Σε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες και δομικά στρεβλές μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας έχει εξελιχθεί η εφαρμογή του συστήματος τεκμαρτού προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος των ελεύθερων επαγγελματιών και των λοιπών αυτοαπασχολουμένων.
Με το πρόσχημα της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, το κράτος επέλεξε να εφαρμόσει ένα οριζόντιο, ισοπεδωτικό μέτρο, το οποίο εισάγει μια πρωτοφανή «φιλοσοφία καχυποψίας». Η εκ των προτέρων ενοχοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων επαγγελματιών παραγνωρίζει πλήρως τη βασικότερη αρχή της ελεύθερης αγοράς: το επιχειρηματικό ρίσκο και τη μεταβλητότητα των εσόδων.
Η απόφαση της κυβέρνησης να διατηρήσει το σύστημα των τεκμηρίων και να προαναγγείλει εκ νέου απλές «διορθώσεις» σε ένα στρεβλό και άδικο σύστημα, το οποίο εφαρμόζει εδώ και τρία χρόνια, δεν πρόκειται ουσιαστικά να άρει τις δυσμενέστατες συνέπειες που έχουν ήδη καταγραφεί στην ελληνική οικονομία και, ειδικότερα, στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Η ΝΙΚΗ παρουσιάζει σήμερα τις βαθιές αδικίες, τις κοινωνικές παρενέργειες και τις οικονομικές στρεβλώσεις που προκαλεί το σύστημα των τεκμηρίων. Αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο ένας θεσμοθετημένος φοροεισπρακτικός μηχανισμός τιμωρεί τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, πλήττει τους πιο ευάλωτους και τείνει να ωθήσει ένα σημαντικό τμήμα της οικονομίας στην πλήρη αφάνεια.
1. Η φιλοσοφία της καχυποψίας και η κατάργηση του επιχειρηματικού ρίσκου
Η θεμελιώδης φιλοσοφία του νέου συστήματος βασίζεται σε ένα αυθαίρετο αξίωμα: ότι κανένας αυτοαπασχολούμενος δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να κερδίζει λιγότερα από έναν ανειδίκευτο εργάτη που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό. Αυτή η παραδοχή αγνοεί προκλητικά την ίδια τη φύση της επιχειρηματικότητας.
Ο μισθωτός απολαμβάνει σταθερό εισόδημα, συγκεκριμένο ωράριο, πληρωμένες άδειες και προστασία από τις διακυμάνσεις της αγοράς. Ο αυτοαπασχολούμενος επωμίζεται το σύνολο του λειτουργικού κινδύνου. Έχει σταθερά πάγια έξοδα, όπως ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, εισφορές στον ΕΦΚΑ και λογισμικά, έρχεται αντιμέτωπος με την κακοπληρωμή ή την επισφάλεια των πελατών του και δεν διαθέτει κανένα δίχτυ ασφαλείας.
Το να θεωρείται «εκ προοιμίου φοροφυγάς» όποιος καταγράφει μια κακή οικονομική χρήση, επειδή έχασε έναν μεγάλο πελάτη, ασθένησε ή είδε την τοπική αγορά στην οποία δραστηριοποιείται να μαραζώνει, αποτελεί θεσμική εκτροπή. Το κράτος διαθέτει ήδη σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, τα οποία έχει αναπτύξει και θέσει σε λειτουργία. Επιλέγει, ωστόσο, την εύκολη λύση της οριζόντιας φορολόγησης «επί δικαίων και αδίκων».
Η αρχιτεκτονική του νόμου για τα τεκμήρια των αυτοαπασχολουμένων περιλαμβάνει τρεις συγκεκριμένους μηχανισμούς, οι οποίοι διογκώνουν τεχνητά το τεκμαρτό εισόδημα και οδηγούν σε παράλογες φορολογικές επιβαρύνσεις.
2. Η αυθαίρετη εξίσωση με τη μισθωτή εργασία
Το σημείο εκκίνησης του τεκμηρίου είναι ο ετήσιος κατώτατος μισθός, μαζί με τα δώρα, δηλαδή συνολικά 14 μισθοί. Με τον κατώτατο μισθό να αναπροσαρμόζεται ανοδικά στα 920 ευρώ, η βάση του τεκμηρίου συμπαρασύρεται αυτόματα προς τα πάνω.
Έτσι, το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα εκκινεί πλέον από τα 12.880 ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος υποχρεώνει τον επαγγελματία να φορολογηθεί για εισόδημα που μπορεί να μην εισέπραξε ποτέ.
3. Το «πέναλτι» της μακροζωίας – Οι τριετίες
Ίσως η πιο παράλογη διάσταση του νόμου είναι η προσαύξηση του τεκμηρίου βάσει των ετών λειτουργίας της επιχείρησης. Το σύστημα προβλέπει προσαύξηση του τεκμηρίου κατά 10% για την πρώτη τριετία μετά τη συμπλήρωση έξι ετών λειτουργίας, επιπλέον 10% —ή σωρευτικά 21%— για τη δεύτερη τριετία και ακόμη 10% —ή σωρευτικά 33%— για όσους συμπληρώνουν περισσότερα από 12 έτη στην αγορά.
Στην πραγματική οικονομία, η παλαιότητα δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με αυξημένη κερδοφορία. Ένας έμπειρος επαγγελματίας ενδέχεται να μειώνει τον ρυθμό εργασίας του ή να χάνει μερίδιο αγοράς από νεότερους ανταγωνιστές. Το σύστημα επιβάλλει ένα φορολογικό «πέναλτι» επειδή η επιχείρηση απλώς παραμένει ανοιχτή.
4. Η προσμέτρηση των διαστημάτων διακοπής στον χρόνο λειτουργίας
Για τον υπολογισμό της προσαύξησης του τεκμηρίου με βάση τις τριετίες μετά τη συμπλήρωση έξι ετών λειτουργίας, προσμετρώνται ακόμη και τα χρονικά διαστήματα κατά τα οποία η ατομική επιχείρηση είχε προχωρήσει σε πλήρη διακοπή εργασιών, με σχετική δήλωση στην Εφορία.
Εφόσον μια ατομική επιχείρηση είχε διακόψει κατά το παρελθόν τη λειτουργία της και, έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα, προχώρησε σε επανέναρξη εργασιών, το σύστημα της τεκμαρτής φορολόγησης τη θεωρεί ως λειτουργούσα ανελλιπώς. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν οι νέες δραστηριότητες είναι διαφορετικές από τις αρχικές.
Η προσαύξηση του τεκμαρτού εισοδήματος υπολογίζεται με βάση το συνολικό χρονικό διάστημα από την πρώτη έναρξη εργασιών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το διάστημα κατά το οποίο η επιχείρηση δεν λειτουργούσε. Με το τέχνασμα αυτό, η προσαύξηση του τεκμηρίου διογκώνεται και το εισόδημα προσδιορίζεται σε εξωπραγματικό ύψος, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στον πραγματικό χρόνο λειτουργίας της επιχείρησης.
5. Η στρέβλωση του μισθολογικού κόστους
Το τεκμήριο προσαυξάνεται περαιτέρω εάν ο αυτοαπασχολούμενος απασχολεί προσωπικό. Συγκεκριμένα, το ελάχιστο εισόδημα δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τις ετήσιες αποδοχές του υψηλότερα αμειβόμενου υπαλλήλου του, ενώ προστίθεται και το 10% του συνολικού κόστους μισθοδοσίας, με ανώτατο όριο προσαύξησης τις 15.000 ευρώ.
Έτσι, εάν ένας εξειδικευμένος τεχνίτης ή ένας ιατρός προσλάβει έναν έμπειρο υπάλληλο, το δικό του τεκμαρτό εισόδημα εκτοξεύεται αυτομάτως. Πρόκειται για ευθεία τιμωρία της επιχειρηματικής ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας.
6. Υπέρμετρες φορολογικές επιβαρύνσεις – Οι τεκμαρτοί φόροι πολλαπλάσιοι των πραγματικών
Ενδεικτικές και αποκαλυπτικές των στρεβλώσεων και των αδικιών που προκαλεί το σύστημα των τεκμηρίων είναι οι υπέρμετρες αυξήσεις των φόρων. Η εφαρμογή του συστήματος οδηγεί σε υπερδιπλάσιες, υπερτριπλάσιες ή ακόμη και υπερτετραπλάσιες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Παρακάτω παρατίθενται δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα τεκμαρτής φορολόγησης επαγγελματιών, με βάση τον ισχύοντα κατώτατο μισθό του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος ανέρχεται σε 920 ευρώ, και την ισχύουσα φορολογική κλίμακα για τα εισοδήματα του 2026: 9% για το τμήμα του εισοδήματος από 0 έως 10.000 ευρώ και 20% για το τμήμα από 10.001 έως 20.000 ευρώ.
Παράδειγμα 1: Έμπειρος ξυλουργός με κατάστημα που λειτουργεί για περισσότερα από 12 έτη
Πραγματικά οικονομικά δεδομένα:
- Ακαθάριστα έσοδα – τζίρος: 28.000 ευρώ
- Λειτουργικά έξοδα, υλικά και εισφορές: 20.000 ευρώ
- Καθαρό κέρδος: 8.000 ευρώ
Υπολογισμός τεκμηρίου:
- Τεκμήριο βάσει κατώτατου μισθού: 12.880 ευρώ
- Προσαύξηση λόγω παλαιότητας άνω των 12 ετών: 4.263,28 ευρώ
- Συνολικό τεκμαρτό εισόδημα: 17.143,28 ευρώ
Ο υπολογισμός της συνολικής προσαύξησης βασίζεται σε αλλεπάλληλες προσαυξήσεις κατά 10%, οι οποίες αντιστοιχούν σε περισσότερες από δύο τριετίες πέραν της εξαετίας: 12.880 × 1,10 × 1,10 × 1,10 = 17.143,28 ευρώ, δηλαδή συνολική προσαύξηση 33,1%.
Φορολογική επιβάρυνση:
- Φόρος επί του πραγματικού εισοδήματος των 8.000 ευρώ: 720 ευρώ
8.000 × 9% - Φόρος βάσει του τεκμηρίου των 17.143,28 ευρώ: 2.328,66 ευρώ
900 ευρώ για τα πρώτα 10.000 ευρώ και 1.428,66 ευρώ για τα υπόλοιπα 7.143,28 ευρώ - Επιπλέον επιβάρυνση: 1.608,66 ευρώ
- Αύξηση φόρου: 223,4%
- Ποσοστό πραγματικών κερδών που καταβάλλεται ως φόρος: 29,1%
Παράδειγμα 2: Μικρό κατάστημα λιανικής με έναν υπάλληλο, το οποίο λειτουργεί επί επτά έτη
Πραγματικά οικονομικά δεδομένα:
- Καθαρό κέρδος: 6.000 ευρώ
- Ετήσιο κόστος μισθοδοσίας υπαλλήλου: 14.000 ευρώ
Υπολογισμός τεκμηρίου:
- Τεκμήριο βάσει κατώτατου μισθού, με προσαύξηση λόγω επταετούς λειτουργίας: 15.584,80 ευρώ
- Προσαύξηση λόγω κόστους μισθοδοσίας: 1.400 ευρώ
- Συνολικό τεκμαρτό εισόδημα: 16.984,80 ευρώ
Ο υπολογισμός της προσαύξησης λόγω των ετών λειτουργίας διαμορφώνεται ως εξής: 12.880 × 1,10 × 1,10 = 15.584,80 ευρώ, δηλαδή συνολική προσαύξηση 21%.
Επειδή το κόστος μισθοδοσίας του υπαλλήλου, ύψους 14.000 ευρώ, είναι μικρότερο από το τεκμήριο βάσει κατώτατου μισθού, το οποίο ανέρχεται σε 15.584,80 ευρώ, προστίθεται επιπλέον προσαύξηση ίση με το 10% του κόστους μισθοδοσίας, δηλαδή 1.400 ευρώ.
Φορολογική επιβάρυνση:
- Φόρος επί του πραγματικού εισοδήματος των 6.000 ευρώ: 540 ευρώ
6.000 × 9% - Φόρος βάσει του τεκμηρίου των 16.984,80 ευρώ: 2.296,96 ευρώ
900 ευρώ για τα πρώτα 10.000 ευρώ και 1.396,96 ευρώ για τα υπόλοιπα 6.984,80 ευρώ - Επιπλέον επιβάρυνση: 1.756,96 ευρώ
- Αύξηση φόρου: 325,4%
- Ποσοστό πραγματικού εισοδήματος που αφαιρείται μέσω του φόρου: 38,3%
Ουσιαστικά, με το σύστημα των τεκμηρίων, το κράτος προσθέτει σε εκατοντάδες χιλιάδες αυτοαπασχολουμένους πλασματικό εισόδημα δισεκατομμυρίων ευρώ, προκειμένου να εισπράξει επιπλέον φόρους.
Τα στοιχεία των παραγωγικών φορέων, όπως η ΓΣΕΒΕΕ και η ΕΣΕΕ, δείχνουν ότι η πλειονότητα όσων επιβαρύνονται δεν αποτελείται από τους «μεγαλοφοροφυγάδες» των βορείων προαστίων. Πρόκειται κυρίως για μικροβιοτέχνες, εμπόρους της γειτονιάς, νέους επιστήμονες και επαγγελματίες της περιφέρειας.
Η κυβερνητική ρητορική ότι «όποιος δηλώνει εισόδημα χαμηλότερο από τον κατώτατο μισθό ψεύδεται» καταρρίπτεται από την οικονομική πραγματικότητα της μεταμνημονιακής Ελλάδας, όπου η εγχώρια ζήτηση παραμένει συμπιεσμένη και το κόστος της ενέργειας και των πρώτων υλών βρίσκεται στα ύψη.
Οι επιπτώσεις των τεκμηρίων επεκτείνονται πέρα από την άμεση φορολογική επιβάρυνση και δημιουργούν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών αδικιών, πλήττοντας ιδιαίτερα τις πιο ευάλωτες ομάδες.
7. Η αυτόματη απώλεια κοινωνικών επιδομάτων
Πρόκειται ίσως για την πιο απάνθρωπη πτυχή του μέτρου. Η τεχνητή διόγκωση του εισοδήματος μέσω του τεκμηρίου έχει ως αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να εμφανίζεται στα συστήματα της ΗΔΙΚΑ και του ΟΠΕΚΑ ως «προνομιούχος», με ετήσιο εισόδημα υψηλότερο από τα προβλεπόμενα εισοδηματικά όρια.
Ως αποτέλεσμα, χάνει αυτομάτως το δικαίωμα σε κρίσιμα κοινωνικά βοηθήματα και παροχές, όπως:
- το επίδομα παιδιού Α21,
- το επίδομα στέγασης,
- το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο για το ηλεκτρικό ρεύμα,
- η δωρεάν πρόσβαση σε βρεφονηπιακούς σταθμούς μέσω ΕΣΠΑ.
8. Ο αποκλεισμός από αναπτυξιακά προγράμματα
Πολλά προγράμματα ΕΣΠΑ και επιδοτήσεις για τον εκσυγχρονισμό των μικρών επιχειρήσεων θέτουν ως κριτήριο αξιολόγησης τα δηλωθέντα εισοδήματα ή τη σχέση τζίρου–κερδών.
Οι στρεβλώσεις των τεκμηρίων αλλοιώνουν την πραγματική χρηματοοικονομική εικόνα των επιχειρήσεων και αποκλείουν υγιείς, μικρές επιχειρηματικές οντότητες από πολύτιμους επενδυτικούς πόρους.
9. Το «ανέφικτο» της αμφισβήτησης και το σκιάχτρο του ελέγχου
Η επίσημη απάντηση του Υπουργείου Οικονομικών στις επικρίσεις είναι ότι «τα τεκμήρια είναι μαχητά». Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα σε όποιον θεωρεί ότι αδικείται να ζητήσει τη διενέργεια ελέγχου, προκειμένου να αποδείξει ότι το πραγματικό του εισόδημα είναι χαμηλότερο από το τεκμαρτό.
Στην πράξη, ο «μαχητός» χαρακτήρας λειτουργεί ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα και αποτρεπτικό σκιάχτρο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι ελάχιστοι επαγγελματίες, λιγότεροι από το 1%–2% όσων αδικούνται, τολμούν να υποβάλουν αίτηση αμφισβήτησης. Οι λόγοι είναι συγκεκριμένοι:
α) Ολικός φορολογικός έλεγχος: Η αίτηση αμφισβήτησης δεν ενεργοποιεί έναν απλό έλεγχο των εσόδων και των εξόδων της συγκεκριμένης χρονιάς. Σημαίνει το πλήρες «άνοιγμα» των τραπεζικών λογαριασμών, τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων σε βάθος πενταετίας, τον έλεγχο συγγενικών προσώπων και την εξονυχιστική εξέταση των δαπανών διαβίωσης, ακόμη και για αγορές από σουπερμάρκετ ή για δίδακτρα.
β) Καθυστερήσεις και γραφειοκρατία: Μέχρι να ολοκληρωθεί ο έλεγχος, ο οποίος μπορεί να διαρκέσει πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια λόγω της υποστελέχωσης των φορολογικών υπηρεσιών, ο βεβαιωμένος φόρος βάσει του τεκμηρίου πρέπει να καταβληθεί κανονικά.
γ) Κλίμα εκφοβισμού: Οι λογιστές συμβουλεύουν μαζικά τους πελάτες τους να αποφεύγουν τη διαδικασία. Το μήνυμα που εκπέμπει ο μηχανισμός είναι σαφές:
«Αν τολμήσεις να μας αμφισβητήσεις, θα σε ξεσκονίσουμε μέχρι να βρούμε κάτι».
Έτσι, ο επαγγελματίας προτιμά να δανειστεί για να καταβάλει έναν άδικο φόρο, αποφεύγοντας μια ψυχοφθόρα και δυνητικά επικίνδυνη ελεγκτική περιπέτεια.
10. Τα τεκμήρια «τρέφουν» την παραοικονομία
Η μεγαλύτερη ειρωνεία του νέου συστήματος είναι ότι, μακροπρόθεσμα, θα φέρει τα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Το σύστημα μεταλλάσσει και ενισχύει τη φοροδιαφυγή.
Όταν ένας επαγγελματίας συνειδητοποιεί ότι, είτε εκδώσει αποδείξεις ύψους 5.000 ευρώ είτε ύψους 12.000 ευρώ, ο φόρος που θα καταβάλει θα είναι ο ίδιος, επειδή θα υπαχθεί στο τεκμήριο των 14.196 ευρώ, αποκτά ένα ισχυρό αντικίνητρο για τη νόμιμη καταγραφή των συναλλαγών του.
Σκέφτεται:
«Αφού θα με φορολογήσουν πουλώντας φαντασία, γιατί να δηλώνω τα πραγματικά μου έσοδα;»
Το σύστημα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε τρεις καταστροφικές επιλογές για την οικονομία:
- Μαζικά λουκέτα: Μικρές επιχειρήσεις που βρίσκονταν στο όριο της επιβίωσης κλείνουν οριστικά, αυξάνοντας την ανεργία και μειώνοντας τα κρατικά έσοδα από τον ΦΠΑ και τις ασφαλιστικές εισφορές.
- Πλήρης αφάνεια – «μαύρη» εργασία: Επαγγελματίες προχωρούν σε διακοπή εργασιών στην Εφορία, αλλά συνεχίζουν να ασκούν το επάγγελμά τους παράνομα, χωρίς POS, χωρίς τιμολόγια και χωρίς να αποδίδουν ούτε ένα ευρώ στο κράτος.
- Φυγή στο εξωτερικό: Νέοι επιστήμονες και ελεύθεροι επαγγελματίες, όπως digital nomads, προγραμματιστές και σύμβουλοι, μεταφέρουν την έδρα τους σε γειτονικές χώρες με σταθερούς και χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, όπως η Βουλγαρία και η Κύπρος, στερώντας από την Ελλάδα πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Γιώργος Παλαιτσάκης
Επικεφαλής Θεματικής Ομάδας Οικονομικής Ανάπτυξης και
Παραγωγικού Μετασχηματισμού της ΝΙΚΗΣ

