Για ακόμη μία φορά η κυβέρνηση επιλέγει να μετατρέψει μια δευτερεύουσα διάταξη – τις αμοιβές των αρχιερέων – σε κεντρικό θέμα της δημόσιας συζήτησης, αφήνοντας στο περιθώριο τα όσα περιλαμβάνει το νέο υπό διαβούλευση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Πίσω από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, αποτυπώνεται άλλη μία αντιλαϊκή πολιτική κατεύθυνση: εμμονή στην σκληρή εισπραξιμότητα μέσω της ΑΑΔΕ, επέκταση αρμοδιοτήτων στο Υπερταμείο των δανειστών και απογύμνωση περιουσιών των οφειλετών των κόκκινων δανείων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της κυβερνητικής απληστίας και νομοθετικής υποστήριξης των τραπεζών και servicers το άρθρο 13, με το οποίο αποκτούν τη δυνατότητα να αντιπροτείνουν την εκποίηση πρόσθετων περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη – πέραν της κύριας κατοικίας – μέχρι πλήρους ικανοποίησης των απαιτήσεών τους. Η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους συνδέεται ολοένα και περισσότερο με τη ρευστοποίηση περιουσίας και όχι με την πραγματική οικονομική επανένταξη. Στην πράξη διευρύνονται οι δυνατότητες απογύμνωσης των πολιτών από περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν με πολυετή εργασία και θυσίες.
Ανάλογη είναι η λογική των άρθρων 18 και 22 για τις φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές. Την ώρα που περισσότεροι από 4 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα έχουν ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ ύψους 111 δις ευρώ και 2,3 εκατομμύρια στον e-ΕΦΚΑ ύψους 50,5 δις ευρώ, η κυβέρνηση επιλέγει να διατηρήσει το όριο των 72 δόσεων, απορρίπτοντας ουσιαστικά κάθε συζήτηση για ευρύτερες και βιώσιμες ρυθμίσεις όπως το σύνολο 120 δόσεων το οποίο αποτελεί πάγιο αίτημα φορέων και πολιτών. Σημειώστε ότι το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα έχει ξεπεράσεις τα 404 δις ευρώ με τα 235 δις ευρώ ληξιπρόθεσμο. Αντί λοιπόν να δοθεί πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ως άμεση προτεραιότητα διατηρείται η ενίσχυση της εισπραξιμότητας με σκοπό την ικανοποίηση της μνημονιακής απαίτησης των πρωτογενών υπερπλεονασμάτων, με αποτέλεσμα εκατομμύρια πολίτες να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς διαρκούς οικονομικής ασφυξίας, αδυνατώντας να συμμετάσχουν ισότιμα στην οικονομική και κοινωνική ζωή.
Στο πεδίο της μισθολογικής πολιτικής, το άρθρο 53 επεκτείνει την προσωπική διαφορά σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων χωρίς να αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα της πραγματικής μείωσης της αγοραστικής δύναμης των δημοσίων υπαλλήλων κατά την τελευταία 15ετία. Σημειώνουμε ότι το 2025 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα, εκφρασμένο σε όρους αγοραστικής δύναμης (PPP) διαμορφώθηκε στο 68% του μέσου όρου των 27 της Ε.Ε. κατατάσσοντας την στην τελευταία θέση με την Βουλγαρία. Αντί λοιπόν για ουσιαστική αναμόρφωση του μισθολογικού πλαισίου, η κυβέρνηση διατηρεί έναν πολύπλοκο μηχανισμό προσωρινών διορθώσεων και ειδικών εξαιρέσεων που αφορά ελάχιστους –σε σχέση με το σύνολο- δημοσίους υπαλλήλους.
Σημαντικές είναι επίσης οι διατάξεις των άρθρων 59 έως 68 για την Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων. Η αύξηση των οργανικών θέσεων, η διεύρυνση των κανονιστικών αρμοδιοτήτων, οι δυνατότητες μετακίνησης προσωπικού εκτός ΑΣΕΠ και η ενίσχυση των εξουσιών συνθέτουν ένα πιο συγκεντρωτικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων και επιρροών για χάρη μιας ανεξάρτητης αρχής με ελάχιστη κοινοβουλευτική λογοδοσία.
Με τα άρθρα 71 έως 75 για τον αιγιαλό, η κυβέρνηση διευκολύνει τη συνέχιση χρήσεων και παραχωρήσεων πριν ακόμη ολοκληρωθεί ο διοικητικός έλεγχος, δημιουργώντας ένα καθεστώς προσωρινής νομιμοποίησης εμπορικών δραστηριοτήτων σε κοινόχρηστους χώρους.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν και οι διατάξεις των άρθρων 76 και 77 για την ΕΤΑΔ, θυγατρικής του Υπερταμείου (ΕΕΣΥΠ) των δανειστών. Η εισαγωγή του πονηρού όρου «αμιγώς» αρχαιολογικά μνημεία και ακίνητα πολιτιστικής κληρονομιάς περιορίζει το εύρος των εξαιρέσεων από τη διαχείριση της εταιρείας και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το μέλλον σύνθετων ακινήτων με πολιτιστικό, ιστορικό ή δημόσιο χαρακτήρα.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση υποκύπτει εκ νέου στις παράλογες απαιτήσεις της ΑΑΔΕ του κ.Πιτσιλή προσθέτοντας και νέα θέση αχρείαστου Υποδιοικητή με διευρυμένες διοικητικές αρμοδιότητες, προκειμένου να ενδυναμωθεί περαιτέρω ο βασικός εισπρακτικός βραχίονάς της.
Ακόμη σημαντικότερη είναι η περαιτέρω αναβάθμιση της ΕΕΣΥΠ-Υπερταμείου. Το Υπερταμείο, που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων και της εποπτείας των ξένων δανειστών, αποκτά πλέον ενεργότερο ρόλο στην ωρίμανση και υλοποίηση έργων στρατηγικής σημασίας. Σταδιακά μετατρέπεται από φορέας διαχείρισης δημόσιας περιουσίας σε κεντρικό τεχνικό και συμβατικό μηχανισμό του κράτους, διευρύνοντας διαρκώς το πεδίο παρέμβασής του. Αυτό σημαίνει ότι παράλληλα με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας μπορεί αυτό (το Υπερταμείο) να διενεργεί διαγωνιστικές διαδικασίες, να εποπτεύει εκτέλεση συμβάσεων έργων, υπηρεσιών και προγραμμάτων ακόμη και στο πλαίσιο των ευαίσθητων τομέων της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας ασφάλειας, της άμυνας (βλέπε και ΕΛΚΑΛ Α.Ε.) και οποιοδήποτε άλλου τομέα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε σχεδόν αποκλειστικά στο άρθρο 56 για τις αποδοχές των Αρχιερέων. Πρόκειται για μια διάταξη περιορισμένου δημοσιονομικού αντικτύπου που αφορά έναν εξαιρετικά μικρό αριθμό προσώπων και η οποία, ανεξαρτήτως της άποψης που μπορεί να έχει κάποιος για το περιεχόμενό της, δεν αποτελεί ασφαλώς ούτε τη σημαντικότερη ούτε την οικονομικά κρισιμότερη παρέμβαση του νομοσχεδίου.
Από όλα τα παραπάνω, γίνεται ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να αντιμετωπίσει τις αιτίες που παράγουν χρέη, ακρίβεια, οικονομική ασφυξία, χαμηλή αναπτυξιακή δυναμική και συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Το εν λόγω σχέδιο νόμου δεν βελτιώνει το (ανύπαρκτο;) παραγωγικό ή αναπτυξιακό μοντέλο, δεν αποκαθιστά ουσιαστικές μισθολογικές αδικίες, δεν δίνει λύσεις στο θηριώδες ιδιωτικό χρέος των 404 δις ευρώ και δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει να αντιμετωπίσει τον Έλληνα πολίτη ως φορολογικό υποκείμενο, οφειλέτη, διοικούμενο ή υπήκοο και καθόλου ως ενεργό παράγοντα της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
Αντώνης Καλόγηρος
Ομάδα Οικονομικών ΝΙΚΗΣ

