Οι διαβόητες «Σπουδές Φύλου», που έχουν καθιερωθεί στα πανεπιστήμια του εξωτερικού και εισάγονται πλέον και στην Ελλάδα, ξεκινούν από ορθή αφετηρία, ακολουθούν λάθος δρόμο και καταλήγουν σε επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η ορθή αφετηρία είναι η πρόθεση για κατανόηση και, εντέλει, άρση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων που οδήγησαν διαχρονικά στην κοινωνική ανισότητα, την αδικία και την ανθρώπινη δυστυχία, ιδιαίτερα μάλιστα της Γυναίκας.
Ο λάθος δρόμος είναι η άγνοια και η συνακόλουθη παρερμηνεία της δικής μας –ελληνικής, ορθόδοξης, χριστιανικής– πολιτισμικής παράδοσης, η οποία διαμόρφωσε εξαιρετικά προωθημένα πρότυπα ανθρώπινων σχέσεων, στηλίτευσε την αδικία ήδη από τους πρώτους αιώνες της ύπαρξής της και αγωνίστηκε για την ανύψωση του ανθρώπινου προσώπου, του άνδρα και της γυναίκας, ακριβώς εκεί όπου προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να το ανυψώσει το σύγχρονο κίνημα της κοινωνικής ευαισθητοποίησης.
Το επιζήμιο αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγει η όλη προσπάθεια, ισχυρίζομαι πως είναι η απομόνωση των ανθρώπων, η ομοιομορφοποίησή τους –δήθεν χάριν της «διαφορετικότητας»– και η εξυπηρέτηση της μετατροπής της κοινωνίας σε κυψέλη πανομοιότυπων εργατών, προς όφελος της υποτίθεται «επάρατης» ολιγαρχίας.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι ο λόγος για τον οποίο η εισαγωγή των συγκεκριμένων σπουδών στην Ελλάδα προκαλεί έντονες αντιδράσεις από τους παραδοσιακούς Έλληνες, άνδρες και γυναίκες –μεταξύ των οποίων και εγώ–, όχι βέβαια επειδή «είμαστε τοξικοί», αλλά επειδή αισθανόμαστε πολύ βαθιά ότι η διαδρομή που ακολουθούν και το αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγουν δεν είναι αυτά που επαγγέλλονται.
Λάθη της σύγχρονης «ιδεολογίας του Φύλου»
Θα επισημάνω άμεσα ορισμένα στοιχεία –όχι τα μόνα– που θεωρώ σφάλματα.
Η σύγχρονη «ιδεολογία του Φύλου» συνδέει την ταυτότητα της Γυναίκας με τη σεξουαλικότητα, αλλά όχι με τη μητρότητα. Αιτία είναι η ριζική εξατομίκευση του ανθρώπου, ο οποίος καλείται πλέον να ζει «για τον εαυτό του», να θεωρεί τον εαυτό του ως «ό,τι πολυτιμότερο έχει» και να ανάγει σε δήθεν ανεκτίμητη αξία την ηδονή της στιγμής.
Η οπτική αυτή παραβλέπει συνήθως ότι ο υπερτονισμός της σεξουαλικότητας της γυναίκας –ακόμη και από την εφηβική ή και την παιδική της ηλικία– τη μετατρέπει για ακόμη μία φορά σε αντικείμενο προς ανδρική χρήση, όπως ήταν πάντα, απλώς αυτή τη φορά «με τη θέλησή της». Αντίθετα, όταν ο Ιησούς Χριστός λέει «όποιος βλέπει μια γυναίκα με σεξουαλική επιθυμία, ήδη μοίχευσε μαζί της στην καρδιά του» (Κατά Ματθαίον, κεφ. 5, στ. 27-28), δεν κηρύττει κάποιον πουριτανισμό, αλλά παίρνει τη γυναίκα από τη θέση του αντικειμένου και την ανεβάζει δεόντως στη θέση του ανθρώπινου προσώπου.
Η σύγχρονη οπτική, όταν αναφέρεται στη μητρότητα, προβάλλει το δίπολο «μία μάνα – ένα παιδί» ως αυτάρκη μορφή οικογένειας, χωρίς πατέρα. Ο πατέρας ουσιαστικά θεωρείται περιττός, είτε δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του παιδιού είτε έχει επέλθει διαζύγιο και το παιδί τον επισκέπτεται κατά διαστήματα. Η μάνα έχει αναλάβει και τον ρόλο που παραδοσιακά επιτελεί ο πατέρας: εργάζεται και προμηθεύει την οικογένεια με τα απαραίτητα χρήματα και αγαθά, προστατεύει τον εαυτό της και το παιδί της και φροντίζει να εξασφαλίσει το μέλλον του. Η ίδια είναι τα πάντα, ενώ ο άνδρας, ο οποίος περιγράφεται κατά κανόνα ως εγωκεντρικός και ανώριμος, «είναι βάρος» και η εξάρτησή της από αυτόν συνιστά δράμα – δεν τον χρειάζεται.
Κάποτε, το να είναι κάποιο παιδί «ορφανό πατρός» εθεωρείτο τραγικό. Σήμερα θεωρείται απόλυτα φυσικό, για να μην πω και προτιμότερο.
Η «μάνα με τα πολλά παιδιά» εμφανίζεται συνήθως ως ατυχία, ως αποτέλεσμα εσφαλμένων επιλογών, ως μια πληγή που χρειάζεται ανακούφιση.
Η καταξίωση της Γυναίκας, εντέλει, έρχεται μέσα από την «ανδροποίησή της». Ο όρος αυτός σίγουρα δεν είναι αρεστός, διότι πλέον τα άτομα στην κοινωνία «δεν έχουν φύλο». Είναι μόνον εργαζόμενα, ακριβώς όπως οι μέλισσες και τα μυρμήγκια, ζουν για να εργάζονται –«να κάνουν καριέρα»– και να υπηρετούν τη βασίλισσα. Σε αυτή την περίπτωση, η πραγματική ταυτότητα της «βασίλισσας» είναι ζητούμενο.
Ο σύγχρονος άνθρωπος «χορεύει μόνος», εκφράζει τον εαυτό του απλώς αυτοσχεδιάζοντας πάνω σε μια μουσική, είτε είναι άνδρας είτε γυναίκα. Και συχνά ο αυτοσχεδιασμός του είναι μελαγχολικός. Ο παραδοσιακός χορός, σε κύκλο, με τους ανθρώπους πιασμένους από το χέρι, εγκαταλείφθηκε και ξεχάστηκε.
Εννοείται ότι δεν εξιδανικεύουμε το παρελθόν. Όπως και σήμερα, πάντα υπήρχαν κακία, σκληρότητα, αδικία και δυστυχία. Όχι μόνο από τους άνδρες εις βάρος της γυναίκας, αλλά και από γυναίκες εις βάρος των πιο αδύναμων γυναικών, όπως, για παράδειγμα, από την πεθερά εις βάρος της νύφης της. Ας μην το ξεχνάμε.
Και σήμερα, παρά τις προσπάθειες, η κακία, η σκληρότητα, η αδικία και η δυστυχία επιμένουν και επιδεινώνονται. Ο λόγος δεν είναι ότι υστερούμε στη μελέτη των κοινωνικών στερεοτύπων και προκαταλήψεων, αλλά ότι δεν συνειδητοποιούμε πως και εμείς είμαστε εγκλωβισμένοι στα στερεότυπα και στις προκαταλήψεις της εποχής μας και, έχοντας κόψει τις ρίζες μας, αδυνατούμε να αξιοποιήσουμε το εξαιρετικό πνευματικό οπλοστάσιο που διαθέτουμε, ώστε να οδηγηθούμε πραγματικά στη χαρά, την αγάπη, την αξιοπρέπεια, την ενότητα και την ποιότητα ζωής που αναζητούμε και χρειαζόμαστε.
Δεν αναφέρομαι τώρα στη θεωρία της «ρευστότητας του φύλου», σύμφωνα με την οποία το φύλο είναι «φάσμα», όπου μπορεί κάποιος να ταυτίζεται κατά ένα ποσοστό με το ανδρικό φύλο και κατά ένα ποσοστό με το γυναικείο, ή ότι κάθε χρωμοσωματική παραλλαγή συνιστά ιδιαίτερο φύλο κ.λπ. Αυτά απαιτούν ιδιαίτερη ανάλυση. Υποστηρίζουμε, όμως, ότι συλλήβδην εξυπηρετούν τον σκοπό της μετατροπής της κοινωνίας σε κυψέλη ομοιόμορφων ανθρώπων, sans famille –χωρίς οικογένεια–, με ρευστή ταυτότητα και προσωπική ζωή, άρα εύκολα διαχειρίσιμων από τους πανίσχυρους παράγοντες του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.
Ρωμηοσύνη, Ορθοδοξία και Φύλο
Αν οι σχεδιαστές των «Σπουδών Φύλου» είχαν μελετήσει και κατανοήσει την ουσία της παράδοσής μας, όχι μόνο το περιεχόμενο του προγράμματός τους θα ήταν εντελώς διαφορετικό, αλλά και η συμβολή τους στην κοινωνία θα ήταν πολύ ουσιαστικότερη. Θα εξηγήσω τον ισχυρισμό μου και εσείς μπορείτε να διαφωνήσετε ελεύθερα.
Κατ’ αρχάς, ονομάζουμε τον πολιτισμό και την παράδοσή μας «Ρωμηοσύνη», όπως οι πρόγονοί μας και πολλοί σημαντικοί λόγιοί μας. Το όνομα αυτό εμπεριέχει τον Ελληνισμό στη διαχρονικότητά του, προχριστιανικό και χριστιανικό, τον ελληνικό πολιτισμό σε όλες τις εκφάνσεις του –λόγιο και λαϊκό–, αλλά και το άπλωμά του πέρα από τον Ελληνισμό, εφόσον η ορθόδοξη πνευματικότητα, μέσω της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας –του «Βυζαντίου»–, πραγματοποίησε την οικουμενική, πανανθρώπινη και υπερεθνική διάσταση που εγγενώς είχε εξαρχής.
Θα ήθελα, λοιπόν, να αντιπροτείνω μια μορφή «Σπουδών Φύλου», η οποία θα περιλαμβάνει, εκτός από την ανάλυση των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων που πράγματι εντοπίζονται στην κοινωνία όλων των εποχών, και την παρουσίαση των παρακάτω θεματικών ενοτήτων:
- Της διδασκαλίας του Ιησού Χριστού και των αγίων Διδασκάλων της Ορθοδοξίας –ανδρών και γυναικών– για τον Άνθρωπο γενικώς και για τη Γυναίκα ειδικότερα. Εδώ περιλαμβάνεται και η σχετική διδασκαλία του Ευαγγελίου και ολόκληρης της Αγίας Γραφής, ερμηνευμένη από τους αγίους και τις αγίες. Χωρίς αυτή την ερμηνεία, η Αγία Γραφή «διαβαζόταν» ακόμη και από τους δυτικούς ιεροεξεταστές. Λάβετε μια γεύση από την παλαιότερη μελέτη μας «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» – Η θέση της γυναίκας στον χριστιανισμό.
- Της παρουσίας της Θεοτόκου και των αγίων γυναικών στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και της θέσης τους στη λατρευτική μας παράδοση. Θα ανακαλύψετε ότι η παρουσία και η θέση τους είναι εξέχουσες, με πλήθος γυναικείων ηγετικών μορφών που τιμώνται ως αγίες και στις οποίες αφιερώνονται ναοί, ύμνοι, λαμπρές ημέρες μνήμης κ.λπ.
- Της θέσης ξεχωριστών γυναικών στην ελληνική –και όχι μόνο– ιστορία, είτε στον πόλεμο, ως ηρωίδες, είτε στην ειρήνη, ως επιστήμονες, δασκάλες, λογοτέχνιδες κ.λπ., αν υπήρξε ποτέ ειρήνη σε αυτόν τον κόσμο. Θα ανακαλύψετε ότι οι γυναίκες αυτές είναι πολυάριθμες και απολάμβαναν πάντα θαυμασμό και αποδοχή, διαμορφώνοντας μια νοοτροπία σεβασμού προς τη Γυναίκα, όπου υπήρχε η κατάλληλη σύνεση, βέβαια – και υπήρχε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
- Της θέσης των γιαγιάδων και των μανάδων μας στην απλή ελληνική, ρωμαίικη οικογένεια, γυναικών οι οποίες σε αναρίθμητες περιπτώσεις ηγήθηκαν, εργάστηκαν, στήριξαν την κοινωνία, δίδαξαν και καθοδήγησαν, χωρίς να χρειάζονται τα διδάγματα των σύγχρονων, όψιμων «αναλυτών».
Είμαι βέβαιος –και συγχωρέστε με– ότι, σχετικά με τους τέσσερις ανωτέρω πυλώνες του πολιτισμού μας, οι περισσότεροι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι πάσχουν από άγνοια, παρερμηνεία και προκατάληψη, που οφείλονται στα δυτικά ερμηνευτικά γυαλιά τους. Νομίζουν πως κάτω από κάθε πέτρα ελληνικού σπιτιού βρίσκουν τον υποτιμημένο άνθρωπο και την υποβαθμισμένη γυναίκα του δυτικού Μεσαίωνα και των επιγόνων του.
Και βέβαια ούτε ο τόπος μας ήταν παράδεισος. Γι’ αυτό, άλλωστε, άγιοι διδάσκαλοι, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός κ.ά., χρειάστηκε να τονίσουν κατ’ επανάληψιν την ορθή συμπεριφορά του Άνδρα προς τη Γυναίκα. Όμως το έπραξαν, την υπερασπίστηκαν και πλήθος Γυναικών αναδείχθηκαν στη ζωή, στην κοινωνία και στις οικογένειές μας, βοηθώντας στην ύπαρξη οικογενειακής αρμονίας και κοινωνικής συνοχής, καταστάσεων περίπου δαιμονοποιημένων από τους σύγχρονους κοινωνιολόγους της «εξατομίκευσης»…
Θεός και αγιότητα
Το τελευταίο σφάλμα των σύγχρονων κοινωνιολόγων και των περιβόητων «Σπουδών Φύλου» που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι αποκλείουν από την κατανόηση της κοινωνίας την αγιότητα ως πνευματική κατάσταση.
Έχοντας εκ των προτέρων την εσφαλμένη εντύπωση ότι «δεν υπάρχει Θεός» –γνωστή προκατάληψη της νεωτερικότητας, λόγω της φρικτής διαστρέβλωσης της χριστιανικής πίστης από τον δυτικό Μεσαίωνα–, πιστεύουν ότι η αγιότητα είναι ένας ξεπερασμένος μύθος και πως οι μαρτυρίες για αγίους και αγίες της εποχής μας είναι προϊόν δεισιδαιμονίας και απάτης ή αυταπάτης.
Αυτό τους προκαλεί μια πνευματική μυωπία, η οποία τους οδηγεί στην αναζήτηση «νέων μορφών πνευματικότητας» –βλέπουμε αυτόν τον τίτλο στο πρόγραμμα «Σπουδών Φύλου»–, για τις οποίες πραγματικά είναι τρομακτικό το τι μπορεί να περιλαμβάνουν. Υποψιάζομαι Wicca, πνευματισμό, θεοσοφία, λατρεία της «Μάνας Γης», εκστασιακές εξάρσεις και άλλες ψευδοπνευματικές καταστάσεις, στις οποίες εμπλέκεται εμφανέστερα το γυναικείο φύλο, αφού η Θεοτόκος, η αγία Παρασκευή, η αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου, η αγία Φιλοθέη η Αθηναία και αναρίθμητες άλλες αγίες όλων των εποχών, στις οποίες η Ορθόδοξη Εκκλησία αφιερώνει ναούς και εορτές, υμνογραφικά έργα και θαυματουργές εικόνες, τοποθετούνται συλλήβδην στον κάλαθο των αχρήστων της «πατριαρχίας» και του «στερεοτύπου»…
Έχουμε πολλά να πούμε πάνω σε αυτά και να εξηγήσουμε γιατί, κατά τη γνώμη μας, η σύγχρονη οπτική, μαζί με τις λεγόμενες «Σπουδές Φύλου», μετατρέπει την κοινωνία σε κυψέλη και τον άνθρωπο σε μυρμήγκι, χωρίς να λύνει τα όντως υπαρκτά προβλήματα της βίας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Άλλωστε, χωρίς τις σωστές Γυναίκες δεν θα ήμασταν αυτοί που είμαστε ούτε ο κόσμος θα είχε ό,τι καλό έχει. Όπως και χωρίς τους σωστούς Άνδρες.
Ο μεταμοντέρνος «πολιτισμός μας» –«της αλληλεγγύης», «της αγάπης», «της διαφορετικότητας» και «της συμπερίληψης»– από τη μία ταΐζει τις γάτες και από την άλλη τις αιχμαλωτίζει και τις στειρώνει. Το ίδιο κάνει και με τις Γυναίκες και γενικά με τους Ανθρώπους. Αύριο δεν θα υπάρχουν Γυναίκες, μόνο εργαζόμενα «άτομα» και των δύο φύλων, κάποια από τα οποία θα χαρακτηρίζονται «γυναίκες», επειδή θα κάνουν έρωτα σαν γυναίκες.
Για να μη συμβεί αυτό, θα έπρεπε η Γυναίκα, όπως συμβαίνει σε όλους τους πολιτισμούς που απορρίπτει η νεωτερικότητα, να συνδεθεί επίσης με τη μητρότητα και την οικογένεια, ισότιμα και μαζί με τον Άνδρα, ως δύο πλευρές του ίδιου χρυσού νομίσματος, διαφορετικές, αλλά ισότιμες.
Και ο Άνδρας να πάψει να είναι εγωκεντρικός και ανώριμος και να κάνει αυτό που συμβουλεύει ο παρεξηγημένος απόστολος Παύλος: «να αγαπήσει τη γυναίκα του, όπως ο Χριστός αγάπησε την Εκκλησία» –δηλαδή την ανθρωπότητα– «και θυσίασε τον εαυτό του γι’ αυτήν» (Προς Εφεσίους, 5, 25).
Και όλες μαζί οι οικογένειες, σε σχέσεις αλληλοσεβασμού και αλληλεγγύης, που τονίζονται ως μέγιστη αξία στην παράδοσή μας, να συγκροτούν σαν κύτταρα μια ζωντανή και όχι νεκρή κοινωνία.
Αυτό θα ήταν ουσιαστική προσφορά και τα εφόδια υπάρχουν στον πολιτισμό μας, ενώ και στην πράξη πολλές φορές επιτεύχθηκε η ιδανική αυτή κατάσταση. Καλό είναι να τα ανακαλύψουμε. Αλλιώς, είναι άκρως αμφίβολο αν ωφελούμε τον Άνθρωπο, ενώ για την κοινωνία ούτε λόγος να γίνεται.
Επιτρέψτε μου να προτείνω προς μελέτη και το άρθρο μας «Οικογένεια: ένα απλό όνειρο», το οποίο σχετίζεται με το ζήτημα.
Θα τα ξαναπούμε.
Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Υπεύθυνος της Θεματικής Ομάδας Ρωμηοσύνης της ΝΙΚΗΣ
Γιος, σύζυγος, πατέρας και φίλος Γυναικών

