Όποιος παρακολουθεί την καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση εύκολα σχηματίζει την εικόνα μιας διαρκούς σύγκρουσης. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από όσα λέγονται στα τηλεοπτικά πάνελ ή στις ανακοινώσεις των κομμάτων. Συχνά μεγαλύτερη σημασία έχουν τα αποτελέσματα που παράγονται στην πράξη. Και εκεί είναι που αρχίζουν τα πραγματικά ερωτήματα.
Ένα από αυτά αφορά τον Κυριάκο Βελόπουλο και την Ελληνική Λύση. Είναι πράγματι ο πιο σκληρός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη ή μήπως λειτουργεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, ως η πιο χρήσιμη πολιτική εφεδρεία της Νέας Δημοκρατίας;
Το ερώτημα δεν είναι καθόλου θεωρητικό. Αντίθετα, γίνεται όλο και πιο επίκαιρο όσο η κυβέρνηση φθείρεται και όσο η δεξιά πολυκατοικία αναδιατάσσεται σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, ενόψει των επόμενων εκλογικών αναμετρήσεων.
Ο Βελόπουλος έχει χτίσει την πολιτική του παρουσία πάνω στην αμφισβήτηση του συστήματος εξουσίας. Καταγγέλλει το Μαξίμου, επιτίθεται προσωπικά στον πρωθυπουργό, μιλά για διαφθορά, για συγκάλυψη και για πολιτικές που, όπως υποστηρίζει, απομακρύνουν τη χώρα από τα εθνικά της συμφέροντα. Είναι όμως η ένταση της κριτικής ικανή να παράξει πολιτικό αποτέλεσμα;
Και εδώ αρχίζει η συζήτηση.
Κάθε φορά που η Νέα Δημοκρατία περνά μια δύσκολη περίοδο, είτε λόγω των Τεμπών είτε λόγω των υποκλοπών είτε λόγω της ακρίβειας, ένα σημαντικό κομμάτι των ψηφοφόρων της απομακρύνεται. Το παράδοξο είναι ότι μεγάλο μέρος αυτής της δυσαρέσκειας δεν κατευθύνεται προς δυνάμεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν συνολικά το πολιτικό σκηνικό. Αντίθετα, όπως αναφέρεται στις δημοσκοπήσεις, βρίσκει καταφύγιο στην Ελληνική Λύση.
Με άλλα λόγια, ο δυσαρεστημένος νεοδημοκράτης δεν εγκαταλείπει πραγματικά τον χώρο της Δεξιάς. Απλώς μετακινείται σε ένα άλλο δωμάτιο της ίδιας πολυκατοικίας. Έτσι η Νέα Δημοκρατία μπορεί να χάνει πρόσκαιρα ποσοστά, αλλά η πολιτική ηγεμονία του χώρου παραμένει ανέπαφη.
Το στοιχείο αυτό είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους αρκετοί πολιτικοί αναλυτές θεωρούν ότι η Ελληνική Λύση απορροφά μεγάλο μέρος της δυσαρέσκειας που αναπτύσσεται στον χώρο της Δεξιάς.
Παράλληλα, προβληματισμό προκαλεί και η επιλογή του κόμματος να διατηρεί αποστάσεις από πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ευρύτερη αντιπολιτευτική συνεργασία. Παρότι ο Βελόπουλος εμφανίζεται ιδιαίτερα επιθετικός απέναντι στην κυβέρνηση, επιλέγει σχεδόν πάντα να κινηθεί μόνος του. Είτε πρόκειται για κοινοβουλευτικές συγκρούσεις είτε για πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο μέτωπο πίεσης προς το Μαξίμου, η Ελληνική Λύση προτιμά να κρατά αποστάσεις.
Φυσικά, αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως επιλογή πολιτικής αυτονομίας. Μπορεί όμως να ερμηνευθεί και διαφορετικά. Ως μια στάση που τελικά διευκολύνει την κυβέρνηση, αφού η αντιπολίτευση παραμένει διασπασμένη και αδυνατεί να συγκροτήσει έναν ενιαίο πόλο αμφισβήτησης.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική υπήρξε η στάση του κόμματος της Ελληνικής Λύσης στην υπόθεση των υποκλοπών. Η υπόθεση άγγιξε τον στενό πυρήνα της εξουσίας και έφερε στο προσκήνιο τον Γρηγόρη Δημητριάδη, τότε Γενικό Γραμματέα του Πρωθυπουργού και έναν από τους πιο στενούς συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Σε μια περίοδο που μεγάλο μέρος της κοινωνίας ζητούσε πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης, πολλοί περίμεναν ότι τα κόμματα που καταγγέλλουν καθημερινά την κυβέρνηση θα πρωτοστατούσαν στην άσκηση πίεσης. Ωστόσο, ο κ. Βελόπουλος δεν βρέθηκε στην αιχμή αυτής της αντιπαράθεσης.
Για αρκετούς πολίτες αυτό λειτούργησε ως ακόμη ένα καμπανάκι. Γιατί αν θεωρείς ότι απέναντί σου βρίσκεται ένα βαθιά προβληματικό σύστημα εξουσίας, τότε εύλογα περιμένει κανείς να δώσεις όλες τις μάχες που μπορούν να το φέρουν σε δύσκολη θέση.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν δούμε τι μπορεί να συμβεί στις επόμενες εκλογές.
Στο παρασκήνιο συζητείται εδώ και καιρό το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα υπό τον Αντώνη Σαμαρά. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, ο μεγάλος χαμένος ενδέχεται να μην είναι η Νέα Δημοκρατία αλλά ο ίδιος ο Βελόπουλος.
Ο λόγος είναι απλός. Ο πρώην πρωθυπουργός μπορεί να απευθυνθεί ακριβώς στο ίδιο ακροατήριο. Σε πατριωτικούς, συντηρητικούς και απογοητευμένους νεοδημοκράτες που θέλουν μια πιο σκληρή γραμμή στα εθνικά ζητήματα, αλλά ταυτόχρονα αναζητούν πρόσωπα με κυβερνητική εμπειρία.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, ο Βελόπουλος πιθανότατα θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τον Σαμαρά ως μέρος του παλιού πολιτικού συστήματος. Θα προσπαθήσει να πείσει τους ψηφοφόρους ότι ο πρώην πρωθυπουργός δεν αποτελεί εναλλακτική λύση, αλλά μια ανακύκλωση του ίδιου πολιτικού προσωπικού.
Παράλληλα όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος και με τη ΝΙΚΗ. Ένα κόμμα που μπορεί να μη διαθέτει την εκλογική δύναμη της Ελληνικής Λύσης, διαθέτει όμως μια ιδιαίτερα συμπαγή εκλογική βάση με έντονα θρησκευτικά, πατριωτικά και παραδοσιακά χαρακτηριστικά.
Εδώ ο Βελόπουλος αναμένεται να κινηθεί πιο προσεκτικά. Δύσκολα θα συγκρουστεί ιδεολογικά με τη ΝΙΚΗ, γιατί γνωρίζει ότι οι ψηφοφόροι των δύο κομμάτων μοιράζονται αρκετές κοινές ευαισθησίες. Πιθανότερο είναι να επιχειρήσει να εμφανιστεί ως η μόνη δύναμη που μπορεί να επηρεάσει πραγματικά τις πολιτικές εξελίξεις. Το μήνυμα θα είναι σαφές. Σεβασμός προς τους ψηφοφόρους της ΝΙΚΗΣ, αλλά ταυτόχρονα το επιχείρημα ότι η ψήφος σε μικρότερα κόμματα δεν μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικές ανατροπές.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αναδιάταξη δυνάμεων, παραμένει το βασικό ερώτημα.
Όταν ένα κόμμα απορροφά τη δυσαρέσκεια της κυβερνητικής παράταξης, όταν αποφεύγει τις ευρύτερες αντιπολιτευτικές συγκλίσεις και όταν τελικά δεν μεταβάλλει τους βασικούς πολιτικούς συσχετισμούς, λειτουργεί ως πραγματικός αντίπαλος της εξουσίας ή ως η ασφαλέστερη εφεδρεία της;
Η απάντηση, όπως πάντα στην πολιτική, δεν βρίσκεται στα συνθήματα. Βρίσκεται στα αποτελέσματα. Και αυτά είναι που θα κρίνουν τελικά αν ο Κυριάκος Βελόπουλος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να απειλήσει την κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας ή αν αποτελεί, τελικά, τον πιο χρήσιμο συνομιλητή της μέσα στη δεξιά πολυκατοικία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, ωστόσο, υπάρχει και μια διαφορετική πολιτική πρόταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ΝΙΚΗ δεν εμφανίστηκε ως ένα ακόμη κόμμα διαμαρτυρίας ούτε επένδυσε αποκλειστικά στην αγανάκτηση των πολιτών. Από την πρώτη στιγμή επέλεξε να καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για την οικονομία, την παιδεία, το δημογραφικό, την αγροτική ανάπτυξη, την εξωτερική πολιτική και τη θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας. Διαθέτει συγκεκριμένο πρόγραμμα, σαφείς θέσεις και μια πολιτική αντίληψη που δεν περιορίζεται σε καταγγελίες ή τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.
Το σημαντικότερο όμως στοιχείο είναι ίσως αυτό που σπανίζει περισσότερο στη σημερινή πολιτική πραγματικότητα. Το ηθικό πλεονέκτημα. Σε μια εποχή όπου η κοινωνία παρακολουθεί διαρκώς υποθέσεις διαφθοράς, συναλλαγών και πολιτικών μεταμορφώσεων, η ΝΙΚΗ εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς κυβερνητικά βάρη, χωρίς σκιές σκανδάλων και χωρίς εξαρτήσεις από ισχυρά οικονομικά ή μιντιακά κέντρα. Η πολιτική της παρουσία στηρίζεται στην αξιοπιστία, στη συνέπεια, στις αξίες και στην πίστη ότι η πολιτική μπορεί να υπηρετεί το κοινό καλό και όχι προσωπικές ή κομματικές επιδιώξεις.
Αν ο Βελόπουλος διεκδικεί την ψήφο της διαμαρτυρίας και η Νέα Δημοκρατία την ψήφο της εξουσίας, η ΝΙΚΗ διεκδικεί την ψήφο της συνείδησης. Με ολοκληρωμένο πρόγραμμα, τεκμηριωμένες προτάσεις και κυρίως με το ηθικό πλεονέκτημα που απορρέει από την καθαρή της διαδρομή, φιλοδοξεί να αποδείξει ότι η πολιτική μπορεί να παραμείνει λειτούργημα και όχι επάγγελμα. Και σε μια κοινωνία που έχει κουραστεί από υποσχέσεις, σκάνδαλα και πολιτικές μεταμορφώσεις, αυτό ίσως αποδειχθεί το πιο ισχυρό πολιτικό μήνυμα των επόμενων ετών. Γιατί οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι συσχετισμοί μεταβάλλονται και τα κόμματα ανεβοκατεβαίνουν δημοσκοπικά. Οι αξίες, η συνέπεια και η ηθική στην πολιτική είναι εκείνα που τελικά καθορίζουν αν μια παράταξη ήρθε απλώς για να συμμετάσχει στο σύστημα ή για να το αλλάξει.

