Δεν είναι τυχαίο ότι, δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά τον Θουκυδίδη, οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να κινούνται με βάση τους ίδιους περίπου κανόνες. Οι συμμαχίες αλλάζουν, οι ισορροπίες μεταβάλλονται, οι δηλώσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Εκείνο όμως που παραμένει σταθερό είναι ότι τα κράτη επιδιώκουν πρωτίστως την ασφάλεια και την προάσπιση των συμφερόντων τους.
Η πρόσφατη Σύνοδος του ΝΑΤΟ, η συζήτηση για τα F-35, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην Τουρκία, αλλά και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επιβεβαιώνουν ότι η διεθνής πολιτική εισέρχεται ξανά σε μια περίοδο έντονου ανταγωνισμού ισχύος. Οι αξίες εξακολουθούν να έχουν σημασία. Δεν είναι όμως αυτές που καθορίζουν πάντοτε τις αποφάσεις.
Τη λογική αυτή επιχείρησε να συστηματοποιήσει ο Χένρι Κίσινγκερ μέσα από τη σχολή της Realpolitik. Ανεξάρτητα από την έντονη κριτική που έχει δεχθεί για πολλές επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η βασική του παραδοχή παραμένει αντικείμενο μελέτης: οι διεθνείς σχέσεις διαμορφώνονται κυρίως από την ισορροπία ισχύος και τα στρατηγικά συμφέροντα των κρατών.
Στην πραγματικότητα, όμως, ο Κίσινγκερ δεν ανακάλυψε κάτι νέο. Πολύ πριν από αυτόν, ο Θουκυδίδης είχε περιγράψει με απαράμιλλη καθαρότητα τη λειτουργία της διεθνούς πολιτικής. Στον διάλογο Αθηναίων και Μηλίων αποτυπώνεται η σκληρή διαπίστωση ότι η ισχύς επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς εξελίξεις. Δεν πρόκειται για μια ηθική θέση, αλλά για μια περιγραφή του τρόπου με τον οποίο συχνά λειτουργεί το διεθνές σύστημα.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό το δίδαγμα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Συχνά καλλιεργούμε την εντύπωση ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στο ΝΑΤΟ αρκεί από μόνη της για να διασφαλίσει τα εθνικά μας συμφέροντα. Πρόκειται για μια επικίνδυνη απλούστευση. Οι συμμαχίες είναι πολύτιμες, αλλά κάθε σύμμαχος σταθμίζει πρωτίστως τα δικά του στρατηγικά συμφέροντα.
Αυτό εξηγεί γιατί η Τουρκία, παρά τις σοβαρές διαφωνίες που κατά καιρούς έχει με τη Δύση, εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό συνομιλητή για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ. Η γεωγραφική της θέση, το μέγεθός της και ο ρόλος της σε κρίσιμες περιφέρειες την καθιστούν παράγοντα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν έχει συμμάχους. Σημαίνει ότι οι σύμμαχοι ενεργούν με βάση τη δική τους στρατηγική αξιολόγηση.
Ακριβώς γι’ αυτό η ελληνική εξωτερική πολιτική οφείλει να στηρίζεται πρωτίστως στις δικές της δυνατότητες. Η αποτρεπτική ισχύς, η οικονομική ανθεκτικότητα, η δημογραφική ανασυγκρότηση, η τεχνολογική και αμυντική αυτάρκεια, η ενεργός διπλωματία και η αξιοπιστία αποτελούν τις πραγματικές προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής εθνικής στρατηγικής.
Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο. Είναι άλλωστε η χώρα που έχει περισσότερο συμφέρον από την ύπαρξη κανόνων στη διεθνή τάξη. Όμως η επίκληση του δικαίου γίνεται ουσιαστικότερη όταν συνοδεύεται από εθνική ισχύ, συνέπεια και αξιοπιστία.
Η μεγαλύτερη παγίδα για μια χώρα δεν είναι να έχει ισχυρούς αντιπάλους. Είναι να τρέφει αυταπάτες για τον τρόπο που λειτουργεί ο κόσμος.
Η γεωπολιτική δεν είναι ζήτημα αισιοδοξίας ή απαισιοδοξίας. Είναι ζήτημα ρεαλισμού.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο χρήσιμο συμπέρασμα που μπορούμε να αντλήσουμε σήμερα, τόσο από τον Θουκυδίδη όσο και από τη μελέτη της σύγχρονης διπλωματικής ιστορίας: η ειρήνη και η ασφάλεια δεν εξασφαλίζονται με ευχές. Εξασφαλίζονται όταν μια χώρα διαθέτει τη βούληση, τη στρατηγική και την ισχύ να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α’ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

