Από τον Σεπτέμβριο, ένας αλγόριθμος θα εγκατασταθεί αθόρυβα ανάμεσα στον πολίτη και την οικονομική του ζωή. Θα αξιολογεί την αξιοπιστία του μέσα από την πιθανότητα καθυστέρησης μιας πληρωμής και το ιστορικό της οικονομικής του συμπεριφοράς.
Το νέο Σύστημα Πιστοληπτικής Αξιολόγησης εισάγει μια βαθμολογία που μπορεί σταδιακά να λειτουργήσει ως αόρατο διαβατήριο για κάθε συναλλαγή.
Η υπουργική απόφαση της 17ης Ιουλίου 2026 περιγράφει ένα σύστημα που θα γνωρίζει το εισόδημα που δηλώνει ο πολίτης, την περιουσία που διαθέτει και τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο.
Οι καθυστερήσεις και οι ρυθμίσεις του θα υποβάλλονται σε επεξεργασία, ενώ ο αλγόριθμος θα αντλεί συμπεράσματα ακόμη και για την «πρόθεσή» του να πληρώσει.
Εδώ αποκτά πραγματικές διαστάσεις η δυστοπία. Ένα πρόγραμμα θα εξετάζει αριθμούς και θα εκδίδει κρίση για έναν άνθρωπο που ίσως έχασε τη δουλειά του ή είδε το εισόδημά του να εξανεμίζεται μέσα σε λίγες ημέρες.
Μια ασθένεια στην οικογένεια, μια έκτακτη ανάγκη ή η οικονομική αδυναμία κάλυψης όλων των υποχρεώσεων θα μεταφράζονται σε πιθανότητα αθέτησης. Η ζωή θα εξαφανίζεται από την εξίσωση και στη θέση της θα απομένει ένας βαθμός.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει αυτή τη διαδικασία ως «επιβράβευση των συνεπών» και αντιμετωπίζει τη συνέπεια αποκλειστικά ως γνώρισμα χαρακτήρα, παραβλέποντας την πραγματική οικονομική δυνατότητα κάθε ανθρώπου.
Όσοι διαθέτουν σταθερό εισόδημα θα περνούν εύκολα τον έλεγχο. Οι πολίτες που παλεύουν κάθε μήνα για να κρατήσουν όρθιο το σπίτι τους θα καταγράφονται ως αυξημένος κίνδυνος. Οι υπεύθυνοι για τη φορολογική και οικονομική ασφυξία της κοινωνίας θα βαθμολογούν πλέον τα θύματά της με βάση το πόσο άντεξαν.
Η βαθμολογία θα μπορεί να διαβιβάζεται και σε ιδιωτικές εταιρείες με τη συγκατάθεση του πολίτη. Στην πραγματική ζωή, αυτή η συγκατάθεση κινδυνεύει να μετατραπεί στο υποχρεωτικό κουτάκι που πρέπει να επιλέξει κάποιος για να προχωρήσει η αίτησή του.
Η ανάγκη λήψης μιας υπηρεσίας από μια εταιρεία περιορίζει δραματικά την ελευθερία επιλογής. Όποιος αρνείται να παραδώσει το σκορ του μπορεί να αντιμετωπίζεται εξαρχής ως ύποπτος.
Ένας χαμηλός βαθμός μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη εγγύηση ή σε απαίτηση προπληρωμής. Η πρόσβαση σε δόσεις και χρηματοδότηση θα γίνεται δυσκολότερη.
Η πιθανή επέκταση της χρήσης του συστήματος σε εταιρείες ενέργειας ή τηλεπικοινωνιών θα φέρει τον αλγόριθμο μπροστά ακόμη και στην ανάγκη ηλεκτροδότησης ενός σπιτιού ή εξασφάλισης σύνδεσης στο διαδίκτυο για τα παιδιά μιας οικογένειας. Η οικονομική επιτήρηση θα έχει φτάσει τότε στην πόρτα κάθε σπιτιού.
Ο άνθρωπος με χαμηλή βαθμολογία θα πληρώνει ακριβότερα επειδή θεωρείται επικίνδυνος. Το αυξημένο κόστος θα τον σπρώχνει σε νέες καθυστερήσεις, οι οποίες θα μειώνουν ακόμη περισσότερο το σκορ του.
Έτσι δημιουργείται μια ψηφιακή παγίδα που κλείνει γύρω από τον οικονομικά αδύναμο. Το σύστημα θα προβλέπει την αποτυχία του και στη συνέχεια θα διαμορφώνει τις συνθήκες που μπορούν να την προκαλέσουν.
Η συγκεκριμένη λογική παραπέμπει ευθέως στο Σύστημα Κοινωνικής Πίστωσης της Κίνας, όπου διαφορετικά μητρώα και κατάλογοι αποκλεισμού χρησιμοποιούνται για να επηρεάζουν την καθημερινότητα των πολιτών.
Η ελληνική εκδοχή ξεκινά από την οικονομική συμπεριφορά και ντύνεται με το γνώριμο περιτύλιγμα του «ψηφιακού εκσυγχρονισμού». Η βασική υποδομή για τη συγκέντρωση των δεδομένων και την κατάταξη των ανθρώπων είναι ήδη έτοιμη, γεγονός που διευκολύνει κάθε μελλοντική επέκτασή της.
Μπροστά μας διαμορφώνεται μια κοινωνία ψηφιακών τάξεων. Ο οικονομικά ισχυρός θα κινείται ελεύθερα και ο βιοπαλαιστής θα κουβαλά παντού το ηλεκτρονικό σημάδι της δυσπιστίας.
Η κυβέρνηση μετατρέπει τη φτώχεια σε ύποπτη συμπεριφορά και παραδίδει τον πολίτη βαθμολογημένο στις εταιρείες. Ο αριθμός που θα εμφανίζεται στην οθόνη τους μπορεί τελικά να αποκτήσει μεγαλύτερη βαρύτητα από την πραγματική ζωή του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από αυτόν.
Ασπασία Κουρουπάκη
Βουλευτής Β1 Βόρειου Τομέα Αθηνών

