Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιταχύνει πλέον ανοιχτά τη διαδικασία διεύρυνσης προς τα Δυτικά Βαλκάνια, αντιμετωπίζοντας την ένταξη των χωρών της περιοχής όχι μόνο ως πολιτική επιλογή, αλλά κυρίως ως γεωπολιτικό εργαλείο ασφάλειας.
Οι πρόσφατες συναντήσεις στις Βρυξέλλες και στη Μπρατισλάβα επιβεβαίωσαν ότι, μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη επιδιώκει να θωρακίσει την περιοχή απέναντι σε ανταγωνιστικές επιρροές και να ενσωματώσει τα Βαλκάνια ταχύτερα στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.
Το ερώτημα, όμως, για την Ελλάδα είναι σαφές: μπορεί η χώρα μας να λειτουργεί ως δεδομένος και πρόθυμος υποστηρικτής αυτής της διαδικασίας, χωρίς να διασφαλίζει πρώτα τα εθνικά της συμφέροντα;
Η απάντηση είναι προφανής. Η Ελλάδα οφείλει να στηρίζει τη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή. Όμως η σταθερότητα δεν οικοδομείται με εθνικές εκπτώσεις ούτε με πολιτική κατευνασμού. Δυστυχώς, αυτό ακριβώς δείχνει να συμβαίνει σήμερα.
Η περίπτωση της Αλβανίας είναι χαρακτηριστική. Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται πρόθυμη να στηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της γειτονικής χώρας, την ώρα που παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό.
Οι περιουσίες των Βορειοηπειρωτών, οι πιέσεις που καταγγέλλονται στη Χειμάρρα, οι σοβαρές αμφισβητήσεις γύρω από την απογραφή πληθυσμού και, συνολικά, η στάση απέναντι στην Ελληνική Εθνική Μειονότητα δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες λεπτομέρειες της εξωτερικής πολιτικής.
Η Ελλάδα όφειλε εδώ και καιρό να έχει καταστήσει σαφές ότι καμία ουσιαστική πρόοδος στην ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού. Αυτό δεν είναι εθνικισμός· είναι αυτονόητη εθνική ευθύνη.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η κατάσταση με τα Σκόπια. Η προδοτική Συμφωνία των Πρεσπών παρουσιάστηκε ως μια «ιστορική λύση» που δήθεν θα έβαζε τέλος στον αλυτρωτισμό και θα αποκαθιστούσε σχέσεις σταθερότητας στην περιοχή. Τι αποδείχθηκε τελικά; Ότι όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα, αλλά ουσιαστικά νομιμοποίησε τον σκοπιανό αλυτρωτισμό, δεν κατοχύρωσε την ιστορική αλήθεια και δεν προστάτευσε τα ελληνικά συμφέροντα.
Οι συνεχείς δηλώσεις του κ. Μίτσκοσκι, η χρήση του όρου «Μακεδονία» χωρίς τον συνταγματικό προσδιορισμό και η επαναφορά ρητορικής που αμφισβητεί ευθέως την ιστορική αλήθεια αποδεικνύουν ότι τα Σκόπια δεν σέβονται ούτε το πνεύμα ούτε το γράμμα της Συμφωνίας.
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, η ελληνική κυβέρνηση περιορίζεται σε χλιαρές διπλωματικές παρατηρήσεις, λες και πρόκειται για ασήμαντες παρεκτροπές.
Εμείς, στη ΝΙΚΗ, είχαμε προειδοποιήσει εγκαίρως για τις συνέπειες της προδοτικής Συμφωνίας των Πρεσπών. Γι’ αυτό και από τον Ιανουάριο του 2025 προχωρήσαμε στην πλήρη καταγγελία της, με κατάθεση πρότασης νόμου στην Ελληνική Βουλή. Για εμάς, η ακύρωση της προδοτικής Συμφωνίας δεν αποτελεί συγκυριακή πολιτική επιλογή, αλλά ιδρυτική θέση του κινήματός μας και πράξη εθνικής συνέπειας.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζει την ευρωπαϊκή πορεία των Σκοπίων όσο συνεχίζονται αυτές οι προκλήσεις. Δεν μπορεί να εμφανίζεται ως «δεδομένος σύμμαχος», όταν απέναντί της καλλιεργείται συστηματικά μια πολιτική ιστορικής παραχάραξης και εθνικής πρόκλησης.
Η γεωπολιτική σημασία των Βαλκανίων είναι δεδομένη. Όμως η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζει τις εξελίξεις αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των πιέσεων των Βρυξελλών ή των ισορροπιών των συμμάχων. Οφείλει να χαράσσει στρατηγική με γνώμονα τα δικά της εθνικά συμφέροντα.
Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με φοβικά σύνδρομα ούτε με λογικές «καλού παιδιού». Ασκείται με εθνική αυτοπεποίθηση, ιστορική συνείδηση και σαφείς κόκκινες γραμμές.
Η Ελλάδα διαθέτει θεσμικά όπλα μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διαθέτει δικαιώματα. Διαθέτει δυνατότητα πίεσης. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να τα χρησιμοποιήσει.
Και αυτό σήμερα είναι περισσότερο αναγκαίο από ποτέ.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Ά Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

