Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους τοποθετήθηκε ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ και βουλευτής Λάρισας, Γεώργιος Ρούντας, σχετικά με τις ραγδαίες εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, μέσα από διαδοχικές τηλεοπτικές του παρεμβάσεις. Το ζήτημα, που βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, φαίνεται να αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει και των νέων δικογραφιών που διαβιβάζονται στη Βουλή, αλλά και της επικείμενης συζήτησης σε κοινοβουλευτικό επίπεδο.
Ο κ. Ρούντας χαρακτήρισε την υπόθεση «σκάνδαλο μεγατόνων», επισημαίνοντας ότι από την πρώτη του εμπλοκή στην εξεταστική επιτροπή είχε διαπιστώσει, όπως υποστήριξε, προσπάθεια χειραγώγησης της διαδικασίας από την κυβερνητική πλειοψηφία. Έκανε λόγο για μονοκομματικό προεδρείο και για μεθοδεύσεις που, κατά την άποψή του, οδήγησαν σε ένα πόρισμα προσαρμοσμένο στις πολιτικές επιδιώξεις της κυβέρνησης, αφήνοντας αιχμές για τον τρόπο λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών.
Αναφερόμενος στις πρόσφατες εξελίξεις, τόνισε ότι η διαβίβαση νέων δικογραφιών –που φέρονται να εμπλέκουν εν ενεργεία βουλευτές, ακόμη και μέλη της κυβέρνησης– επιβεβαιώνει τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Όπως σημείωσε, οι ευθύνες δεν μπορούν να αποδοθούν σε άγνοια ή σε μεμονωμένα περιστατικά, αλλά, αντιθέτως, συνδέονται με έναν ευρύτερο μηχανισμό λειτουργίας. «Ή υπάρχει πλήρης ανικανότητα ελέγχου ή υπάρχει γνώση και συνενοχή», ανέφερε χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας την κυβερνητική επιχειρηματολογία περί άγνοιας.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη θεσμική και δημοκρατική διάσταση του ζητήματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η πιθανή καταβολή παράνομων επιδοτήσεων, αλλά η μετατροπή της πολιτικής διαδικασίας σε πεδίο συναλλαγής. Υποστήριξε ότι η ψήφος των πολιτών κινδυνεύει να απαξιωθεί, όταν –όπως είπε– χρησιμοποιείται ως αντικείμενο ανταλλαγής μέσω εξυπηρετήσεων και παροχών. Σε αυτό το πλαίσιο, έκανε λόγο για «κανονικοποίηση» πρακτικών που πλήττουν ευθέως τη δημοκρατική λειτουργία.
Παράλληλα, ο κ. Ρούντας επιχείρησε να διαχωρίσει τη θεμιτή πολιτική παρέμβαση από τις καταχρηστικές πρακτικές. Όπως ανέφερε, είναι αποδεκτό ένας βουλευτής να αναδεικνύει προβλήματα πολιτών και να ζητά από τις αρμόδιες υπηρεσίες την εφαρμογή του νόμου. Ωστόσο, χαρακτήρισε «αθλιότητα» την άσκηση πιέσεων ή την εκμετάλλευση της θέσης για την εξασφάλιση παράνομων ωφελημάτων, με στόχο –όπως υποστήριξε– την εξαγορά πολιτικής στήριξης.
Εξαπέλυσε επίσης σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης, κατηγορώντας την ότι έχει ταυτίσει το κομματικό συμφέρον με το κρατικό και το εθνικό. Υποστήριξε ότι η επίκληση του «κράτους δικαίου» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική λογοδοσία. Μάλιστα, στο πόρισμα που έχει καταθέσει, κάνει λόγο για οργανωμένο σύστημα διαφθοράς, εκτιμώντας ότι οι εξελίξεις με τις νέες δικογραφίες ενισχύουν αυτή την εκτίμηση.
Τέλος, ο αντιπρόεδρος της ΝΙΚΗΣ στάθηκε και στις κοινωνικές συνέπειες της υπόθεσης, τονίζοντας ότι τέτοιου είδους φαινόμενα εντείνουν το αίσθημα αδικίας στην κοινωνία. Όπως σημείωσε, όταν πόροι κατευθύνονται σε μη δικαιούχους, στερούνται από πολίτες που πραγματικά τους έχουν ανάγκη, όπως αγρότες και κτηνοτρόφοι. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η επανάληψη τέτοιων πρακτικών οδηγεί σε απαξίωση της πολιτικής, ιδιαίτερα από τη νεότερη γενιά, υπονομεύοντας τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών.

