Οι πρόσφατες δηλώσεις της ελληνικής κυβέρνησης στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο των εργασιών του ΟΗΕ, επανέφεραν στο προσκήνιο την προστασία των ελληνικών θαλασσών, τα θαλάσσια πάρκα στο Ιόνιο και στο Αιγαίο και την αρχή ότι η εθνική κυριαρχία είναι αδιαπραγμάτευτη.
Οι δηλώσεις αυτές κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Το ουσιαστικό, όμως, είναι να μετατραπούν σε σταθερή εθνική πολιτική. Διότι η προστασία του Αιγαίου δεν εξασφαλίζεται μόνο με διεθνείς διακηρύξεις και περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες. Απαιτεί ενεργή διπλωματία, ισχυρή άμυνα και αποφασιστική άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.
Η στρατιωτική ισορροπία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν κρίνεται μόνο από όσα διαθέτουν σήμερα η Ελλάδα και η Τουρκία. Κρίνεται και από όσα σχεδιάζουν για το αύριο, από την ταχύτητα με την οποία υλοποιούν τα σχέδιά τους και κυρίως από την πολιτική βούληση με την οποία αξιοποιούν την ισχύ τους.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια περίοδο σημαντικής ενίσχυσης των Ενόπλων Δυνάμεών της. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», τα Rafale, τα F-16 Viper, η προετοιμασία για την ένταξη των F-35, οι φρεγάτες FDI και FREMM, ο εκσυγχρονισμός των ΜΕΚΟ, τα συστήματα PULS και Spike NLOS, καθώς και η ανάπτυξη σύγχρονων δυνατοτήτων επιτήρησης, ηλεκτρονικού πολέμου και διοίκησης, μπορούν να διαμορφώσουν μια πολύ ισχυρότερη και πιο ολοκληρωμένη ελληνική αποτροπή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Η ισχύς δεν παράγεται με εξαγγελίες και υπογραφές. Τα οπλικά συστήματα αποκτούν πραγματική αξία όταν παραδοθούν εγκαίρως, διαθέτουν επαρκή πυρομαχικά και ανταλλακτικά, υποστηρίζονται σε βάθος χρόνου και λειτουργούν ως τμήματα ενός ενιαίου επιχειρησιακού δικτύου.
Κυρίως, αποκτούν αξία όταν τα χειρίζεται προσωπικό εκπαιδευμένο, έμπειρο και αφοσιωμένο. Η μέριμνα για το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων δεν είναι μια κοινωνική παροχή αποκομμένη από την άμυνα. Είναι βασικός όρος της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Οι αξιοπρεπείς αποδοχές, η στέγαση, η στήριξη της οικογένειας και οι πραγματικές προοπτικές εξέλιξης αποτελούν μέρος της εθνικής ισχύος.
Η Τουρκία παρακολουθεί ασφαλώς αυτή τη μεταβολή. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν επιχειρεί να «προλάβει» την ενίσχυση της Ελλάδας. Είναι όμως εύλογο να εκτιμήσουμε ότι επιδιώκει από σήμερα να διαμορφώσει τους πολιτικούς και επιχειρησιακούς όρους μέσα στους οποίους θα αξιοποιηθεί αύριο η ελληνική ισχύς.
Η Άγκυρα δεν ασκεί πίεση μόνο με στρατιωτικά μέσα. Επιμένει στη «Γαλάζια Πατρίδα», διατηρεί το casus belli, επαναφέρει τις θεωρίες περί «γκρίζων ζωνών» και επιχειρεί να παρουσιάσει ως ελληνοτουρκικές «διαφορές» μονομερείς και παράνομες διεκδικήσεις της.
Παράλληλα, εμφανίζεται υπέρ του διαλόγου χωρίς να εγκαταλείπει τον αναθεωρητισμό της. Διατηρεί χαμηλότερους τόνους, αλλά όχι χαμηλότερες απαιτήσεις. Επιδιώκει να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι κάθε νόμιμη ελληνική πρωτοβουλία μπορεί να προκαλέσει ένταση και ότι, επομένως, η ασφαλέστερη επιλογή για την Ελλάδα είναι η ακινησία.
Αυτή είναι μια μορφή πίεσης που δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην στρατιωτική κρίση. Αρκεί η απειλή της κλιμάκωσης να επηρεάζει εκ των προτέρων τις ελληνικές αποφάσεις.
Η Ελλάδα, όμως, δεν πρέπει ούτε να φοβάται ούτε να εφησυχάζει. Χρειάζεται ψυχραιμία, ετοιμότητα και σταθερή εθνική γραμμή. Ο διάλογος είναι αναγκαίος όταν υπηρετεί την ειρήνη και δεν μετατρέπεται σε μηχανισμό νομιμοποίησης παράνομων αξιώσεων.
Για τη ΝΙΚΗ, η μόνη ελληνοτουρκική διαφορά που μπορεί να επιλυθεί δικαστικά είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών και δήθεν «γκρίζων ζωνών» δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ούτε μπορεί να υπάρξει πραγματικά ισότιμος διάλογος όσο η Τουρκία διατηρεί απέναντι στη χώρα μας την απειλή πολέμου.
Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική έννοια της αποτροπής. Δεν είναι μόνο η δυνατότητα να αποκρούσουμε μια επίθεση. Είναι η δυνατότητα της Ελλάδας να αποφασίζει ελεύθερα, χωρίς να αυτοπεριορίζεται από τον φόβο της τουρκικής αντίδρασης. Να προστατεύει τα σύνορα και τα νησιά της, να ασκεί τα κυριαρχικά της δικαιώματα και να χαράσσει την εξωτερική της πολιτική χωρίς να λειτουργεί υπό καθεστώς μόνιμης απειλής.
Αν διαθέτουμε σύγχρονα συστήματα αλλά διστάζουμε να ασκήσουμε τα νόμιμα δικαιώματά μας, η αποτροπή παραμένει ελλιπής. Αν, αντίθετα, η στρατιωτική ισχύς συνοδεύεται από καθαρή στρατηγική και πολιτική αποφασιστικότητα, τότε αποτρέπει όχι μόνο τον πόλεμο αλλά και τον πολιτικό εξαναγκασμό.
Γι’ αυτό τα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να συνοδεύονται από διαφάνεια, διαρκή υποστήριξη και ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μόνο να αγοράζει. Χρειάζεται να παράγει, να συντηρεί, να αναπτύσσει τεχνογνωσία και να περιορίζει τις κρίσιμες εξαρτήσεις της από τρίτους.
Η χώρα μας δεν επιδιώκει την ένταση. Δεν απειλεί κανέναν και δεν διεκδικεί ξένα εδάφη. Η ισχυρή Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή για την ειρήνη. Αποτελεί παράγοντα σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή.
Η μάχη με τον χρόνο δεν πρέπει να γεννά ανησυχία. Πρέπει να ενισχύει την εθνική ετοιμότητα. Να ολοκληρώσουμε όσα σχεδιάσαμε, να στηρίξουμε τους ανθρώπους των Ενόπλων Δυνάμεων και να αποκτήσουμε μια σταθερή εθνική στρατηγική με διάρκεια μεγαλύτερη από έναν κυβερνητικό κύκλο.
Γιατί η προστασία του Αιγαίου δεν κρίνεται μόνο στις διεθνείς διασκέψεις ούτε μετριέται μόνο σε αεροσκάφη, πλοία και πυραύλους. Κρίνεται στην ικανότητα ενός έθνους να αποφασίζει ελεύθερα, να ασκεί με αυτοπεποίθηση τα δικαιώματά του και να διασφαλίζει την ειρήνη χωρίς να υποχωρεί απέναντι στην απειλή.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

