Η κυβέρνηση διαφημίζει καθημερινά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Μιλά για επενδυτική βαθμίδα, για αύξηση του ΑΕΠ, για επιτυχίες στις αγορές και για ένα καλύτερο μέλλον που δήθεν βρίσκεται προ των πυλών. Υπάρχει, όμως, ένα απλό ερώτημα που απασχολεί εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες: αν η οικονομία πηγαίνει τόσο καλά, γιατί γίνεται ολοένα και δυσκολότερο να αποκτήσει κανείς ένα σπίτι ή να πληρώσει το ενοίκιό του;
Η πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα έρχεται να διαλύσει το κυβερνητικό αφήγημα. Το ΔΝΤ περιγράφει μια χώρα στην οποία οι τιμές των κατοικιών και των ενοικίων αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, ενώ δύο στα πέντε νοικοκυριά δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στεγαστικές ανάγκες. Η στέγαση έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους κοινωνικούς κινδύνους για την ελληνική οικογένεια.
Το πιο αποκαλυπτικό εύρημα της έκθεσης είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα κατοικιών στην Ευρώπη, την ώρα που χιλιάδες νέοι άνθρωποι αδυνατούν να βρουν προσιτή στέγη. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει την αποτυχία μιας αγοράς ακινήτων που λειτουργεί προς όφελος των ισχυρών και μακριά από τις ανάγκες των πολιτών.
Το ίδιο το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι σημαντικό μέρος του στεγαστικού αποθέματος παραμένει αναξιοποίητο. Χιλιάδες ακίνητα βρίσκονται εγκλωβισμένα σε τράπεζες, servicers και άλλους φορείς, χωρίς να επιστρέφουν στην αγορά. Την ίδια ώρα, νέες οικογένειες αναζητούν απελπισμένα κατοικία και έρχονται αντιμέτωπες με ενοίκια που δεν αντιστοιχούν στους πραγματικούς μισθούς της χώρας.
Η κυβέρνηση επέλεξε να διασώσει τις τράπεζες, να διευκολύνει τη μεταφορά δανείων στα funds και να επιτρέψει τη συσσώρευση τεράστιου αριθμού ακινήτων σε λίγα χέρια. Δεν φρόντισε να διασφαλίσει ότι αυτά τα ακίνητα θα επιστρέψουν στην κοινωνία, στην πραγματική οικονομία και στις οικογένειες που έχουν ανάγκη από στέγη.
Το αποτέλεσμα είναι ορατό σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των μεγάλων πόλεων. Οι νέοι παραμένουν στο πατρικό τους μέχρι τα 35 ή και τα 40 χρόνια, τα νέα ζευγάρια αναβάλλουν τη δημιουργία οικογένειας, η υπογεννητικότητα επιδεινώνεται και οι μισθοί δεν επαρκούν για να καλύψουν ούτε τις στοιχειώδεις στεγαστικές ανάγκες.
Ακόμη και τα μέτρα που εξαγγέλλει η κυβέρνηση κινούνται στη λάθος κατεύθυνση. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι οι πολιτικές επιδότησης της ζήτησης, όταν δεν συνοδεύονται από αύξηση της προσφοράς κατοικιών, οδηγούν συχνά σε περαιτέρω αύξηση των τιμών. Με απλά λόγια, τα προγράμματα που διαφημίζονται ως βοήθεια προς τους πολίτες καταλήγουν πολλές φορές να ενισχύουν τα κέρδη όσων πωλούν ή εκμισθώνουν ακίνητα.
Στο πρόβλημα προστίθεται και η κακή κατάσταση του κτιριακού αποθέματος. Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα πιο γερασμένα και ενεργειακά αναποτελεσματικά αποθέματα κατοικιών στην Ευρώπη. Χιλιάδες νοικοκυριά πληρώνουν υψηλό ενοίκιο και ταυτόχρονα υπέρογκους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και θέρμανσης. Η στεγαστική φτώχεια και η ενεργειακή φτώχεια πιέζουν πλέον τα ίδια νοικοκυριά.
Το στεγαστικό πρόβλημα αποκαλύπτει τις στρεβλώσεις του σημερινού οικονομικού μοντέλου. Μια οικονομία που στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση, στον τουρισμό, στις αγοραπωλησίες ακινήτων και στην υπερσυγκέντρωση πλούτου αδυνατεί να προσφέρει αξιοπρεπή στέγη στους πολίτες της. Οι αριθμοί μπορεί να ευημερούν στους κυβερνητικούς πίνακες, όμως η καθημερινότητα των Ελλήνων γίνεται όλο και πιο ασφυκτική.
Για τη ΝΙΚΗ, η κατοικία αποτελεί θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό με βαθιά δημογραφική, οικονομική και εθνική διάσταση. Απαιτείται ολοκληρωμένο εθνικό σχέδιο που θα επαναφέρει στην αγορά τα χιλιάδες κενά ακίνητα, θα αξιοποιήσει το απόθεμα που βρίσκεται σε τράπεζες και servicers, θα ενισχύσει τη μακροχρόνια μίσθωση, θα στηρίξει την ελληνική οικογένεια και θα δώσει στους νέους πραγματικές δυνατότητες απόκτησης πρώτης κατοικίας.
Ειδικότερα για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών, η ΝΙΚΗ προτείνει ένα εθνικό σχέδιο κατεδάφισης και ανακατασκευής παλαιών πολυκατοικιών, ιδίως κτιρίων της δεκαετίας του 1950 και παλαιότερων, τα οποία σήμερα παραμένουν ενεργειακά απαξιωμένα, αντιπαραγωγικά, χωρίς χώρους στάθμευσης και αποθήκευσης, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζουν σοβαρά στατικά προβλήματα.
Αντί η Πολιτεία να δαπανά συνεχώς χρήματα σε επιδόματα που συχνά καταλήγουν να τροφοδοτούν την άνοδο των ενοικίων, οφείλει να επενδύσει στη δημιουργία δεκάδων χιλιάδων νέων κατοικιών μέσω της ανανέωσης του κτιριακού αποθέματος. Με φορολογικά κίνητρα, απλοποίηση διαδικασιών, λύσεις στα αδιέξοδα της συνιδιοκτησίας και συμμετοχή των δήμων και του ιδιωτικού τομέα, η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει σύγχρονες πόλεις, προσιτή στέγη για τους νέους και ένα ισχυρό εργαλείο αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.
Η έκθεση του ΔΝΤ δεν αποτελεί κομματικό κείμενο ούτε αντιπολιτευτική παρέμβαση. Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη αξία. Επιβεβαιώνει ότι πίσω από τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς υπάρχει μια σκληρή πραγματικότητα: η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη στους αριθμούς, όμως για ολοένα και περισσότερους Έλληνες το όνειρο της αξιοπρεπούς κατοικίας μετατρέπεται σε άπιαστο στόχο.
Μια χώρα που δεν μπορεί να στεγάσει τα παιδιά της δεν μπορεί να αισθάνεται επιτυχημένη. Μια κυβέρνηση που αφήνει τη στέγη να γίνεται προνόμιο για λίγους δεν δικαιούται να πανηγυρίζει για την οικονομία.
Ανδρέας Βορύλλας
Βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

