Θα επιχειρήσω εδώ μια περιορισμένη κριτική του φιλελευθερισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ξεκινώντας απλώς από όσα προβάλλουν οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι για τον φιλελευθερισμό, όπως ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής.
Ο φιλελευθερισμός παρουσιάζεται ως ηθική πολιτική θεωρία μη ιδεολογικού χαρακτήρα, η οποία αντλεί το περιεχόμενό της από την υπαρκτή κοινωνική πραγματικότητα και θέτει σε αυτήν ηθικούς κανόνες, όποια μορφή κι αν έχει. Κύριος στόχος του είναι η αύξηση της ελευθερίας του ατόμου σε κάθε πλευρά της ζωής του, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής ζωής.
Σύμφωνα με τη δική του επιχειρηματολογία, η γνώση της πραγματικότητας προκύπτει από την αποδοχή της όπως ακριβώς είναι και από την εφαρμογή ενός γενικού κοινωνικού κανόνα, της απόλυτης ελευθερίας της έκφρασης και της προσωπικής επιλογής.
Το ενδιαφέρον του επικεντρώνεται στη διαδικασία που εξασφαλίζει την ελευθερία της έκφρασης και της επιλογής για κάθε άτομο και όχι στις συνέπειές τους για την κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο αποκτά τελικά μια ηθική ουδετερότητα, με σκοπό την περαιτέρω αύξηση της ελευθερίας και της αυτονομίας των ατόμων, ώστε κάθε άνθρωπος να μπορεί να γράψει την ιστορία της δικής του ζωής.
Για την επίτευξη αυτού του στόχου, ο φιλελευθερισμός έχει αναδείξει το κράτος δικαίου σε ανώτατη πολιτειακή αρχή, προκειμένου να εγγυηθεί την ίση ελευθερία όλων των ατόμων, χωρίς εξαιρέσεις. Η ελευθερία αυτή κατοχυρώθηκε ως ανθρώπινο δικαίωμα. Σε γενικές γραμμές, η φιλελεύθερη δημοκρατία συγκροτείται από το κράτος δικαίου, τα ανθρώπινα δικαιώματα, το Σύνταγμα και τη λειτουργία του.
Η τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, στο άρθρο της στην Εφημερίδα των Συντακτών, στις 2 Ιανουαρίου 2021, με τίτλο «Δημοκρατία, κράτος δικαίου και δικαιώματα», επιχείρησε να εξηγήσει τη σχέση ανάμεσα σε αυτά τα θεμελιώδη στοιχεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας μετά την υγειονομική κρίση του 2020.
Με αφορμή την υγειονομική κρίση ήρθε στην επιφάνεια το μείζον ζήτημα της έκτακτης κατάστασης και των μέτρων που περιορίζουν τις ελευθερίες και τα δικαιώματα του ατόμου χάριν του υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος.
Η Πρόεδρος υποστηρίζει ότι οι περιορισμοί των δικαιωμάτων και της ελευθερίας έχουν έκτακτο και προσωρινό χαρακτήρα και ότι τα θεσμικά αντίβαρα επαρκούν για την προστασία τους. Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες υποχωρούν μπροστά στο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον, ενώ η εξουσία εξακολουθεί να ενισχύεται στα χέρια εκείνων που αποφασίζουν για την έκτακτη κατάσταση. Η ίδια εξουσία εκτείνεται και στα θεσμικά αντίβαρα, τα οποία η Πρόεδρος προτείνει στο άρθρο της ως ανάχωμα στον περιορισμό των δικαιωμάτων.
Ποιες είναι, λοιπόν, οι πραγματικές εγγυήσεις της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε μια έκτακτη κατάσταση, κατά την οποία το δημόσιο συμφέρον συνθλίβει το ατομικό δικαίωμα; Ποια είναι η συνθήκη της υποτιθέμενης κανονικότητας μέσα στην οποία οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου ισχύουν απαρασάλευτα; Ποιες είναι οι εγγυήσεις για την ερμηνεία των νόμων και του Συντάγματος κατά τη διάρκεια μιας έκτακτης κατάστασης;
Η κοινωνική πραγματικότητα εμφανίζεται εντελώς διαφορετική. Μέσα στην τεράστια αντινομία ανάμεσα στην ατομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών και στη συλλογική ζωή μιας κοινωνίας, η φιλελεύθερη ουδετερότητα επιτρέπει να χωρέσουν τα πάντα, ακόμη και οι στυγνότεροι ιδεολογικοί ολοκληρωτισμοί. Οι τελευταίοι μπορούν κάθε φορά να δικαιολογούνται πολιτικά από τις αποφάσεις εκείνων που διαθέτουν την εξουσία κατά την έκτακτη κατάσταση. Αρκεί η επιλογή τους να καταστεί αντικείμενο μιας ακόμη ερμηνείας του Συντάγματος.
Το άρθρο της Προέδρου έδωσε το πολιτικό στίγμα για τον μετασχηματισμό της Νέας Δημοκρατίας και την ιδεολογική μεταμόρφωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας σε ολοκληρωτικό καθεστώς, μέσα από την αναγγελία της δημιουργίας του ψηφιακού κράτους και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Η κοινωνική κανονικότητα, πάνω στην οποία ο φιλελευθερισμός θεμελιώνει τη θεωρία της φιλελεύθερης δημοκρατίας, είναι στην πράξη επίπλαστη. Κάτω από την επιφάνεια της πολιτικής και κοινωνικής κανονικότητας επικρατούν το κοινωνικό χάος και η αταξία, τα οποία μετατρέπουν κάθε ατομικό δικαίωμα και κάθε ελευθερία σε κοινωνικό όνειρο θερινής νυκτός.
Η τάξη των επιμέρους ατόμων και η συλλογική τάξη της κοινωνίας αποδεικνύονται εντελώς διαφορετικές και αντινομικές. Πρόκειται για μια αντίφαση την οποία ο φιλελευθερισμός αδυνατεί ιστορικά να ερμηνεύσει.
Αν ο φιλελευθερισμός θέλει να αποδείξει ότι διαθέτει μια ανθεκτική κοινωνική και πολιτική θεωρία, ικανή να λειτουργήσει τόσο στο επίπεδο των ατόμων όσο και στη συλλογική κοινωνική ζωή, όπου κυριαρχεί το δημόσιο συμφέρον, οφείλει να επανεξετάσει τη συλλογική ζωή και τον κοινό βίο με τα ίδια ηθικά κριτήρια που εφαρμόζει στη ζωή του ατόμου. Οφείλει επίσης να εξετάσει τις συνέπειες των ατομικών επιλογών στη συλλογική ζωή, η οποία τελικά δεν αποτελεί απλώς το άθροισμα των αυτόνομων ατόμων μιας κοινωνίας και των επιλογών τους.
Σε διαφορετική περίπτωση, κάθε έκτακτη ή άλλη αφορμή επιτρέπει σε εκείνον που αποφασίζει και κατέχει την πολιτική εξουσία να μετατραπεί αυθωρεί στον πιο ύπουλο και στυγνό δικτάτορα, με το περίβλημα της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, αξιοποιώντας το πολιτικό κενό ανάμεσα στα άτομα και την κοινωνία.
Σπύρος Μανάτος
Συγγραφέας – αρθρογράφος
Μέλος της Θεματικής Ομάδας Ρωμηοσύνης της ΝΙΚΗΣ
Κέρκυρα

