Τριάντα χρόνια συμπληρώνονται από την κρίση των Ιμίων και, δυστυχώς, το αποτύπωμά της παραμένει βαρύ και ενεργό στο Αιγαίο. Δεν πρόκειται απλώς για ένα επεισόδιο του παρελθόντος, αλλά για μια στρατηγική καμπή, η οποία άνοιξε τον δρόμο στη θεωρία των «Γκρίζων Ζωνών», στην έμπρακτη αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας και στη μονιμοποίηση ενός καθεστώτος εθνικής υποχώρησης.
Η κρίση του Ιανουαρίου του 1996 δεν ξέσπασε τυχαία. Η Τουρκία εκμεταλλεύθηκε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας και ακυβερνησίας στην Ελλάδα, προκαλώντας συνειδητά ένα επεισόδιο χαμηλής έντασης, το οποίο εξελίχθηκε σε μείζονα εθνική κρίση. Η προσάραξη του τουρκικού φορτηγού στα Ίμια και η άρνηση του πλοιάρχου να δεχθεί ελληνική βοήθεια, ήταν η απαρχή μιας προσχεδιασμένης αμφισβήτησης κυριαρχίας.
Η Τουρκία κινήθηκε μεθοδικά: ρηματικές διακοινώσεις, νομικά επιχειρήματα, στρατιωτική κλιμάκωση και, τελικά, κατάληψη ελληνικού εδάφους από Τούρκους βατραχανθρώπους. Για πρώτη φορά μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις πάτησαν ελληνικό έδαφος στο Αιγαίο, χωρίς η Ελλάδα να αντιδράσει αποφασιστικά.
Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική, η ελληνική πλευρά παρουσίασε πολιτική αμηχανία, έλλειψη συντονισμού και απουσία σαφούς εθνικής γραμμής. Δεν υπήρξε καθορισμός εθνικού στόχου, δεν ενεργοποιήθηκε έγκαιρα το σύστημα χειρισμού κρίσεων, δεν υπήρχαν σαφείς κανόνες εμπλοκής. Η διαχείριση της κρίσης αφέθηκε σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες, ενώ η πολιτική ηγεσία επιδίωκε την αποκλιμάκωση με κάθε κόστος.
Το κόστος αυτό αποδείχθηκε τεράστιο.
Η αμερικανική μεσολάβηση, που παρουσιάστηκε ως «σωτήρια», δεν αποσκοπούσε στην αποκατάσταση του Διεθνούς Δικαίου, αλλά στην αποφυγή σύγκρουσης μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Το περιβόητο «no boats, no flags, no men on the islands or in the proximity» δεν αποκατέστησε το status quo ante. Αντιθέτως, νομιμοποίησε στην πράξη την τουρκική αμφισβήτηση, εγκαινιάζοντας ένα καθεστώς ουδετεροποίησης ελληνικού εδάφους.
Η Ελλάδα αποδέχθηκε μια συμφωνία χωρίς σημαίες, χωρίς παρουσία και χωρίς κυριαρχία στην πράξη. Και το πλήρωμα αυτής της επιλογής ήρθε λίγους μήνες αργότερα με τη Συμφωνία της Μαδρίτης, όπου η χώρα μας αναγνώρισε τα λεγόμενα «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο και δεσμεύθηκε για αποφυγή «μονομερών ενεργειών» — δηλαδή για μη άσκηση κατοχυρωμένων κυριαρχικών δικαιωμάτων, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.
Το μοντέλο ήταν γνώριμο. Η Τουρκία δημιουργεί τετελεσμένα, η διεθνής κοινότητα εξισώνει θύτη και θύμα και η Ελλάδα καλείται σε αυτοσυγκράτηση. Το ίδιο μοντέλο εφαρμόζεται επί δεκαετίες στην Κύπρο και επιχειρήθηκε να μεταφερθεί αυτούσιο στο Αιγαίο.
Τριάντα χρόνια μετά, τα αποτελέσματα είναι ορατά. Η θεωρία των Γκρίζων Ζωνών παραμένει στο τραπέζι. Η «Γαλάζια Πατρίδα» αποτελεί επίσημο τουρκικό δόγμα. Η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται στα Ίμια, αλλά επεκτείνεται σε ολόκληρο το Αιγαίο και τη Θράκη.
Όπως τόνισε ο πρόεδρος της ΝΙΚΗΣ, Δημήτρης Νατσιός, τα Ίμια δεν ήταν απλώς μια κρίση, αλλά μια μεγάλη εθνική ήττα χωρίς πόλεμο, μια στιγμή όπου η ελληνική σημαία υποστάλθηκε και δεν επανήλθε ποτέ. Φράσεις όπως το «ευχαριστούμε τις Ηνωμένες Πολιτείες», το «ας πάρει ο άνεμος τη σημαία» και το «no flags», είναι σύμβολα μιας πολιτικής νοοτροπίας υποχωρητικότητας.
Εμείς στη ΝΙΚΗ πιστεύουμε ότι το δίδαγμα των Ιμίων είναι σαφές:
Η εθνική ασφάλεια δεν διασφαλίζεται ούτε με ευχές ούτε με ξένες εγγυήσεις, αλλά απαιτεί πολιτική βούληση, εθνική στρατηγική, ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, διακλαδική ετοιμότητα και ξεκάθαρους κανόνες εμπλοκής. Απαιτεί επίσης θεσμούς, όπως ένα ουσιαστικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, που θα προλαμβάνει και δεν θα διαχειρίζεται εκ των υστέρων εθνικές ήττες.
Τα Ίμια δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια «δύσκολη ανάμνηση», αλλά ως προειδοποίηση. Γιατί οι κρίσεις δεν οδηγούν πάντα σε πόλεμο. Μπορούν όμως να οδηγήσουν σε απώλεια εθνικής κυριαρχίας.
Και αυτό, για την Ελλάδα, δεν είναι αποδεκτό.
Φόρος τιμής στους πεσόντες ήρωες των Ιμίων:
Χριστόδουλος Καραθανάσης – Παναγιώτης Βλαχάκος – Έκτορας Γιαλοψός.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

