεντρωμένων υπηρεσιών των υπουργείων και των λοιπών φορέων του δημοσίου τομέα. Κρατική μέριμνα για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα και την ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας, ώστε να εξασφαλίζεται ίση πρόσβαση σε δημόσια αγαθά σε όλη την επικράτεια. Αρχές της χρηστής διοίκησης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της αξιοκρατίας. Συνταγματική κατοχύρωση Εθνικής Αρχής Διαφάνειας».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Η θεμελιώδης διαφορά με την ισχύουσα μορφή του άρθρου και αυτών των οποίων προβλέπει σε σχέση με την πρόταση της Κυβέρνησης, είναι ότι μπορεί να μην καταργείται η αποκέντρωση ως συνταγματική αρχή, όμως αφαιρείται το τεκμήριο των αποκεντρωμένων διοικήσεων και επιτρέπει στον κοινό νομοθέτη να αποφασίζει με μεγαλύτερη ευελιξία αν μια αρμοδιότητα θα ασκείται από το κεντρικό κράτος ή από αποκεντρωμένες δομές. Υπό την Κυβερνητική οπτική αυτή η προσέγγιση κινείται σε μία κατεύθυνση μεγαλύτερης διοικητικής ευελιξίας, όμως στην πραγματικότητα μειώνεται η συνταγματική προστασία της διοικητικής αποκέντρωσης και άρα το κεντρικό κράτος αποκτά περισσότερες εξουσίες. Αυτό συμβαίνει γιατί αφήνει μεγαλύτερη ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να αποφασίζει αν μια αρμοδιότητα θα ασκείται από την κεντρική διοίκηση ή από αποκεντρωμένες υπηρεσίες. Είναι η ίδια λογική, η οποία διέπει την πρότασή σας για το επόμενο άρθρο αλλά και την πρότασή σας για το άρθρο 90 παρ. 5. Όλα να περνάνε από τον κοινό νομοθέτη δηλαδή την κυβέρνησή σας, η οποία έχει την πλειοψηφία και εισάγει προς ψήφιση και ψηφίζει ό,τι εκείνη θέλει. Αυτή είναι και η κυρίαρχη λογική της Κυβέρνησής σας, η οποία θεωρεί εαυτόν μονοκρατορία χωρίς φυσικά να έχει καμία επαφή ούτε με την δημοκρατία ούτε με την αντιπροσώπευση. Θεωρούμε εσφαλμένη την πρόταση αυτή, επίφοβη και ενισχυτική του κράτους δυνάστη.
Άρθρο 101Α
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Επιλογή Προέδρων και Μελών ανεξαρτήτων αρχών από κοινοβουλευτική επιτροπή από κατάλογο τριών υποψηφίων που προτείνονται από Συμβούλιο Εμπειρογνωμόνων μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Στο Συμβούλιο συμμετέχουν ex officio ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο Πρόεδρος του συλλογικού οργάνου των δημοσίων πανεπιστημίων της χώρας και ο επικεφαλής του συλλογικού οργάνου που εκπροσωπεί τους ΟΤΑ α’ ή β βαθμού».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 101Α του ισχύοντος Συντάγματος, το οποίο έχουμε μπροστά μας υπό εξέταση αφορά στις λεγόμενες ανεξάρτητες αρχές. Οι ανεξάρτητες αρχές είναι θεσμοί, οι οποίοι δεν υπάγονται στην Κυβέρνηση, με πολύ σημαντικές δημόσιες αρμοδιότητες και με βασικό σκοπό τον έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας, όταν αυτή ξεπερνά τα όρια του κράτους δικαίου και λειτουργεί έξω από αυτό. Από αυτό καθίσταται αντιληπτό, ότι ο βασικός λόγος δημιουργίας τους ήταν η κατάχρηση εξουσίας από την εκάστοτε Κυβέρνηση. Το άρθρο αυτό έχει μεγάλη σημασία στην λειτουργία του πολιτεύματός μας και ιδιαίτερα για την διασφάλιση του κράτους δικαίου. Λειτουργεί ως ένα θεσμικό αντίβαρο του δυναστικού κράτους της εκλόγιμης μοναρχίας, το οποίο μέχρι και σήμερα με υποχρεωτικότητες επιβάλλει την κυβερνητική πολιτική χωρίς κανέναν ουσιαστικό διάλογο με την κοινωνία των πολιτών. Παρέχει προστασία σε κρίσιμους τομείς από προσπάθειες κυβερνητικής παρέμβασης. Αποτελεί παράγοντα ενίσχυσης των αρχών της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας.
Το 2001 κατοχυρώθηκαν στο Σύνταγμά μας, πέντε ανεξάρτητες αρχές: το ΑΣΕΠ, ο Συνήγορος του Πολίτη, το ΕΣΡ, η ΑΠΔΠΧ και η ΑΔΑΕ. Τα μέλη τους απέκτησαν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, ορισμένη θητεία ενώ συγχρόνως η εκλογή των μελών τους γινόταν από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία ενώ υπόκειντο σε κοινοβουλευτικό έλεγχο. Με την προηγούμενη συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να μην άλλαξε ο πυρήνας και η ουσία του άρθρου και συνεπώς του θεσμού, αυτό όμως το οποίο άλλαξε ήταν, το ότι μπορούσε η θητεία των μελών τους να παρατείνεται μέχρι τον διορισμό των διαδόχων τους, προκειμένου να αποφεύγεται η δυσλειτουργία τους, όταν δεν υφίσταται η απαιτούμενη αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και άρα συναίνεση.
Με την ισχύουσα μορφή το εν λόγω άρθρο έχει την εξής παθογένεια. Αν και η Κυβέρνηση δεν μπορεί από μόνη της να διορίζει τα μέλη των συνταγματικά κατοχυρωμένων ανεξάρτητων αρχών, εν τούτοις όμως έχει την δυνατότητα να επηρεάζει την διαδικασία μέσω της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας και των εκάστοτε πολιτικών διαπραγματεύσεων ή πολιτικών ανταλλαγμάτων. Οι ανεξάρτητες αρχές μπορεί μεν να δημιουργήθηκαν για να περιορίσουν την κυβερνητική αυθαιρεσία, όμως η λειτουργία τους δεν αρκεί, για να αποκόψει και να ελέγξει την κυβερνητική εξουσία, από την στιγμή κατά την οποία, όπως προκύπτει και από το σχετικό άρθρο του Συντάγματος εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον κοινό νομοθέτη για βασικά και θεμελιώδη ζητήματα της εύρυθμης λειτουργίας τους, όπως ο προϋπολογισμός, η στελέχωση, οι δομές και η γενικά η οργάνωση.
Με την παρούσα μορφή και λειτουργία τους οι ανεξάρτητες αρχές δεν αρκούν για τον περιορισμό του δυναστικού κράτους της εκλόγιμης μοναρχίας, καθότι ακόμη η κυβέρνηση έχει στην κατοχή της θεμελιώδεις συνταγματικές αρμοδιότητες, όπως η κοινουβουλευτική πλειοψηφία, με την οποία ψηφίζονται οι νόμοι, τους οποίους η ίδια προτείνει, ο έλεγχος της δημόσιας διοίκησης και φυσικά η ίδια η άσκηση της διακυβέρνησης του κράτους. Τρανταχτή περίπτωση δυσλειτουργίας του άρθρου 101Α του Συντάγματος, με την ισχύουσα μορφή, ήταν η αλλαγή του διοικητή της ΑΔΑΕ του κ. Ράμμου αναφορικά με το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών, όταν η ΑΔΑΕ επρόκειτο να επιβάλει πρόστιμο στην ΕΥΠ.
Ποιο είναι όμως το πονηρό σημείο, της πρότασης της Κυβέρνησης, το οποίο αναιρεί όλη την υπόλοιπη πρόταση και αποδεικνύει την σκοπιμότητα και την πολιτική μεθόδευση. Ότι την επιλογή θα την κάνει αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, στην οποία ποιος έχει την πλειοψηφία, η Κυβέρνηση. Άρα πάλι η Κυβέρνηση θα έχει τον έλεγχο. Είναι για την ακρίβεια η ίδια πολιτική μεθόδευση, την οποία προτείνετε και στο άρθρο 90 παρ. 5 για την ανάδειξη της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας.
Η ΝΙΚΗ πρότεινε για το ζήτημα αυτό μία άλλη πρόταση ως γενική κατεύθυνση.
Για να λειτουργήσει υγιώς το άρθρο αυτό και άρα ο θεσμός των ανεξάρτητων αρχών και τυπικά και ουσιαστικά να επιτελεί τον πολιτειακό σκοπό του επιτυχώς, πρέπει να αποχωριστεί η επιλογή των στελεχών και των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών από το πολιτικό σύστημα και να μην είναι πλέον αρμόδια η διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αλλά να αναλάβει ένα ανεξάρτητο μεικτό όργανο, το οποίο να αποτελείται εντελώς ενδεικτικά από την ολομέλεια των δικηγορικών συλλόγων, Ολομέλεια Επιμελητηρίων Ελλάδος, καθηγητές νομικών σχολών κα.
Άλλη μία πρόταση, είναι η προσθήκη μίας νέας παραγράφου στο άρθρο αυτό, η οποία να προβλέπει την σύσταση μίας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Προμηθειών, η οποία να έχει την αρμοδιότητα επιλογής, έγκρισης και ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, έργων και υπηρεσιών, κατόπιν εισηγήσεως των αρμοδίων Υπουργείων. Η Αρχή αυτή να λειτουργεί με εγγυήσεις πλήρους διαφάνειας, αντικειμενικότητας και ανεξαρτησίας. Νόμος θα καθορίζει τις διαδικασίες, την σύνθεση, τις αρμοδιότητες και τον έλεγχο των πράξεών της. Η παρούσα πρόταση αναθεώρησης αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση των διαδικασιών δημοσίων προμηθειών και συμβάσεων μέσω της ίδρυσης Ανεξάρτητης Συνταγματικής Αρχής Δημοσίων Προμηθειών από τις παθογένειες της εκτελεστικής εξουσίας.
Άρθρο 102
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Νόμος καθορίζει τους βαθμούς τοπικής αυτοδιοίκησης οι οποίοι είναι έως δύο (2).
Με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης μπορούν να επιβάλλονται τοπικοί ή ειδικοί φόροι ή βάρη οποιασδήποτε φύσης (φορολογική αποκέντρωση). Οι προϋπολογισμοί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης καταρτίζονται μετά από επαρκή δημόσια διαβούλευση με τους κατοίκους των οικείων περιοχών και οφείλουν να διασφαλίζουν τη δημοσιονομική ισορροπία. Οι πειθαρχικές ποινές αργίας/έκπτωσης στα αιρετά όργανα των ΟΤΑ επιβάλλονται με απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 102 του ισχύοντος Συντάγματος της Ελλάδας αφορά στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης – ΟΤΑ) και αποτελεί την κύρια συνταγματική εγγύηση της διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των δήμων και των περιφερειών. Ιστορικά το άρθρο αυτό εισήχθη στην πολιτική, νομική και κοινωνική μας πραγματικότητα με το Σύνταγμα του 1975. Η αναθεώρηση του 2001 ενίσχυσε σημαντικά την αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και εισήγαγε το τεκμήριο αρμοδιότητας υπέρ των ΟΤΑ. Το άρθρο αυτό προστατεύει κυρίως την αυτοδιοίκηση των τοπικών κοινωνιών, την δημοκρατική νομιμοποίηση των τοπικών αρχών μέσω άμεσων εκλογών (εδώ να σημειωθεί, ότι με το νέο σύστημα ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, στο πλαίσιο της προωθούμενης σταδιακά, όπως φαίνεται ηλεκτρονικής δημοκρατίας, υφίστανται κίνδυνοι, οι οποίοι θέτουν εν αμφιβόλω την δημοκρατική νομιμοποίηση των ΟΤΑ), την διοικητική ανεξαρτησία των ΟΤΑ από την κεντρική διοίκηση, την οικονομική τους αυτοτέλεια, την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία οι υποθέσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά σε τοπικό επίπεδο δεν πρέπει να συγκεντρώνονται στο κεντρικό κράτος. Στην ουσία θέλει να αποτρέψει την υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας στο κεντρικό κράτος, να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις για τις τοπικές υποθέσεις λαμβάνονται από αιρετά όργανα που λογοδοτούν στους κατοίκους της περιοχής, να ενισχύσει την συμμετοχή των πολιτών στη δημόσια ζωή, να εξασφαλίσει ότι οι δήμοι και οι περιφέρειες διαθέτουν επαρκή ανεξαρτησία και πόρους για να παρέχουν υπηρεσίες.
Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 102, επιχειρεί να μεταβάλει όχι μόνο τον τρόπο οργάνωσης των ΟΤΑ αλλά και τη χρηματοδότησή τους. Στην πρόταση αυτή ελλοχεύουν κίνδυνοι, οι οποίοι τελικά δυσχεραίνουν το έργο των ΟΤΑ.
Υπάρχει κίνδυνος αύξησης της φορολογικής επιβάρυνσης, λόγω της μεταφοράς φορολογικής εξουσίας στους ΟΤΑ μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη φορολόγηση των πολιτών, καθώς και κίνδυνος το κράτος να περιορίσει τις κρατικές επιχορηγήσεις επικαλούμενο, ότι οι δήμοι μπορούν πλέον να χρηματοδοτούνται μόνοι τους. Ενδέχεται να δημιουργηθούν μεγάλες ανισότητες μεταξύ πλούσιων και φτωχών δήμων, αφού οι εύπορες περιοχές έχουν πολύ μεγαλύτερη φορολογική βάση. Εκτός των άλλων και μετατρέπονται οι ΟΤΑ σε φορεισπράκτορα και δεν ενισχύεται πραγματικά η οικονομική αυτοτέλεια. Η πραγματική οικονομική αυτοτέλεια δεν επιτυγχάνεται μόνο με δυνατότητα επιβολής φόρων. Το Σύνταγμα θα έπρεπε να εγγυάται σαφέστερα υπέρ των ΟΤΑ, σταθερούς κρατικούς πόρους, αντικειμενικά κριτήρια χρηματοδότησης, ουσιαστική μεταφορά αρμοδιοτήτων μαζί με τους αντίστοιχους οικονομικούς πόρους.
Η υποχρέωση ισοσκελισμένων προϋπολογισμών αντιμετωπίζεται από ορισμένους ως περιορισμός της δυνατότητας των δήμων να ασκούν κοινωνική ή αναπτυξιακή πολιτική, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Πρέπει κατά την γνώμη μας να απαντηθεί το ερώτημα : Οι δήμοι πρέπει να έχουν δική τους φορολογική εξουσία, ώστε θεωρητικά να είναι αυτόνομοι ή μήπως τελικά αυτή η θεωρητική φορολογική τους αυτονομία πρέπει να διασφαλίζεται από επαρκή και σταθερή κρατική χρηματοδότηση, για να μην καταλήξουν οι ΟΤΑ φοροεισπράκτορες και επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο οι Έλληνες πολίτες. Η πρόταση αυτή της Κυβέρνησης, θεωρούμε, ότι δεν έχει νόημα και έχει κινδύνους.
Άρθρο 103
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Υποχρέωση αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, με βάση τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας, της επαγγελματικής ικανότητας και της αποδοτικότητας, με δυνατότητα συμμετοχής και του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού. Η αξιολόγηση γίνεται αμφίδρομα, ήτοι και από τους υφισταμένους προς τους προϊσταμένους τους. Νόμος ορίζει τη διαδικασία της αξιολόγησης, τα κριτήρια, τις επιβραβεύσεις πέραν του βασικού μισθού που συνδέονται με τα προσόντα και την απόδοση και τις συνέπειες που αυτή μπορεί να επιφέρει, συμπεριλαμβανομένης της οριστικής παύσης, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Το άρθρο 103 του ισχύοντος Συντάγματος, αφορά στην μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα άρθρα που αφορούν στην λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και στην θέση των δημοσίων υπαλλήλων. Η ανάγκη για την εμφάνιση μίας τέτοιας ρύθμισης συνίσταται στην παροχή συνταγματικών εγγυήσεων και όχι απλά νομοθετικών, για την προστασία από τις αυθαιρεσίες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, οι οποίες εμφανίζονταν με την μορφή απολύσεων δημοσίων υπαλλήλων και την αντικατάστασή τους από άλλους, οι οποίοι ανήκαν στους λεγόμενους ημετέρους ψηφοφόρους, οι οποίοι είχαν γνωριμίες και πολιτικές διασυνδέσεις. Αυτό είναι το λεγόμενο κομματικό ή πελατειακό σύστημα του δυναστικού κράτους, το οποίο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επιβιώνει και σήμερα καταργώντας κάθε έννοια αξιοκρατίας και αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης.
Το σημερινό άρθρο 103 εγγυάται τρείς βασικές αρχές, ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπηρετούν το κράτος και τον λαό, όχι την εκάστοτε κυβέρνηση, ότι η διοίκηση πρέπει να έχει συνέχεια, ανεξάρτητα από τις εκλογές και ότι η μονιμότητα προστατεύει την ανεξαρτησία του υπαλλήλου από πολιτικές πιέσεις.
Μελετώντας την πρόταση της Κυβέρνησης θεωρούμε, ότι πρέπει να τεθούν τρία πάρα πολύ κρίσιμα ερωτήματα, στην βάση της πρότασης της Κυβέρνησης.
Α) Ποιο είναι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της πρότασης της κυβέρνησης για αναθεώρηση αυτού του άρθρου;
Β) Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί χωρίς αναθεώρηση αλλά με νομοθετικά μέτρα, τα οποία είτε υπάρχουν είτε μπορούν να βελτιωθούν
Γ) Ποιες είναι εκείνες οι δικλείδες, οι οποίες θα διασφαλίσουν, ότι η μεταβολή του ισχύοντος συνταγματικού άρθρου δεν θα οδηγήσει σε καταστάσεις, όπως εκείνες τις οποίες ήθελαν να αποτρέψουν οι συνταγματικοί νομοθέτες του 1911, του 1927, του 1952 και του 1975.
Απαντώντας τα ανωτέρω ερωτήματα, θα καταστεί αντιληπτό, ότι δεν υφίσταται απολύτως καμία ανάγκη αναθεώρησης του εν λόγω άρθρου.
Α) Αν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της πρότασης της Κυβέρνησης είναι, η προστασία των ιδίων των εργαζομένων, η προστασία της λειτουργίας του κράτους και του δημοσίου συμφέροντος, από τις κυβερνητικές παρεμβάσεις και αυθαιρεσίες της εκάστοτε κυβερνητικής εξουσίας, τότε δεν έχει απολύτως κανένα νόημα η πρόταση της Κυβέρνησης, γιατί αυτά ήδη επιτυγχάνονται με την ισχύουσα διάταξη.
Β) Η διαπίστωση αυτή απαντά στο δεύτερο ερώτημα, για το αν χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Προφανώς όχι, γιατί ο νόμος ήδη προβλέπει : σύστημα αξιολόγησης, πειθαρχικό δίκαιο, δυνατότητα αργίας, δυνατότητα οριστικής παύσης, υπηρεσιακά συμβούλια, διαδικασίες προσφυγής. Αν λοιπόν είναι κάτι το οποίο πρέπει να βελτιωθεί, αυτό είναι πολύ απλά η ορθή εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου.
Γ) Η Κυβέρνηση είναι εντελώς αφερέγγυα, δεν εμπνέει συναίνεση ούτε και εμπιστοσύνη. Οι πολιτικές της μεθοδεύσεις είναι πρωτόγνωρες, καθότι φροντίζει για την εξωτερική νομιμότητα των πραγμάτων μέσα από διφορούμενες νομικές ερμηνείες παρακάμπτοντας την ουσία των διατάξεων και παραβιάζοντας το κράτος δικαίου. Ποιος εγγυάται, ότι η πρότασή σας επί της ουσίας δεν είναι η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με πρόσχημα την αξιολόγηση. Ουδείς! Πουθενά στην πρότασή σας δεν προκύπτει με σαφήνεια, ότι έχετε δικλείδες ασφαλείας, για να αποτρέψετε τις εκδικητικές απολύσεις με κριτήριο την κομματική ταυτότητα, για να κατασκευάσετε δικό σας κομματικό στρατό.
Μάλιστα η πολιτική σκοπιμότητα της Κυβέρνησης να αλώσει τελείως το κράτος και να το διασύρει ως κομματικό σας λάφυρο στον αγώνα σας για νομή και κατοχή της εξουσίας, φαίνεται και από το σημείο της πρότασή της, σύμφωνα με το οποίο νόμος θα ορίζει την διαδικασία της αξιολόγησης. Για την ακρίβεια ο νόμος είναι της Κυβέρνησης, δικός της, τον οποίο εκείνη θα τον συντάξει, θα τον προτείνει και θα τον ψηφίσει. Επίσης οι αναφορές σας περί αμφίδρομης αξιολόγησης στις βάσεις της αμεροληψίας και της ουδετερότητας είναι ξεκάθαρα νομικά πυροτεχνήματα, νομικός περισπασμός για να πετύχετε τον σκοπό σας.
Το ζητούμενο είναι να λειτουργεί σωστά η δημόσια διοίκηση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και όχι μέσα από μία υποκρυπτόμενη προσπάθεια της Κυβέρνησης να αντικατασταθεί το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης με κριτήριο τις κομματικές πεποιθήσεις.
Με την πρότασή προσπαθεί δήθεν να δείξει, ότι μεταρρυθμίζει κάτι. Αυτό όμως το οποίο χρειάζεται η σωστή εφαρμογή του νόμου και της ισχύουσας συνταγματικής διάταξης και όχι η αναθεώρησή της.
Άρθρο 118
Η Κυβέρνηση προτείνει :
«Μεταβατική διάταξη ως προς την εφαρμογή των αναθεωρημένων παραγράφων 1 και 5 του άρθρου 30 ως προς τον ήδη υπηρετούντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας».
Θέση της ΝΙΚΗΣ
Είναι τεχνικό άρθρο, για το θέμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, υπάρχει τοποθέτηση στο σχετικό άρθρο
Ζ) Προτάσεις ΝΙΚΗΣ, γενικοί άξονες
Η ΝΙΚΗ προτείνει μια ουσιαστική Συνταγματική Αναθεώρηση με επίκεντρο την αποκατάσταση της διάκρισης των εξουσιών, την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τον περιορισμό της κυβερνητικής αυθαιρεσίας. Ζητά η ηγεσία της Δικαιοσύνης να πάψει να διορίζεται από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία, να αποκλειστεί η μεταπήδηση δικαστικών σε κυβερνητικές ή θεσμικές θέσεις μετά την αφυπηρέτησή τους και να καταργηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών, ώστε η δίωξη πολιτικών προσώπων να μην εξαρτάται από την ίδια πλειοψηφία που κυβερνά.
Παράλληλα, θέτει ζήτημα εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος, ζητώντας ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, απαγόρευση τραπεζικού δανεισμού των κομμάτων και αποκλεισμό από τις εκλογές κομμάτων που έχουν χρέη σε τράπεζες ή τρίτους. Προτείνει ακόμη την απαγόρευση συμμετοχής κρατικών λειτουργών, βουλευτών, κυβερνητικών στελεχών και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας σε μυστικές οργανώσεις, όταν οι δεσμεύσεις τους συγκρούονται με το δημόσιο και εθνικό συμφέρον.
Στο κοινωνικό και αξιακό πεδίο, η ΝΙΚΗ ζητά τη συνταγματική κατοχύρωση της αξίας της ζωής του αγέννητου παιδιού και του γάμου ως εκούσιας ένωσης ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Στο πεδίο των ατομικών ελευθεριών, προτάσσει την προστασία των πολιτών από τον ψηφιακό ολοκληρωτισμό, με απαγόρευση του Προσωπικού Αριθμού, του ψηφιακού φακελώματος και με κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μετρητών στις συναλλαγές. Δεδομένου, ότι η παρούσα Βουλή είναι προτείνουσα και εξετάζει το αν πρέπει ή δεν πρέπει να αναθεωρηθεί ένα άρθρο, οι προτάσεις της ΝΙΚΗΣ έχουν τις εξής γενικές κατευθύνσεις :
Συγκεκριμένα:
- Απόλυτη διάκριση μεταξύ νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας με διασφάλιση της δημοκρατικής αρχής.
- Η ηγεσία της Δικαιοσύνης να μην διορίζεται από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία.
- Κανένας δικαστικός να μην λαμβάνει κυβερνητική θέση ή θέση σε ανεξάρτητη αρχή μετά από την αφυπηρέτησή του.
- Το αξίωμα του υπουργού-υφυπουργού είναι ασυμβίβαστο με τη βουλευτική ιδιότητα.
- Κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών και αποσύνδεση της απόφασης για τη δίωξη των υπουργών από την εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία.
- Απαγόρευση του τραπεζικού δανεισμού των κομμάτων. Να αρκούνται μόνο στην κρατική επιχορήγηση.
- Απαγόρευση συμμετοχής στις εκλογές των κομμάτων που έχουν χρέη σε Τράπεζες ή τρίτους.
- Απαγόρευση συμμετοχής μελών της κυβέρνησης, βουλευτών, δημοσίων υπαλλήλων, και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, σε μυστικές οργανώσεις ή οργανώσεις που οι όρκοι ή οι υποσχέσεις των μελών τους δημιουργούν σύγκρουση καθηκόντων με το δημόσιο και εθνικό συμφέρον.
- Κατοχύρωση της αξίας της ζωής του αγέννητου παιδιού.
- Κατοχύρωση του γάμου ως της εκούσιας ένωσης ενός άνδρα και μιας γυναίκας.
- Μέριμνα του κράτους κατά του ψηφιακού ολοκληρωτισμού.
- Απαγόρευση του προσωπικού αριθμού και του ψηφιακού φακελώματος.
- Κατοχύρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των μετρητών και της χρήσης τους στις συναλλαγές.
Στην επόμενη αναθεωρητική Βουλή, η οποία έχει την αρμοδιότητα να διαμορφώσει το τελικό κείμενο των διατάξεων, το ακριβές περιεχόμενο και την νομοτεχνική διατύπωση, οι οποίες έχουν ήδη κριθεί αναθεωρητέες από την παρούσα προτείνουσα Βουλή, η ΝΙΚΗ θα έχει συγκεκριμένες προτάσεις και ως προς την διατύπωση.
Η) Επίλογος, το όραμα της ΝΙΚΗΣ για την Πολιτική και την Δημοκρατία
Η ΝΙΚΗ απέναντι σε αυτήν την θλιβερή εικόνα της σύγχρονης ελλειμματικής δημοκρατίας αντιτάσσει μία δημοκρατία της οποίας η λειτουργία αληθεύει στην πράξη και ενώνει καρδιακά όλους τους Έλληνες, γιατί είναι αποτέλεσμα εμπειρικού βιώματος και όχι νοητικών κομματικών ιδεολογιών και φιλοσοφικών τάσεων, οι οποίες διχάζουν. Αυτή εξάλλου είναι η τεράστια διαφορά την οποία έχει η Ρωμηοσύνη μας σε σχέση με το πνεύμα της Δύσης. Ότι δηλαδή αναζητούμε την αλήθεια των πραγμάτων μέσω του καρδιακού εμπειρικού βιώματος και όχι μέσω νοητικών σκέψεων. Η εμπειρία είναι αυτή, η οποία δίνει ορθή κρίση και ασφαλές συμπέρασμα και όχι η απλή ιδεολογία.
Οραματιζόμαστε μία δημοκρατία, η οποία :
• απελευθερωμένη από την επιρροή των κομμάτων στον κρατικό μηχανισμό διδάσκει σε όλους τους πολίτες, την αξιοκρατία, τον υγιή δημοκρατικό συλλογισμό με αίτιο και αιτιατό, την αξία του διαλόγου και τον σεβασμό στο δικαίωμα έκφρασης της αντίθετης άποψης
• εδράζεται στην ουσιαστική διαβούλευση των νόμων και συνδιαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών με όλο το φάσμα της κοινωνίας των πολιτών και κατ’ επέκτασιν εξασφαλίζει την ευρεία λαϊκή συμμετοχή στην πολιτική
• προωθεί θεσμικά την παροχή δημοκρατικής παιδείας από την μικρή ηλικία, δημιουργώντας ένα υψηλό επίπεδο πολιτικής αντίληψης για κάθε άνθρωπο, έτσι ώστε να μπορεί η ίδια η δημοκρατία να προστατεύει τον εαυτό της μέσω της παιδείας
• απελευθερώνει τον βουλευτή από την πίεση της κομματικής πειθαρχίας και του επιτρέπει να εκφράζεται όντως ελεύθερα και κατά συνείδηση
• καθιερώνει τον θεσμό της πολιτικής λογοδοσίας για κάθε αιρετό αξίωμα στο τέλος της θητείας του
• προστατεύει, ενισχύει και σέβεται απόλυτα την τριμερή διάκριση των εξουσιών καθώς και την θεσμική λειτουργία των ανεξάρτητων διοικητικών αρχών
• καταργεί τις σχέσεις μεταξύ συνδικαλισμού και κομμάτων, έτσι ώστε η συνδικαλιστική εκλογή να αφορά μόνο πρόσωπα και όχι συνδυασμούς
• σχεδιάζει και προωθεί με την βοήθεια ειδικών, ένα εθνικό και σταθερό σχέδιο αναπτύξεως για κάθε τομέα, το οποίο θα πρέπει να βελτιώνεται και να εφαρμόζεται από κάθε κυβέρνηση, χωρίς να μπορεί ο καθένας να το ακυρώνει ή να το αλλάζει κατά την δική του κομματική ιδεολογία. Διότι εάν «εις οικοδομών και εις καταλύων, τις ωφέλεια;».
Ζητούμενο και σκοπός είναι ο κυρίαρχος Ελληνικός λαός να συμμετέχει ουσιαστικά στην πολιτική, να διαμορφώνει Δημοκρατική παιδεία και ανάλογο ήθος ήδη από την νεαρή ηλικία, έτσι ώστε να μην συνθλίβεται και καταδυναστεύεται από την καταλυτική διακυβέρνηση των κομμάτων, αλλά να μετέχει ουσιαστικά και βιωματικά στην διακυβέρνηση της πολιτείας σε ένα πλαίσιο αληθούς Δημοκρατίας. Αυτό το πλαίσιο εκτός από τον αυστηρά τεχνικό και κυβερνητικό χαρακτήρα θα αναδείξει και την ποιμαντική και παιδαγωγική διάσταση της πολιτικής ως αρετής.

