«Ως πότε, αδέλφια;» Εκατό τόσα χρόνια αντηχεί στα αυτιά μας αυτή η κραυγή των υπόδουλων αδελφών μας στη Β. Ήπειρο! Εκατό τόσα χρόνια στοιχειώνει τον ύπνο των Ελλήνων πατριωτών η ιστορία αίματος που συνεχίζει να γράφεται στην άλλη πλευρά των ελληνοαλβανικών συνόρων. Διώξεις, δολοφονίες, κακοδιοίκηση, κρατική αδικία, απουσία δικαιοσύνης εξανάγκασαν δεκάδες χιλιάδες Βορειοηπειρωτών να πάρουν τον δρόμο της εθελούσιας εξορίας στην Ελλάδα ή να προσχωρήσουν σε έναν ακούσιο εξαλβανισμό για να καταφέρουν να παραμείνουν στις πατρογονικές τους εστίες.
Μεταξύ 21.000 κατοίκων της Κορυτσάς το 1912, οι 15.000 ήσαν Έλληνες, στα χέρια των οποίων ήταν συγκεντρωμένο το σύνολο της οικονομικής και πνευματικής ζωής της πόλης. Πόσοι είναι σήμερα, σε σύνολο πληθυσμού σχεδόν 80.000; Και πόσοι από όσους έχουν απομείνει τολμούν να βγουν στην κεντρική πλατεία και να δηλώσουν δημόσια την εθνική τους καταγωγή; Πόσα ελληνικά σχολεία έχουν απομείνει στην Κορυτσά; Πόσα ελληνικά πνευματικά και πολιτιστικά κέντρα; Πόσοι ελληνικοί σύλλογοι; Πόσα ελληνικά μνήματα στα νεκροταφεία δεν έχουν βεβηλωθεί ή καταστραφεί;
Η Κορυτσά, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των περιοχών της Β. Ηπείρου, δεν είχε την τύχη να συμπεριληφθεί στις λεγόμενες μειονοτικές περιοχές που αυθαίρετα όρισε το αλβανικό κράτος. Οι δήμαρχοι της πόλης, κάποιοι εξ αυτών φανερά ελληνικής καταγωγής, αρνούνται ότι υπάρχει έστω και ένας Έλληνας σήμερα στην Κορυτσά. Το στρατιωτικό κοιμητήριο του Τσιφλίκ, σε απόσταση μόλις 2 χλμ. από το κέντρο, δεν αφήνουν να λειτουργήσει οι αλβανικές Αρχές και έχει σήμερα ρημάξει από την εγκατάλειψη, τις κλοπές και τις βεβηλώσεις. Κατασκευάστηκε με έξοδα των Ελλήνων φορολογουμένων, των οποίων τα χρήματα καμία κυβέρνηση δεν απαίτησε να επιστραφούν από τα Τίρανα.
Στη Μητρόπολη της Κορυτσάς, εκατό κιβώτια με οστά Ελλήνων πεσόντων του ’40, δύο τουλάχιστον μεταξύ τους αξιωματικών, περιμένουν ακόμη να ενταφιασθούν στο κοιμητήριο του Τσιφλίκ ή να επαναπατριστούν. Μαζί με τα λείψανα χιλιάδων ακόμη, των οποίων οι θέσεις ταφής έχουν αναγνωριστεί, αλλά το ελληνικό κράτος έχει αδιαφορήσει για την περισυλλογή τους. Τι έχουν απογίνει, άραγε, όλοι αυτοί; Υπάρχουν ακόμη τα οστά των ηρώων ή φρόντισαν οι φίλοι του Μητσοτάκη να τα εξαφανίσουν, αφήνοντάς τα εκτεθειμένα στα τσακάλια; Όπως όλοι οι γείτονές μας άλλωστε, έτσι και οι Αλβανοί φροντίζουν, εδώ και 112 χρόνια μετά την επανάσταση του Χ. Ζωγράφου και του Σ. Σπυρομήλιου, μετά την υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Κερκύρας, να εξαφανίσουν οτιδήποτε μαρτυρεί ελληνικότητα στη Β. Ήπειρο.
Έδιωξαν, δολοφόνησαν, εξόρισαν, βασάνισαν, κατάσχεσαν περιουσίες και τώρα τελευταία κατέκαψαν στην περιοχή της Χιμάρας όσους έχουν ακόμη απομείνει. Ταυτόχρονα, διέβρωσαν, διέφθειραν και διέλυσαν τις ομογενειακές οργανώσεις που ανεφύησαν στην Αλβανία μετά το 1992, επιβάλλοντας δοτές ηγεσίες στις εναπομείνασες. Όλα αυτά, δυστυχώς, με τη σιωπηρή συναίνεση και την έμμεση συνδρομή της Αθήνας. Ποτέ δεν έγινε αντιληπτή η επιμονή των ελληνικών κυβερνήσεων να εντάξουν τα Δυτικά Βαλκάνια, συνεπώς και την Αλβανία, στην ΕΕ χωρίς εχέγγυα, χωρίς καμία πρόοδο στην –ουκ άνευ– αποδοχή του κοινοτικού κεκτημένου, ιδίως σε ζητήματα εφαρμογής του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων, των κοινωνικών και των μειονοτικών δικαιωμάτων. Σήμερα, το κομπλεξικό απέναντι στον Ελληνισμό αλβανικό κράτος έχει βρει πρόθυμο σύμμαχο την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η οποία, ως φαίνεται, δεν αναγνωρίζει τίποτα ελληνικό έξω από τα ελληνικά σύνορα. «Δεν διεκδικούμε τίποτα», διαλαλούν σε όλους τους τόνους οι διαχρονικές ελληνικές κυβερνήσεις.
Μάλιστα, ο αχαρακτήριστος ουτιδανός Χρυσοχοΐδης είχε τιμωρήσει τους καταδρομείς εκείνους που, στην παρέλαση της εθνεγερσίας το 2011, τόλμησαν να τραγουδήσουν, για τελευταία φορά, το γνωστό «Έχω μιαν αδελφή, κουκλίτσα αληθινή…» για να μην προσβληθούν οι Αλβανοί… Αλλά ο Κυριάκος το παράκανε, ξεπερνώντας κάθε όριο – συμπαρίσταται στον σωβινιστή και αντιλαϊκό ΠΘ Έντι Ράμα στην εξάλειψη κάθε ελληνικότητας από τη Βόρειο Ήπειρο, την ύπαρξη της οποίας αρνείται σιωπηρά, αφού σε ουδεμία διαμαρτυρία δεν προέβη μετά τα σχετικά λεχθέντα του Ράμα στη Θεσσαλονίκη. Συνεχίζει δε απτόητος τη χρηματοδότηση της Αλβανίας με ευρωπαϊκά κονδύλια, κάποια βεβαίως από τα οποία αποτελούν ελληνική συμβολή.
Όμως, όσοι πατριώτες απέμειναν σ’ αυτή τη χώρα δεν ξεχνούν τους στίχους που τραγουδούσε ο αείμνηστος Αλέκος Κιτσάκης, «το αηδόνι της Ηπείρου»: «Μέσα στη Βόρειο Ήπειρο, έχω έναν αδελφό και μια μάνα πικραμένη που ’ναι πάντα δακρυσμένη – ωρέ Βόρειο Ήπειρος καημένη που ’σαι χρόνια σκλαβωμένη, περιμένεις με λαχτάρα ένωση με την Ελλάδα – και την προσευχή σου κάνεις για να ’ρθεις προτού πεθάνεις…». Οι στίχοι αυτοί, τόσο παραστατικοί για το βορειοηπειρωτικό δράμα, που σκίζουν την καρδιά κάθε Έλληνα πατριώτη όταν ακούγονται, δεν σημαίνουν τίποτα για τον πρωθυπουργό μας και τον κύκλο των εθνομηδενιστών και των πεμπτοφαλαγγιτών που τον περιβάλλει.
Ας ελπίσουμε ότι θα βρεθεί κάποια στιγμή για την Πατρίδα ο ηγέτης εκείνος που θα έχει στην καρδιά του την Ελλάδα και όχι τον αριθμό των ακινήτων και το ύψος των καταθέσεών του. Και θυμόμαστε όλοι πως η ελπίδα πάντα πεθαίνει τελευταία…
Δημήτρης Νατσιός
Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΝΙΚΗΣ
Δάσκαλος, θεολόγος, συγγραφέας

