«Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Η μόνη στάση την οποία οφείλει να τηρήσει ο Έλληνας πρωθυπουργός στο πλαίσιο της συνόδου του ΝΑΤΟ, είναι εκείνη της προάσπισης των εθνικών συμφερόντων. Δεν υπάρχει άλλη γραμμή πλεύσης.
Ο κ. Μητσοτάκης οφείλει να καταγγείλει την τουρκική προκλητικότητα και επιθετικότητα, εκδηλούμενες κατά συμμάχου κράτους, και να ζητήσει τη συμπαράσταση των λοιπών εταίρων. Την ίδια συμπαράσταση και σύμπνοια που επέδειξαν στο ζήτημα της Γροιλανδίας.
Το προηγούμενο αυτό οφείλει να επικαλεστεί ο πρωθυπουργός καταγγέλλοντας το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την επικείμενη νομική κατοχύρωσή του, το επαπειλούμενο κατά της χώρας μας, επί 30ετία ήδη, casus belli, τις συνεχείς παραβιάσεις της εθνικής μας κυριαρχίας σε αέρα και θάλασσα από τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη και πλοία, τις ασκήσεις «Θαλασσόλυκος» που στρέφονται ευθέως κατά της εδαφικής κυριαρχίας των νήσων του Αιγαίου, δυστυχώς με ΝΑΤΟϊκή συμμετοχή, την ανάπτυξη της Στρατιάς του Αιγαίου έναντι των ελληνικών νήσων, τη συνεχή παρενόχληση άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στον χώρο του Ανατολικού Αιγαίου από μονάδες του τουρκικού πολεμικού ναυτικού και, γενικότερα, την αντισυμμαχική, παραβατική και επικίνδυνη συμπεριφορά της Τουρκίας έναντι της χώρας μας.
Οφείλει να θέσει τους συμμάχους προ του επαπειλουμένου γεγονότος μιας θερμής αναμέτρησης μεταξύ συμμάχων, όταν εξαντληθεί η ελληνική υπομονή και ανεκτικότητα. Οφείλει να θέσει ενώπιόν τους την αρνητικότατη σημασία που θα είχε για τη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας μια τέτοια εξέλιξη, η οποία γίνεται όλο και πιθανότερη λόγω της επιθετικής πολιτικής που ακολουθεί στην περιοχή του Αιγαίου η Άγκυρα.
Δυστυχώς, η συνάντηση Γεραπετρίτη-Φιντάν στη Σόφια, προ εβδομάδος, δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Όλα τα αναφερθέντα ζητήματα έπρεπε να έχουν τεθεί από τον Έλληνα ΥΠΕΞ στον Τούρκο ομόλογό του αντί για τις αιθεροβασίες και τα φληναφήματα περί καλής συνεργασίας και «ήρεμων νερών».
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο κ. Μητσοτάκης, προτάσσοντας έναντι του εθνικού συμφέροντος τα διαλαμβανόμενα στη θνησιγενή «Διακήρυξη των Αθηνών», θα σπεύσει να θέσει «κάτω από το χαλί» τις ελληνοτουρκικές διαφορές, «ξεπλένοντας» στα μάτια των συμμάχων, κυρίως του παρισταμένου Προέδρου Τραμπ, την Άγκυρα και προτάσσοντας, ενδεχομένως, ως προπέτασμα αυτής της συμπεριφοράς του, το «γενικότερο καλό της Συμμαχίας».
Μάλιστα, προβλέπεται ότι θα τηρήσει τη στάση αυτή, ενώ η ΕΕ, δια της αρμόδιας Επιτρόπου κ. Κάγια Κάλας αλλά και ψηφίσματος του Ευρωκοινοβουλίου, σαφώς καταδικάζει την Τουρκία για απειλές κατά κρατών-μελών, προφανώς συμπεριλαμβάνοντας και την Κύπρο, αναγνωρίζοντας παράλληλα ρητώς το δικαίωμα επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ.
Όμως, από μόνη της η εξέλιξη αυτή δεν είναι αρκετή, αν επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης παραμένει «το πέρασμα κάτω από τον ευρωπαϊκό πήχη». Για να αποκτήσουν πραγματική αξία οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις, θα πρέπει να «ντουμπλαριστούν» από την Αθήνα, η οποία οφείλει να καταγγείλει την τουρκική επιθετικότητα, επιβραβεύοντας και επαληθεύοντας τα διαλαμβανόμενα στην ευρωπαϊκή συμπαράσταση.
Άρα, αν επιμείνει στην επιδειχθείσα ήδη «γραμμή Γεραπετρίτη» ο πρωθυπουργός, θα χάσει το τρένο μίας εξαιρετικά ευνοϊκής συγκυρίας για την προβολή και υιοθέτηση των ελληνικών θέσεων από την πλειοψηφία, τουλάχιστον, των λοιπών εταίρων στο ΝΑΤΟ.
Ακριβώς το αντίθετο αναμένεται από πλευράς Ερντογάν. Θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα σπεύσει να καταγγείλει την Αθήνα για «προκλητική και αδιάλλακτη συμπεριφορά, η οποία δυναμιτίζει τη σταθερότητα της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας».
Θα υπερασπιστεί το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» που, όμως, βασίζεται σε δύο ισχυρισμούς, παντελώς ανυπόστατους από πλευράς Διεθνούς Δικαίου. Πρώτον, στο ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και η αιγιαλίτιδα ζώνη τους περιορίζεται στα 6 ν.μ. και δεύτερον, ότι το Αιγαίο θα πρέπει να τύχει αμοιβαίας εκμετάλλευσης ως προς τις πλουτοπαραγωγικές του πηγές από Ελλάδα και Τουρκία, με μεταξύ τους όριο τον 25ο μεσημβρινό.
Παράλληλα, θα τονίσει την ίδρυση δύο νέων ΝΑΤΟϊκών στρατηγείων στην Κωνσταντινούπολη και στα Άδανα, επιχειρώντας να εμπλέξει την αμερικανική πλευρά σε μία μόνιμη παρουσία της σε τουρκικό έδαφος, ενδεχομένως και με μεταφορά μέρους των αποσυρομένων από την Ευρώπη αμερικανικών στρατευμάτων.
Τέλος, όπως ήδη ανέφερε στους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους των 32 κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, που επισκέφθηκαν την Κωνσταντινούπολη στις 28–29 Ιουνίου, θα απαιτήσει η Τουρκία να συμμετέχει σε όλες τις πρωτοβουλίες άμυνας και ασφάλειας στην ευρωπαϊκή ήπειρο και να αρθούν οι περιορισμοί στην τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Αν η ελληνική κυβέρνηση αποφύγει να αντικρούσει τους παραπάνω ισχυρισμούς και τις επιδιώξεις της Άγκυρας, ή δεν τους αντικρούσει επαρκώς, θα οδηγήσει τη χώρα σε νέο γεωπολιτικό αδιέξοδο.
Οι μέχρι στιγμής απογοητευτικές εκτιμήσεις γύρω από το θέμα αυτό φέρουν τον κ. Μητσοτάκη να ικετεύει τον Τούρκο Πρόεδρο να αναβάλει τη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» για μετά τις προσεχείς ελληνικές εκλογές, υποσχόμενος «ήρεμα νερά» από πλευράς του στη Σύνοδο Κορυφής.
Καθώς τρέχουν οι διεθνείς εξελίξεις και εκδιπλώνεται η διαχρονική και συνεκτική τουρκική εξωτερική πολιτική στην περιοχή μας, οι ελληνικές ευκαιρίες για μία αποτελεσματική παρέμβαση, προκειμένου να επιτευχθεί η αναχαίτισή της, γίνονται όλο και σπανιότερες.
Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός του εκπεφρασμένου φιλοερντογανισμού του Προέδρου Τραμπ και η επίσης εκπεφρασμένη διάθεσή του να «προσφέρει δώρα» προς τον Τούρκο ομόλογό του.
Τα δώρα αυτά θα αφορούν την πώληση τόσο αεροσκαφών F-35 όσο και κινητήρων για το τουρκικό εθνικό μαχητικό KAAN. Μια κίνηση που θα τον φέρει σε σύγκρουση με το Κογκρέσο, για τον τρόπο παράκαμψης του γνωστού νόμου CAATSA.
Μέσα στα δώρα, όμως, υπάρχει και η πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ να σταματήσει την ποινική υπόθεση εναντίον της τουρκικής κρατικής τράπεζας Halkbank, η οποία είχε κατηγορηθεί για ξέπλυμα ιρανικών κεφαλαίων ύψους 20 δισ. δολαρίων.
Σημειώνεται πάντως η αποφυγή στάθμευσης του Τραμπ στην Αθήνα προ της μεταβάσεως στην Άγκυρα. Αντ’ αυτού, θα στείλει εδώ κάποιον υπουργό, τον Χέγκσεθ ή τον Ρούμπιο, προφανώς με κάποιες συγκεκριμένες οδηγίες και με αόριστες διαβεβαιώσεις προς τους εν Αθήναις «ανήκοντες εις την Δύσιν».
Είναι σκόπιμο να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό την κοντόφθαλμη και αντιπαραγωγική για τα εθνικά μας συμφέροντα στάση του κ. Μητσοτάκη κατά την αμερικανική προεκλογική περίοδο. Ο «αντιτραμπισμός» του δεν μας αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών έναντι του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος, αναμφίβολα, έχει εγγράψει τον «άνευρο και υποτονικό» Έλληνα πρωθυπουργό στη «μαύρη λίστα» των Ευρωπαίων ηγετών που αντιπαθεί.
Εν κατακλείδι, η μέχρι στιγμής απουσία ελληνικού καταγγελτικού λόγου στα διεθνή fora και στους διεθνείς οργανισμούς ισχυροποιεί έτι περαιτέρω τις τουρκικές επιδιώξεις, αποδυναμώνει τη χώρα μας αλλά και την όποια επιρροή μπορεί αυτή να διαθέτει στο περιβάλλον του Αμερικανού Προέδρου.
Το κυριότερο, μια τέτοια στάση, αντί να απομακρύνει, φέρνει όλο και πλησιέστερα την αναπόφευκτη αναμέτρηση με την Τουρκία. Αντί να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα, ενθαρρύνει την Άγκυρα σε ακόμη μεγαλύτερη αυθαιρεσία και επιθετικότητα.
Κάθε σοβαρός κυβερνήτης θα άδραχνε κάθε ευκαιρία για να προβάλλει τα ελληνικά συμφέροντα και να θέσει εμπόδια στα τουρκικά σχέδια. Ο πρωθυπουργός θα έχει, λοιπόν, στη σύνοδο της Άγκυρας μία λαμπρή ευκαιρία για να θέσει, ανυπέρβλητα ελπίζεται, προσκόμματα στην τουρκική επιβουλή εις βάρος της χώρας μας.
Το αν θα το πράξει, επαφίεται στον «πατριωτισμό» του.
Δημήτρης Νατσιός
Πρόεδρος του Δημοκρατικού
Πατριωτικού Λαικού Κινήματος ΝΙΚΗ

