Η γαλλική Nexans μεταθέτει για το 2028 την πιθανή επανεκκίνηση της παραγωγής του υποθαλάσσιου καλωδίου Ελλάδας–Κύπρου, καθώς η αβεβαιότητα γύρω από την υλοποίηση του έργου εξακολουθεί να επηρεάζει τον προγραμματισμό της. Οι Γάλλοι έχουν στραφεί σε άλλες παραγγελίες, αφήνοντας την Αθήνα και τη Λευκωσία με τις εκκρεμότητές τους και τις γνωστές διαβεβαιώσεις περί στρατηγικής σημασίας της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Άλλωστε, οι εταιρείες κατασκευάζουν καλώδια και όχι κυβερνητικές εξαγγελίες. Έχουν, μάλιστα, την ενοχλητική συνήθεια να ζητούν συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.
Η υπόθεση έχει εξελιχθεί σε μια παρατεταμένη δοκιμασία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, με αφετηρία τα γεγονότα του καλοκαιριού του 2024 στην Κάσο. Η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κατά τη διάρκεια των ερευνών ανέδειξε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Αθήνα όταν επιχειρεί να ασκήσει στην πράξη δικαιώματα τα οποία επικαλείται με απόλυτη βεβαιότητα στις διπλωματικές της ανακοινώσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να κάνει εκπτώσεις στα κυριαρχικά της δικαιώματα. Στην Κάσο, πάντως, τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2024, τα πράγματα πήραν διαφορετική τροπή. Ο Άγγελος Συρίγος, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, το είπε χωρίς περιστροφές: «Και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε, δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έσπευσε να διαφωνήσει μαζί του, αλλά η ομολογία ενός κυβερνητικού βουλευτή δύσκολα προσπερνιέται.
Με την ουρά στα σκέλια, λοιπόν, αποχώρησε η ελληνική πλευρά από την Κάσο, αφήνοντας πίσω της ένα έργο σε εκκρεμότητα και την Άγκυρα να διαπιστώνει πόσο αποτελεσματική μπορεί να αποδειχθεί η παρουσία των πολεμικών της πλοίων.
Η κυβέρνηση έχει κόκκινες γραμμές στην Ανατολική Μεσόγειο. Μόνο που κάθε φορά που πλησιάζει τουρκικό πλοίο, τις περνάει για διάβαση πεζών.
Οι οικονομικές εκκρεμότητες ανάμεσα στην Αθήνα και τη Λευκωσία είναι υπαρκτές. Πάνω τους, όμως, προστίθεται η τουρκική αμφισβήτηση, επιβαρύνοντας τις αποφάσεις όσων καλούνται να επενδύσουν κεφάλαια σε ένα έργο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Κάπως έτσι, η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται στους ισολογισμούς των εταιρειών και η Άγκυρα αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει τις εξελίξεις, ακόμη και χωρίς να εμφανίζει κάθε φορά πολεμικά πλοία.
Αυτή την πλευρά αναδεικνύουν και ισραηλινές αναλύσεις, οι οποίες συνδέουν τις τουρκικές θαλάσσιες αξιώσεις με την ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να αποδειχθεί αρκετή για να αποθαρρύνει επενδύσεις, ενώ η καθυστέρηση ενός έργου που ενοχλεί την Άγκυρα προσφέρει στην τουρκική πλευρά πολιτικό όφελος, χωρίς να απαιτείται επίσημη μεταβολή του νομικού καθεστώτος.
Οι Τούρκοι γνωρίζουν καλά την αξία του χρόνου. Καλλιεργούν μια διεκδίκηση, συντηρούν την αμφισβήτηση και περιμένουν ώσπου οι υπόλοιποι να αρχίσουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους στην πραγματικότητα που εκείνοι επιδιώκουν να διαμορφώσουν. Η Κύπρος αποτελεί το πιο οδυνηρό ιστορικό παράδειγμα. Πενήντα δύο χρόνια μετά την εισβολή, το βόρειο τμήμα του νησιού παραμένει υπό κατοχή και η Άγκυρα εξακολουθεί να επενδύει στην παγίωση των τετελεσμένων, προσδοκώντας κάποτε την πολιτική τους αναγνώριση. Οι συνθήκες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι διαφορετικές, η επιδίωξη όμως να αποκτήσει η τουρκική αντίρρηση πρακτικό βάρος παρουσιάζει μια ανησυχητική ομοιότητα.
Στο ίδιο περιβάλλον εντάσσονται και οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν για την αναζήτηση μιας φόρμουλας ενημέρωσης της Άγκυρας σχετικά με τις έρευνες στην Κάσο. Η Nexans διέψευσε ότι είχε ή σχεδίαζε επαφές με τις τουρκικές αρχές, ενώ σχετική συμφωνία δεν έχει επιβεβαιωθεί. Η συζήτηση, πάντως, φανερώνει πόσο εύκολα μια διπλωματική διευθέτηση μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο, εφόσον η Τουρκία αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως αναγκαίος συνομιλητής για δραστηριότητες που η Ελλάδα θεωρεί απολύτως νόμιμες.
Και ενώ το καλώδιο παραμένει σε εκκρεμότητα, η Λιβύη προσφέρει ένα ακόμη πιο αποκαλυπτικό παράδειγμα της ελληνικής διπλωματικής διαχείρισης. Η πρόσφατη έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης σηματοδοτεί μια σημαντική μεταστροφή της πλευράς Χαφτάρ, η οποία στο παρελθόν αντιμετώπιζε αρνητικά τη συμφωνία. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει πολιτικά την Άγκυρα, μολονότι δεν αίρει τις σοβαρές νομικές αντιρρήσεις που διατυπώνει η Ελλάδα για το μνημόνιο.
Η τουρκική προσέγγιση προς τον Χαφτάρ είχε αρχίσει πολύ πριν από την πρόσφατη απόφαση. Οι επαφές, οι πιέσεις και οι διπλωματικές κινήσεις της Άγκυρας αποτελούσαν μια διαδικασία που εξελισσόταν επί μήνες. Επομένως, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει πότε αντιλήφθηκε τη μεταβολή των συσχετισμών και ποιες πρωτοβουλίες ανέλαβε για να αποτρέψει την κατάληξή της. Η επίσημη απόρριψη του μνημονίου μετά την έγκρισή του καταγράφει την ελληνική θέση. Παραμένει, όμως, το ερώτημα τι προηγήθηκε και με ποιο αποτέλεσμα.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαβεβαίωνε ότι οι επαφές με τις δύο πλευρές της Λιβύης βρίσκονταν σε καλό δρόμο. Έναν χρόνο αργότερα, η πλευρά στην οποία η Αθήνα είχε αποδώσει ιδιαίτερη διπλωματική σημασία εμφανίζεται να υιοθετεί μια επιλογή που εξυπηρετεί τις τουρκικές επιδιώξεις. Θα είχε, λοιπόν, ενδιαφέρον να πληροφορηθούμε πού ακριβώς οδηγούσε εκείνος ο καλός δρόμος, καθώς και αν η ελληνική διπλωματία είχε διαγνώσει εγκαίρως τη μεταστροφή του Χαφτάρ. Αν την είχε διαγνώσει, ποια ήταν η στρατηγική της; Αν αιφνιδιάστηκε, πώς εξηγείται η αδυναμία πρόβλεψης μιας εξέλιξης που προετοιμαζόταν τόσο καιρό;
Στο μεταξύ, η διεθνής διπλωματική γλώσσα μεταβάλλεται. Ισραηλινά δημοσιεύματα έχουν επισημάνει ότι η Ουάσιγκτον, η οποία το 2020 είχε επικρίνει σαφώς το τουρκολιβυκό μνημόνιο, δίνει σήμερα μεγαλύτερη έμφαση στον διάλογο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η διαφοροποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για μια κυβέρνηση που παρουσιάζει τις στρατηγικές της σχέσεις ως βασικό στήριγμα της εξωτερικής της πολιτικής.
Η πολιτική υποχώρηση έχει συχνά αθόρυβη διαδρομή. Αρχίζει με μια αναβολή, συνεχίζεται με διαβουλεύσεις, παρατείνεται στο όνομα της αποκλιμάκωσης και καταλήγει να διαμορφώνει μια πραγματικότητα την οποία κανείς δεν αποφάσισε επισήμως, αλλά όλοι καλούνται πλέον να υπολογίζουν. Στην Κάσο, η Αθήνα εξακολουθεί να αναζητεί τις συνθήκες συνέχισης ενός έργου που θεωρεί νόμιμο. Στη Λιβύη, καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μια μεταστροφή που η τουρκική διπλωματία επιδίωκε επί μακρόν.
Η ΝΙΚΗ είχε προειδοποιήσει ήδη από τις 14 Ιουνίου 2025 για την επικείμενη μεταστροφή της πλευράς Χαφτάρ στο ζήτημα του τουρκολιβυκού μνημονίου. Είχε, επίσης, καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις για την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, την οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο, την ενεργοποίηση των περιφερειακών συμμαχιών και την αξιοποίηση των ευρωπαϊκών θεσμών με καταγγελία της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας. Είχε ζητήσει, ακόμη, σαφείς απαντήσεις για την πορεία του καλωδίου και την αντιμετώπιση των τουρκικών παρεμβάσεων. Συνεπώς, η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της προειδοποιήσεις και εναλλακτικές προτάσεις που άξιζαν σοβαρή εξέταση, πολύ πριν βρεθεί αντιμέτωπη με τις σημερινές εξελίξεις.
Η Nexans μπορεί να περιμένει μέχρι το 2028. Έχει εργοστάσια, παραγγελίες και άλλους πελάτες. Η Ελλάδα, όμως, δεν έχει την ίδια πολυτέλεια όταν η αναμονή αφορά την άσκηση των δικαιωμάτων της. Η Τουρκία έχει αποδείξει στην Κύπρο ότι γνωρίζει να αξιοποιεί τον χρόνο και να συντηρεί τετελεσμένα επί δεκαετίες. Και όσο η Αθήνα αναζητεί τις κατάλληλες συνθήκες για να συνεχιστούν οι έρευνες, η Άγκυρα έχει κάθε λόγο να μην επείγεται.
Άλλωστε, όταν ο αντίπαλός σου αναβάλλει μόνος του εκείνο που εσύ θέλεις να εμποδίσεις, δεν χρειάζεται να κουνήσεις ούτε το μικρό σου δαχτυλάκι.
Γεώργιος Νικολάκος
Αντγος (ΠΒ) ε.α.

