Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τη μετανάστευση των Ελλήνων προκάλεσε μια δημόσια συζήτηση που κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μια στείρα αριθμολαγνεία και σε απλουστευτικά συμπεράσματα.
Η έκθεση δεν δικαιώνει ούτε τους πανηγυρισμούς ούτε τον μηδενισμό.
Αναδεικνύει πως η Ελλάδα χρειάζεται μια εθνική στρατηγική αξιοποίησης του σημαντικότερου κεφαλαίου της: των ανθρώπων της.
Από τη μία πλευρά, προβάλλεται έντονα το γεγονός ότι, για πρώτη φορά μετά το 2009, το ισοζύγιο έγινε θετικό, καθώς οι επιστροφές στη χώρα ξεπέρασαν τις αναχωρήσεις. Η διαπίστωση αυτή είναι πραγματική και δεν υπάρχει λόγος να την αμφισβητήσει κανείς.
Από την άλλη πλευρά, επισημαίνεται με την ίδια ένταση ότι περισσότεροι από 30.000 Έλληνες εξακολουθούν να μεταναστεύουν κάθε χρόνο, άρα η αιμορραγία συνεχίζεται. Και αυτό, δυστυχώς, είναι επίσης αλήθεια.
Όμως, καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν αποτυπώνει το ουσιαστικό μήνυμα της έκθεσης. Ο ΟΟΣΑ δεν συνέταξε μια μελέτη για να τροφοδοτήσει εγχώριες πολιτικές σκοπιμότητες ή πρόσκαιρη αισιοδοξία. Περιγράφει κάτι πολύ πιο σύνθετο: μια χώρα που αφήνει πίσω της τη φάση της μαζικής φυγής των χρόνων της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας σταθερής και βιώσιμης επιστροφής του ανθρώπινου κεφαλαίου της.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Η Ελλάδα έκανε ένα σημαντικό πρώτο βήμα, αλλά δεν έχει ακόμη φτάσει στον προορισμό της.
Οι αριθμοί το αποδεικνύουν. Ναι, οι επιστροφές αυξάνονται. Ταυτόχρονα, όμως, δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας, ιδιαίτερα σε κρίσιμους κλάδους αιχμής, όπως η υγεία, η πληροφορική και η έρευνα, εξακολουθούν να αναζητούν στο εξωτερικό καλύτερες αμοιβές και ένα περιβάλλον που ανταμείβει την προσπάθεια. Περισσότεροι από 800.000 Έλληνες που γεννήθηκαν στη χώρα εξακολουθούν να ζουν σε κράτη του ΟΟΣΑ, γεγονός που περιορίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της Ελλάδας.
Το σημαντικότερο εύρημα της έκθεσης, ωστόσο, είναι ότι ο ΟΟΣΑ ουσιαστικά αλλάζει το ίδιο το ερώτημα. Για πολλά χρόνια αναρωτιόμασταν πόσοι έφυγαν. Σήμερα συζητούμε πόσοι επέστρεψαν. Ο ΟΟΣΑ, όμως, μας καλεί να απαντήσουμε σε κάτι διαφορετικό: πώς θα γίνει η Ελλάδα μια χώρα που παράγει, κρατά, επαναπατρίζει και αξιοποιεί το ανθρώπινο κεφάλαιό της;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στα φορολογικά κίνητρα, τα οποία ασφαλώς έχουν τη σημασία τους, ούτε γενικά στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Βρίσκεται στη συνολική εμπειρία ζωής και εργασίας που προσφέρει μια χώρα στους ανθρώπους της.
Απαιτείται ένα θεσμικό περιβάλλον που να εγγυάται την αξιοκρατία, να προσφέρει καθαρές προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, να διασφαλίζει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και να αναβαθμίζει την ποιότητα των πανεπιστημίων μας. Μόνο έτσι ένας νέος άνθρωπος θα μπορέσει να αποκτήσει κατοικία, να δημιουργήσει οικογένεια και να σχεδιάσει το μέλλον του με ασφάλεια, χωρίς να αισθάνεται ότι οι πραγματικές ευκαιρίες βρίσκονται πάντα πέρα από τα σύνορα.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι λάθος να αντιμετωπίζουμε το θετικό ισοζύγιο των δύο τελευταίων ετών ως απόδειξη ότι το πρόβλημα λύθηκε. Είναι όμως εξίσου λάθος να αρνηθούμε ότι κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει.
Η πραγματική πρόκληση ξεκινά τώρα, και ο ίδιος ο ΟΟΣΑ αφιερώνει μεγάλο μέρος της έκθεσής του στις πολιτικές του μέλλοντος. Για να περάσουμε όμως από τις διαπιστώσεις στις πράξεις, χρειαζόμαστε μια συγκεκριμένη, εθνική στρατηγική, που θα κινείται σε τρεις άξονες:
Διακομματική συναίνεση: Η στρατηγική για το ανθρώπινο κεφάλαιο δεν μπορεί να αποτελεί πεδίο καθημερινής κομματικής αντιπαράθεσης ούτε να αλλάζει με κάθε εναλλαγή κυβέρνησης ή υπουργού. Απαιτείται μακρόπνοος σχεδιασμός με ορίζοντα δεκαετίας.
Γέφυρες με τη διασπορά: Πρέπει να δούμε τους Έλληνες του εξωτερικού όχι ως μια «χαμένη γενιά», αλλά ως ένα τεράστιο εθνικό κεφάλαιο. Μέσα από σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες και δίκτυα μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη γνώση και τις διεθνείς διασυνδέσεις τους, ακόμη κι αν οι ίδιοι επιλέξουν να μην επιστρέψουν στη χώρα.
Σύνδεση παιδείας και παραγωγής: Απαιτείται ταχύτερη αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων και ουσιαστική ενίσχυση της έρευνας και της καινοτομίας, ώστε τα ελληνικά πανεπιστήμια και οι επιχειρήσεις να δημιουργούν θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης και αξιοπρεπών αμοιβών.
Αν περιορίσουμε τη συζήτηση στο αν οι επιστροφές ήταν μερικές χιλιάδες παραπάνω ή παρακάτω, θα έχουμε χάσει την ουσία. Η επιτυχία μιας χώρας δεν μετριέται με πρόσκαιρους στατιστικούς δείκτες. Μετριέται από το αν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποί της να μπορούν και να θέλουν να ζήσουν, να δημιουργήσουν και να προοδεύσουν στην πατρίδα τους. Ώστε όσοι έφυγαν να μπορούν να επιστρέψουν και να χτίσουν εδώ το μέλλον τους.
Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας. Και είναι ένα στοίχημα που δεν μπορεί να κερδηθεί με εύκολους πανηγυρισμούς ή ισοπεδωτικούς αφορισμούς, αλλά μόνο με τη συνέπεια, το βάθος και τη διάρκεια των πολιτικών που θα τολμήσουμε να εφαρμόσουμε.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

