Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού στην 90ή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης διέψευσαν τις προσδοκίες των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας.
Τα αιτήματά τους είχαν διατυπωθεί έγκαιρα και θεσμικά. Στρατιωτικοί, αστυνομικοί, πυροσβέστες και λιμενικοί από όλη την Ελλάδα είχαν ενώσει τις φωνές τους στη συγκέντρωση του Λευκού Πύργου, ζητώντας αξιοπρεπείς αποδοχές, στήριξη των οικογενειών τους και έμπρακτο σεβασμό στην αποστολή τους.
Παρά ταύτα, από τη ΔΕΘ δεν προέκυψε μια νέα, ολοκληρωμένη και στοχευμένη παρέμβαση που να ανταποκρίνεται στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπηρεσίας τους. Οι περιορισμένες οριζόντιες αυξήσεις και το επίδομα Χριστουγέννων των 500 ευρώ μικτά από τον Δεκέμβριο του 2027 δεν απαντούν στα βασικά προβλήματα.
Τα στελέχη ζητούν πραγματική ενίσχυση του εισοδήματός τους, δίκαιη αποζημίωση της νυχτερινής και υπερωριακής εργασίας, αναπροσαρμογή των αποζημιώσεων υπηρεσίας, ισότιμη χορήγηση των επιδομάτων και ουσιαστική στεγαστική μέριμνα.
Για έναν στρατιωτικό που μετατίθεται υποχρεωτικά, έναν αστυνομικό που εργάζεται νύχτες και αργίες, έναν πυροσβέστη που παραμένει επί ημέρες σε επιφυλακή ή έναν λιμενικό που υπηρετεί στα θαλάσσια σύνορα, η πραγματικότητα δεν αποτυπώνεται σε μια οριζόντια αύξηση. Αποτυπώνεται στο ενοίκιο, στα καύσιμα, στο κόστος της δεύτερης κατοικίας, στις συνεχείς μετακινήσεις και στην παρατεταμένη απουσία από την οικογένεια.
Άλλο η ονομαστική αύξηση και άλλο η πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Η αναγνώριση της προσφοράς των στελεχών δεν μπορεί να περιορίζεται σε λόγια και επετειακές αναφορές. Χρειάζεται συγκεκριμένη μέριμνα για τη στέγαση, ιδιαίτερα στις παραμεθόριες, νησιωτικές και τουριστικές περιοχές, όπου τα υψηλά ενοίκια καθιστούν μια υποχρεωτική μετάθεση δυσβάστακτη για ολόκληρη την οικογένεια. Όταν η Πολιτεία διατάσσει τη μετακίνηση ενός στελέχους, οφείλει να αναλαμβάνει και το πραγματικό κόστος που αυτή συνεπάγεται.
Παράλληλα, παραμένουν ανοιχτά σοβαρά υπηρεσιακά και θεσμικά ζητήματα: η βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, η επαγγελματική προοπτική των αποφοίτων των ΑΣΣΥ, η αποζημίωση της πραγματικής εργασίας, η ασφαλιστική αναγνώριση της μάχιμης υπηρεσίας και η επέκταση της μάχιμης πενταετίας.
Στην αναμονή παραμένουν και τα εν αποστρατεία στελέχη. Η καθολική καταβολή των αναδρομικών, η οριστική κατάργηση της προσωπικής διαφοράς, η επανεξέταση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και η δίκαιη αντιμετώπιση των χαμηλοσυνταξιούχων στρατιωτικών εξακολουθούν να αποτελούν ανοιχτές εκκρεμότητες.
Η Ελλάδα οφείλει να επενδύει στην άμυνα, στην αποτρεπτική της ισχύ και στον εκσυγχρονισμό των μέσων της. Ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, όμως, δεν υπάρχουν χωρίς επαρκές, εκπαιδευμένο και αξιοπρεπώς αμειβόμενο προσωπικό.
Η ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται μόνο στα οπλικά της συστήματα. Μετριέται και στο ηθικό των ανθρώπων που τα επανδρώνουν.
Για εμάς στη ΝΙΚΗ, τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας δεν αποτελούν δημοσιονομικό βάρος. Αποτελούν βασικό πυλώνα της εθνικής άμυνας, της δημόσιας ασφάλειας και της κοινωνικής συνοχής. Δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν δικαιοσύνη, συνέπεια και σεβασμό.
Η πειθαρχία δεν σημαίνει σιωπή και η αυταπάρνηση δεν αποτελεί ανεξάντλητο πόρο.
Ο σεβασμός στην αποστολή τους δεν δηλώνεται. Αποδεικνύεται στην πράξη.
Τάσος Οικονομόπουλος
Βουλευτής Α΄ Ανατολικής Αττικής της ΝΙΚΗΣ

