Η πρόσφατη κλιμάκωση της εσωτερικής κρίσης στο Ιράν, σε συνδυασμό με την ένταση στις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, έχει επαναφέρει στο δημόσιο διάλογο δύο ερωτήματα που επανέρχονται κυκλικά εδώ και δεκαετίες: είναι πιθανή μια άμεση στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Ιράν και, σε ακραίο σενάριο, θα μπορούσε το ιρανικό κράτος να οδηγηθεί σε τεμαχισμό;
Η απάντηση και στα δύο ερωτήματα, με βάση τα σημερινά δεδομένα, είναι αρνητική. Όχι επειδή το Ιράν βρίσκεται σε κατάσταση σταθερότητας, αλλά ακριβώς επειδή η αστάθειά του λειτουργεί αποτρεπτικά για επιλογές που θα είχαν ανεξέλεγκτες συστημικές συνέπειες.
Το Ιράν διέρχεται τη σοβαρότερη εσωτερική δοκιμασία των τελευταίων ετών. Η οικονομική ασφυξία που προκαλούν οι κυρώσεις, η αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος, η νομισματική υποτίμηση και η κοινωνική δυσαρέσκεια έχουν διαρρήξει το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Η απάντηση του καθεστώτος υπήρξε προβλέψιμη: εντατικοποίηση της καταστολής, περιορισμός της πληροφόρησης και επίδειξη στρατιωτικής ετοιμότητας.
Παρά ταύτα, η κρίση δεν έχει μετατραπεί σε δομική αποσύνθεση του κράτους. Οι ένοπλες δυνάμεις και, κυρίως, οι Φρουροί της Επανάστασης παραμένουν συνεκτικοί και υπό κεντρικό έλεγχο. Δεν παρατηρούνται μαζικές αποσκιρτήσεις ούτε η ανάδυση εναλλακτικών κέντρων εξουσίας με εδαφικό χαρακτήρα. Οι κινητοποιήσεις είναι κυρίως κοινωνικές και αντικαθεστωτικές, όχι αποσχιστικές. Ιστορικά, ο τεμαχισμός κρατών προκύπτει όταν πολιτική κρίση συναντά οργανωμένες, εδαφικά προσδιορισμένες και εξωτερικά υποστηριζόμενες διαλυτικές δυναμικές. Στο Ιράν, τέτοιο υπόστρωμα δεν υφίσταται σε κλίμακα που να απειλεί την εδαφική του ακεραιότητα.
Παρά τη σκληρή ρητορική, μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επέμβαση δεν αποτελεί ρεαλιστική στρατηγική επιλογή για τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τους συμμάχους τους. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο στρατιωτικό, είναι αρχιτεκτονικό. Το Ιράν βρίσκεται στον πυρήνα μιας περιοχής όπου διασταυρώνονται κρίσιμες υποδομές της παγκόσμιας τάξης: ενέργεια, ναυσιπλοΐα και χρηματοπιστωτικές ροές. Το Στενό του Ορμούζ και τα δίκτυα θαλάσσιου εμπορίου λειτουργούν ως στρατηγικά σημεία στραγγαλισμού (chokepoints). Μια γενικευμένη σύγκρουση δεν θα περιοριζόταν στο ιρανικό έδαφος, αλλά θα μεταφερόταν άμεσα στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Σε όρους σύγχρονης στρατηγικής, μια εισβολή θα υπονόμευε την ίδια τη λογική της αποτροπής, δημιουργώντας πολλαπλά και ανεξέλεγκτα τετελεσμένα.
Η πίεση στο Ιράν ασκείται κυρίως μέσω της εργαλειοποιημένης αλληλεξάρτησης. Οι κυρώσεις, ο χρηματοπιστωτικός αποκλεισμός και ο περιορισμός πρόσβασης σε τεχνολογία έχουν πλήξει σοβαρά την οικονομική και κοινωνική αντοχή του καθεστώτος. Οι πρόσφατες εξελίξεις, όμως, αναδεικνύουν και τα όρια αυτής της στρατηγικής. Όταν η πίεση μετατρέπεται από εργαλείο αποτροπής σε μηχανισμό αποσταθεροποίησης, αυξάνεται ο κίνδυνος απρόβλεπτης κλιμάκωσης. Ένα καθεστώς που αισθάνεται ότι απειλείται υπαρξιακά είναι πιο πιθανό να απαντήσει ασύμμετρα, μέσω πληρεξουσίων ή παρεμβάσεων στη ναυτιλία και τις περιφερειακές ροές. Εδώ αποτυπώνεται καθαρά η «Αδύνατη Τριάδα» της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής: δεν είναι δυνατόν να μεγιστοποιηθούν ταυτόχρονα η ασφάλεια, η οικονομική αλληλεξάρτηση και ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων χωρίς κόστος για τη σταθερότητα του συστήματος.
Το πιθανότερο σενάριο για το Ιράν δεν είναι ούτε η στρατιωτική εισβολή ούτε ο κρατικός τεμαχισμός. Είναι μια παρατεταμένη φάση ελεγχόμενης αστάθειας: εσωτερική ένταση, σκληρή καταστολή, οικονομικός πόλεμος και περιοδικές περιφερειακές κρίσεις κάτω από το κατώφλι γενικευμένης σύγκρουσης. Ο κίνδυνος δεν έγκειται στη νομοτελειακή πορεία προς πόλεμο, αλλά στην αύξηση της πιθανότητας λάθους υπολογισμού σε ένα περιβάλλον περιορισμένων διαύλων επικοινωνίας και συσσωρευμένης πίεσης.
Για την Ελλάδα, η κρίση με το Ιράν δεν είναι μια μακρινή γεωπολιτική διαμάχη. Είναι παράγοντας άμεσου κόστους σε τρεις κρίσιμους τομείς: ενέργεια, ναυτιλία και χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η χώρα είναι βαθιά ενταγμένη στη ναυτιλιακή οικονομία και εξαρτάται από ασφαλείς θαλάσσιες οδούς και προβλέψιμο κόστος ρίσκου. Σε συνθήκες εργαλειοποιημένης αλληλεξάρτησης, ακόμη και περιορισμένες εντάσεις στον Περσικό Κόλπο και στις διαδρομές προς την Ερυθρά Θάλασσα μπορούν να μεταφραστούν σε απότομη αύξηση ασφαλίστρων, καθυστερήσεις και ευρύτερες ανατιμήσεις, με άμεσες συνέπειες για την ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Η ΝΙΚΗ θεωρεί ότι η πραγματική πατριωτική ευθύνη στον 21ο αιώνα δεν είναι η ρητορική της σύγκρουσης, αλλά η προστασία των εθνικών υποδομών και ροών από την αποσταθεροποίηση. Η Ελλάδα, ως ναυτιλιακή και ενεργειακή χώρα, δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει κρίσεις όπως αυτή του Ιράν με ιδεολογικά αντανακλαστικά ή με λογικές τυφλής κλιμάκωσης.
Σε έναν κόσμο όπου η ισχύς ασκείται ολοένα και περισσότερο μέσω οικονομικών, ενεργειακών και ναυτιλιακών chokepoints, η εθνική ασφάλεια ταυτίζεται με την ανθεκτικότητα, τη σταθερότητα και τη στρατηγική αυτοσυγκράτηση. Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει μια πολιτική αποτροπής με όρια, πίεσης με σκοπό και ισχύος με μέτρο. Όχι για να αποφεύγονται οι δύσκολες αποφάσεις, αλλά για να διασφαλίζεται ότι η Ελλάδα δεν θα πληρώνει το κόστος ξένων στρατηγικών λαθών.
Γεώργιος Νικολάκος Αντιστράτηγος ε.α.
Μέλος Θ.Ο. Εξωτερικής Πολιτικής της ΝΙΚΗΣ

