Η λατινική φράση sic transit gloria mundi —έτσι παρέρχεται η δόξα του κόσμου— μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ για την ακαδημαϊκή πορεία των λεγόμενων Σπουδών Φύλου. Την ώρα που σε αρκετά πανεπιστήμια του δυτικού κόσμου η ακαδημαϊκή κοινότητα επιχειρεί έναν κρίσιμο απολογισμό, αμφισβητώντας τον αντίκτυπο και την ουσία τέτοιων προγραμμάτων, η Ελλάδα φαίνεται να κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση.
Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αιγαίου έδωσε πρόσφατα το πράσινο φως για την ίδρυση ενός νέου, αυτόνομου προγράμματος προπτυχιακών σπουδών με τίτλο «Σπουδές Φύλου». Πρόκειται για μια κίνηση που προκαλεί συζητήσεις, καθώς αποτελεί το πρώτο προπτυχιακό πρόγραμμα του είδους του σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο. Με έδρα τη Μυτιλήνη και προγραμματισμένη έναρξη λειτουργίας το ακαδημαϊκό έτος 2026-2027, το νέο αυτό τμήμα εισάγει μια ακαδημαϊκή πραγματικότητα που καλείται να αποδείξει τη χρησιμότητά της.
Για να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα, οφείλουμε να ανατρέξουμε στις καταβολές αυτού του κλάδου. Όλα ξεκίνησαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 στα αμερικανικά πανεπιστήμια, ως αποτέλεσμα του δεύτερου κύματος του φεμινισμού. Τότε, η αφετηρία ήταν η διεκδίκηση της ισότητας και η αναγνώριση των κοινωνικών δικαιωμάτων των γυναικών. Η πορεία των επόμενων δεκαετιών άλλαξε ριζικά το περιεχόμενο αυτών των σπουδών.
Με το πέρασμα του χρόνου, το πεδίο των γυναικείων σπουδών διευρύνθηκε, μετονομάστηκε σε Σπουδές Φύλου και μετακινήθηκε σε αχαρτογράφητα νερά. Οι σπουδές αυτές άρχισαν να προωθούν την ιδέα ότι το φύλο αποτελεί κυρίως κοινωνικό δημιούργημα. Υιοθέτησαν θεωρίες που υποστηρίζουν ότι η ταυτότητα του ατόμου δεν καθορίζεται από τη βιολογία του, καθώς παρουσιάζεται ως κάτι ρευστό και μεταβλητό. Αυτή η στροφή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις διεθνώς, με πολλούς ακαδημαϊκούς να αμφισβητούν πλέον αν πρόκειται για επιστημονικό κλάδο ή για μορφή ιδεολογικής κατήχησης που στερείται εμπειρικής βάσης. Σε αρκετά πανεπιστήμια του εξωτερικού η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει, με έμφαση στην επιστροφή σε γνωστικά αντικείμενα που συνδέονται με την αντικειμενική επιστημονική μεθοδολογία.
Με τη μετονομασία σε Σπουδές Φύλου, ο στόχος άλλαξε. Το αντικείμενο πλέον δεν περιορίζεται στην επιστημονική διερεύνηση κοινωνικών φαινομένων, καθώς μετατρέπεται σε όχημα προώθησης της θεωρίας του κοινωνικού φύλου. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις. Πρόκειται για μια αντεπιστημονική και βαθιά επιβλαβή κατασκευή. Η ιδέα ότι το φύλο είναι κάτι ρευστό, χωρίς ουσιαστική σχέση με τη βιολογία, αποτελεί ιδεοληψία που επιχειρεί να αποδομήσει την ανθρωπολογική μας αλήθεια. Αυτή η κατεύθυνση δεν υπηρετεί την έρευνα, υπηρετεί την κατήχηση. Μια κατήχηση χωρίς στέρεη επιστημονική βάση, η οποία επιβάλλεται τεχνητά σε έναν χώρο που οφείλει να παράγει γνώση, κρίση και ελεύθερη ακαδημαϊκή σκέψη. Στο εξωτερικό, κοινωνίες που δοκίμασαν αυτές τις θεωρίες έχουν αρχίσει να τις επανεξετάζουν σοβαρά. Η Ελλάδα οφείλει να απαντήσει γιατί τις υιοθετεί τώρα.
Την ίδρυση του νέου προγράμματος έθεσε υπό αμφισβήτηση η βουλευτής της ΝΙΚΗΣ, Ασπασία Κουρουπάκη, με Ερώτηση που κατέθεσε προς την Υπουργό Παιδείας, Σοφία Ζαχαράκη. Το ζήτημα που αναδεικνύει η κ. Κουρουπάκη δεν είναι απλώς τυπικό, καθώς αγγίζει την ουσία του ελληνικού πανεπιστημίου. Ποια είναι η πραγματική ακαδημαϊκή ή επαγγελματική ανάγκη που καλύπτει ένα τέτοιο πτυχίο; Σε μια εποχή που τα ελληνικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν χρόνιες ελλείψεις σε προσωπικό, υποδομές και εργαστηριακό εξοπλισμό, μπορεί να αποτελεί προτεραιότητα η επένδυση σε τέτοια προγράμματα;
Τα ερωτήματα που προκύπτουν για τους μελλοντικούς αποφοίτους είναι κρίσιμα. Τι είδους επαγγελματικά δικαιώματα θα έχουν; Υπάρχει μελέτη που να αποδεικνύει ότι η ελληνική αγορά εργασίας, η οποία έχει ανάγκη από εξειδικευμένους επιστήμονες στους τομείς της ψηφιακής οικονομίας, της αγροτικής παραγωγής, της ναυτιλίας και της τεχνολογίας αιχμής, αναζητά πτυχιούχους σε αυτόν τον τομέα; Ή πρόκειται για μια πτυχή του πανεπιστημίου που θα παράγει στελέχη για ΜΚΟ και δημόσιες υπηρεσίες, σε αντικείμενα που η κοινωνία δεν έχει ακόμη ιεραρχήσει ως αναγκαία;
Εξίσου καίριο είναι το ερώτημα της χρηματοδότησης, το οποίο απαιτεί πλήρη διαφάνεια. Είτε πρόκειται για εθνικούς πόρους είτε για ευρωπαϊκά κονδύλια, ο φορολογούμενος πολίτης έχει δικαίωμα να γνωρίζει πού επενδύονται τα χρήματά του. Πρόκειται για επένδυση που θα ενισχύσει την εθνική οικονομία και την παραγωγική προοπτική της χώρας ή για την επιβολή μιας ιδεολογικής ατζέντας από τις ελίτ των Βρυξελλών, η οποία δεν ανταποκρίνεται στις αγωνίες της μέσης ελληνικής οικογένειας;
Το δημόσιο πανεπιστήμιο δεν αποτελεί ιδιοκτησία κανενός ιδεολογικού ρεύματος. Είναι κοινό αγαθό, το οποίο χρηματοδοτείται από τους φόρους ανθρώπων με διαφορετικές κοσμοθεωρήσεις. Η απόφαση για την ίδρυση ενός πτυχίου σε αντικείμενο που διεθνώς δέχεται σοβαρή κριτική για την επιστημονική του αξιοπιστία απαιτεί θεσμικό έλεγχο και απαντήσεις από την κυβέρνηση της Ν.Δ. Η ελληνική κοινωνία έχει κάθε λόγο να ζητήσει σαφείς εξηγήσεις για το αν το πανεπιστήμιο του 2026 θα παραμείνει χώρος παραγωγής ουσιαστικής γνώσης ή αν θα μετατραπεί σε μηχανισμό αναπαραγωγής ιδεολογικών στερεοτύπων.
Χριστόδουλος Μολύβας
Μέλος Θ.Ο. Παιδείας της ΝΙΚΗΣ

