Η κυβέρνηση υποδέχθηκε τη φετινή έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το Κράτος Δικαίου με ένα ακόμη κύμα αυτοθαυμασμού. Οι τέσσερις συστάσεις της Κομισιόν μετατράπηκαν σε παράσημο, οι επιφυλάξεις της μπήκαν στο συρτάρι και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε ότι τα επίσημα στοιχεία αποτελούν απάντηση στις «έωλες κατηγορίες της αντιπολιτευτικής προπαγάνδας».
Στο Μέγαρο Μαξίμου εντόπισαν κάθε κολακευτική λέξη (που δεν ήταν και πολλές) και προσπέρασαν ολόκληρες σελίδες που χαλούσαν το πανηγυρικό κλίμα. Έτσι, ένα κείμενο γεμάτο σοβαρές θεσμικές εκκρεμότητες παρουσιάστηκε περίπου ως ευρωπαϊκό πιστοποιητικό άψογης δημοκρατικής λειτουργίας.
Όσα παραλείφθηκαν από τις κυβερνητικές ανακοινώσεις περιλαμβάνονται στο επίσημο κεφάλαιο της Κομισιόν για την Ελλάδα και προκαλούν πολύ λιγότερο ενθουσιασμό από εκείνον που εξέπεμψε το πρωθυπουργικό επιτελείο.
Πίσω από την κυβερνητική λέξη «πρόοδος» βρίσκεται μια στοίβα από 462 εκκρεμείς υποθέσεις διαφθοράς. Μέσα στο 2025 προστέθηκαν ακόμη 137, ενώ δίωξη ασκήθηκε σε μόλις 18 υποθέσεις. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι διώξεις και οι τελεσίδικες αποφάσεις παραμένουν περιορισμένες, ακόμη και στις περιπτώσεις διαφθοράς υψηλού επιπέδου.
Το επιτελικό κράτος ετοιμάζει τώρα ένα ψηφιακό μητρώο, το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει από την 1η Ιανουαρίου 2027. Προφανώς, με τέτοιο όγκο εκκρεμοτήτων χρειάζεται σύγχρονη τεχνολογία για να μετριούνται γρηγορότερα οι υποθέσεις που προχωρούν αργότερα. Στο Μαξίμου το ονόμασαν κι αυτό «θεσμική πρόοδο».
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά στην υπουργική ασυλία. Η Κομισιόν καταγράφει ότι το ισχύον καθεστώς αποτελεί θεσμική πρόκληση για τους εθνικούς εισαγγελείς και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η εξουσία για τη διερεύνηση και τη δίωξη υπουργών παραμένει στα χέρια της Βουλής, με την εκάστοτε πλειοψηφία να κρατά το κλειδί της διαδικασίας.
Η χρησιμότητα αυτού του προστατευτικού μηχανισμού για τα κυβερνητικά στελέχη φάνηκε δύο φορές μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο. Τον Ιούλιο του 2025 η Βουλή απέρριψε προτάσεις για επίσημη έρευνα σχετικά με δύο πρώην υπουργούς για πιθανές ποινικές ευθύνες που συνδέονταν με αγροτικά ευρωπαϊκά κονδύλια. Τον Μάιο του 2026 απορρίφθηκαν νέα αιτήματα κοινοβουλευτικής διερεύνησης για δύο πρώην κυβερνητικά στελέχη σε υποθέσεις αγροτικών επιδοτήσεων.
Αυτή είναι η περίφημη θεσμική πρόοδος στην πράξη. Οι φάκελοι φθάνουν στη Βουλή και η κυβερνητική πλειοψηφία αναλαμβάνει να προστατεύσει την πολιτική γαλήνη των εμπλεκομένων. Η λογοδοσία περνά από κομματικό έλεγχο και το Μαξίμου καμαρώνει για την ποιότητα του κράτους δικαίου.
Στο ίδιο κείμενο δεσπόζει και η υπόθεση του Predator. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπενθυμίζει τις καταδίκες τεσσάρων προσώπων για πράξεις που συνδέονται με την εμπορική προώθηση του κατασκοπευτικού λογισμικού, την παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών και τη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε δεδομένα.
Το δικαστήριο κατέγραψε 87 τεκμηριωμένες περιπτώσεις στοχοποίησης πολιτικών, δημοσιογράφων, στρατιωτικών και άλλων προσώπων. Παράλληλα, διαβίβασε τα πρακτικά για περαιτέρω διερεύνηση ευρύτερων αδικημάτων και πιθανής συμμετοχής επιπλέον προσώπων.
Η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να απορρίψει το αίτημα επανέναρξης της έρευνας προκάλεσε, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή αποτίμηση, ανησυχίες σε δημοσιογράφους, θύματα, δικηγόρους, κόμματα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Καταγράφηκαν ακόμη ερωτήματα για πιθανή σύγκρουση συμφερόντων, λόγω του προηγούμενου ρόλου του στην εποπτεία της ΕΥΠ κατά τη διάρκεια μέρους της ερευνώμενης περιόδου.
Το κυβερνητικό αφήγημα έχει φυσικά ήδη αποφανθεί. Οι αναφορές στο Predator εντάσσονται στην «προπαγάνδα», τα αιτήματα για πλήρη διερεύνηση εμφανίζονται ως προσπάθεια δυσφήμησης της χώρας και οι θεσμικές ενστάσεις αντιμετωπίζονται σαν προσωπική προσβολή προς τον πρωθυπουργό.
Σοβαρές παραμένουν και οι ανησυχίες για την πολιτική ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης. Γίνεται ειδική αναφορά στη μείωση του πολιτικού και ερευνητικού περιεχομένου δημόσιου ενδιαφέροντος, σε περιστατικά απολύσεων ή διακοπής εκπομπών και στο περιθώριο διορισμών βάσει πολιτικών σκοπιμοτήτων. Υπενθυμίζεται ακόμη ότι η ΕΡΤ εξακολουθεί να εποπτεύεται από τη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, η οποία υπάγεται στον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητικό εκπρόσωπο.
Το Παρατηρητήριο για την Πολυφωνία στα Μέσα διατήρησε τη βαθμολογία υψηλού κινδύνου για την ανεξαρτησία των δημόσιων μέσων ενημέρωσης. Το πρωθυπουργικό επιτελείο πανηγύρισε ιδιαιτέρως για την πρόοδο στον χώρο των ΜΜΕ, αφήνοντας αυτή τη μικρή ευρωπαϊκή παρατήρηση να περάσει όσο πιο αθόρυβα γινόταν.
Ανησυχητικά παραμένουν και τα στοιχεία για την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη. Μόλις το 43% των πολιτών και το 33% των επιχειρήσεων θεωρούν «αρκετά ή πολύ καλό» το επίπεδο ανεξαρτησίας των δικαστηρίων και των δικαστών. Στις επιχειρήσεις, μάλιστα, το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν στο 59% το 2022.
Ο κ. Μητσοτάκης κατηγόρησε όσους ασκούν κριτική ότι «αμαυρώνουν την εικόνα της πατρίδας». Την εικόνα της πατρίδας την τραυματίζουν οι παρακολουθήσεις, η ατιμωρησία και η κομματική προστασία. Την τραυματίζουν οι έρευνες που σκοντάφτουν σε ασυλίες και η ενημέρωση που παραμένει κάτω από την κυβερνητική σκιά. Οι πολίτες που ζητούν λογοδοσία υπερασπίζονται τη Δημοκρατία και την αξιοπρέπεια της χώρας.
Το κράτος δικαίου αποτελεί καθημερινή υποχρέωση της εξουσίας απέναντι στον ελληνικό λαό. Απαιτεί ανεξάρτητη Δικαιοσύνη και ελεύθερη ενημέρωση, χρειάζεται ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο, πλήρη διερεύνηση των σκανδάλων και ίση εφαρμογή του νόμου από τον απλό πολίτη μέχρι τον τελευταίο υπουργό.
Ο κ. Μητσοτάκης μπορεί να κορνιζάρει την έκθεση στο Μαξίμου και να την αυτοδιαφημίζει όσο θέλει ως «πιστοποιητικό θεσμικής επιτυχίας». Το κείμενό της, όμως, περιγράφει μια πραγματικότητα πολύ πιο σκοτεινή από την εικόνα που επιχειρεί να πουλήσει και, μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, οι κυβερνητικοί πανηγυρισμοί ακούγονται σαν κακόγουστη ειρωνεία βγαλμένη μέσα από τις σελίδες ενός κακού σουρεαλιστικού βιβλίου.
Το Κράτος Δικαίου κρίνεται από τη στιγμή που ο νόμος φτάνει στην πόρτα της εξουσίας και βρίσκει το θάρρος να περάσει μέσα. Μόνο τότε.

