Η Τουρκία ανακαλύπτει σήμερα αυτό που η Ελλάδα εξακολουθεί να αρνείται να δει.
Οι μηδενικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας που αρχίζουν να εμφανίζονται στη γειτονική χώρα δεν αποτελούν αποτυχία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Αποτελούν συνέπεια της επιτυχίας τους. Όταν ο ήλιος και ο άνεμος παράγουν περισσότερη ενέργεια από όση μπορεί εκείνη τη στιγμή να καταναλώσει ή να μεταφέρει ένα ηλεκτρικό σύστημα, η τιμή του ρεύματος μηδενίζεται.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο πώς θα παραχθεί περισσότερη καθαρή ενέργεια. Είναι πώς αυτή η ενέργεια θα αποθηκευτεί και θα χρησιμοποιηθεί όταν πραγματικά χρειάζεται.
Η Φυσική διδάσκει ότι η ενέργεια δεν χάνεται. Η Οικονομία, όμως, διδάσκει ότι μπορεί να χάσει την αξία της.
Μία μεγαβατώρα που παράγεται το μεσημέρι, όταν η κατανάλωση είναι περιορισμένη και η παραγωγή από φωτοβολταϊκά βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της, μπορεί να αξίζει ελάχιστα. Η ίδια μεγαβατώρα, λίγες ώρες αργότερα, όταν ο ήλιος έχει δύσει και η ζήτηση αυξάνεται, μπορεί να είναι ιδιαίτερα ακριβή.
Η πραγματική ενεργειακή ισχύς μιας χώρας δεν μετριέται, λοιπόν, μόνο από το πόση ενέργεια μπορεί να παράγει. Μετριέται από το αν μπορεί να τη διαθέσει την ώρα που τη χρειάζεται.
Η Τουρκία φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι περνά στη δεύτερη φάση της ενεργειακής μετάβασης. Η πρώτη ήταν η αύξηση της παραγωγής από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Η δεύτερη είναι η αποθήκευση, η ενίσχυση των δικτύων και η διαχείριση της ζήτησης.
Η Άγκυρα έχει ήδη εντάξει την αποθήκευση στον επίσημο ενεργειακό σχεδιασμό της. Το τουρκικό Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας προβλέπει έως το 2035 συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες ισχύος 7,5 GW, με δυνατότητα φόρτισης διάρκειας δύο ωρών. Παράλληλα, η Τουρκία έχει θέσει στόχο να φτάσει τα 120 GW εγκατεστημένης αιολικής και ηλιακής ισχύος, κινητοποιώντας επενδύσεις που υπολογίζονται σε περίπου 80 δισ. δολάρια!
Και εδώ η σύγκριση με την Ελλάδα είναι αναπόφευκτη.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ήδη το ίδιο πρόβλημα. Τις ώρες της μεγάλης ηλιοφάνειας παράγονται σημαντικές ποσότητες φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας, τις οποίες το σύστημα δεν μπορεί πάντοτε να αξιοποιήσει. Παραγωγή περικόπτεται ή εξάγεται σε χαμηλές τιμές. Λίγες ώρες αργότερα, όταν η παραγωγή από τον ήλιο περιορίζεται, η χώρα επιστρέφει σε ακριβότερες μονάδες, στο φυσικό αέριο ή στις εισαγωγές.
Το πρόβλημα αποτυπώθηκε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την 1η Μαΐου 2025. Σύμφωνα με τον ΑΔΜΗΕ, το πρόγραμμα της αγοράς προέβλεπε κατά τις μεσημβρινές ώρες παραγωγή από ΑΠΕ περίπου 9,5 GW, ενώ η κατανάλωση του συστήματος βρισκόταν μόλις στα 5 GW. Η διαφορά των περίπου 4,5 GW κατέστησε αναγκαίες τις περικοπές πράσινης παραγωγής, ώστε να διατηρηθεί η ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος
Παράγουμε, δηλαδή, φθηνή ενέργεια όταν δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε και αγοράζουμε ακριβή ενέργεια όταν τη χρειαζόμαστε.
Αυτό δεν είναι αποτυχία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Είναι αποτυχία στρατηγικής. Η Ελλάδα δεν έκανε ενεργειακή μετάβαση. Έκανε αλλαγή καυσίμου.
Η απολιγνιτοποίηση ήταν μια περιβαλλοντική επιλογή, αλλά έπρεπε να γίνει υπό όρους. Είναι λάθος η στρατηγική να εγκαταλείψεις έναν εγχώριο ενεργειακό πόρο πριν δημιουργήσεις εκείνον που θα τον αντικαταστήσει.
Η Ελλάδα δεν αντικατέστησε τον λιγνίτη με ενεργειακή αυτάρκεια βασισμένη στις Ανανεώσιμες Πηγές, την αποθήκευση και τα υδροηλεκτρικά. Τον αντικατέστησε, σε μεγάλο βαθμό, με εισαγόμενο φυσικό αέριο. Έτσι, αντί να μειώσει την εξάρτησή της, την αύξησε.
Η σοβαρότερη, όμως, παράλειψη είναι η απαξίωση των φυσικών δυνατοτήτων που έχει η Ελλάδα για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Διαθέτει ήλιο, άνεμο, ορεινό ανάγλυφο και νερό. Διαθέτει, δηλαδή, τις προϋποθέσεις για να αναπτύξει μεγάλης κλίμακας αποθήκευση, ιδιαίτερα μέσω της αντλησιοταμίευσης.
Η λειτουργία της είναι απλή. Όταν υπάρχει περίσσεια φθηνής ενέργειας, χρησιμοποιείται για να μεταφερθεί νερό σε έναν υψηλότερο ταμιευτήρα. Όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται, το νερό επιστρέφει προς τα κάτω και παράγει ηλεκτρική ενέργεια.
Δεν πρόκειται για τεχνολογία του μέλλοντος. Πρόκειται για δοκιμασμένη μέθοδο, την οποία άλλες χώρες χρησιμοποιούν εδώ και δεκαετίες.
Η Ελλάδα είχε το νερό. Είχε τη μορφολογία του εδάφους. Είχε την εμπειρία των άλλων χωρών μπροστά της. Δεν είχε, όμως, σχέδιο.
Αναπτύξαμε φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα, χωρίς να αναπτύξουμε με την ίδια ταχύτητα την αποθήκευση και τα δίκτυα που απαιτούνται για να αξιοποιηθεί η παραγωγή τους. Μετρήσαμε την ενεργειακή πολιτική σε εγκατεστημένα μεγαβάτ, χωρίς να αναρωτηθούμε τι θα συμβαίνει όταν όλα αυτά τα μεγαβάτ θα παράγουν ταυτόχρονα.
Δεν έλειπαν τα παραδείγματα. Δεν έλειπε η τεχνολογία. Δεν έλειπαν οι φυσικοί πόροι. Έλειπε η στρατηγική!
Και όταν απουσιάζει η στρατηγική, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται. Μεταφέρεται στις επιχειρήσεις, στη βιομηχανία, στον μικρό επαγγελματία και, τελικά, στον λογαριασμό κάθε νοικοκυριού.
Μέσα σε αυτό το προβληματικό σύστημα λειτουργεί και το χρηματιστήριο ενέργειας.
Θεωρητικά, μια οργανωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας θα έπρεπε να ενισχύει τον ανταγωνισμό, να εξασφαλίζει διαφάνεια και να μεταφέρει το χαμηλότερο κόστος παραγωγής στον καταναλωτή.
Στην ελληνική πραγματικότητα, όμως, η αγορά χαρακτηρίζεται από λίγους μεγάλους παραγωγούς, ισχυρή εξάρτηση από το φυσικό αέριο, περιορισμένη αποθήκευση και έναν καταναλωτή που δεν διαθέτει ουσιαστική διαπραγματευτική δύναμη.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν υπάρχει τυπικά μια αγορά. Είναι αν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός.
Όταν το κόστος αυξάνεται, η αύξηση περνά σχεδόν αμέσως στον καταναλωτή. Όταν, όμως, οι τιμές στη χονδρεμπορική αγορά μηδενίζονται ή γίνονται αρνητικές, το όφελος σπάνια εμφανίζεται με την ίδια ταχύτητα στον λογαριασμό του.
Αυτό δεν είναι μια ουδέτερη λειτουργία της αγοράς. Είναι ένας μηχανισμός που ιδιωτικοποιεί τα οφέλη και κοινωνικοποιεί το κόστος.
Και όταν μια τόσο κρίσιμη αγορά ελέγχεται από περιορισμένο αριθμό ισχυρών επιχειρήσεων, δημιουργούνται συνθήκες που ευνοούν ολιγοπωλιακές συμπεριφορές και συμπεριφορές καρτέλ.
Το ερώτημα δεν είναι αν οι εταιρείες επιδιώκουν το κέρδος τους. Αυτή είναι η φύση τους. Το ερώτημα είναι αν το κράτος έχει διαμορφώσει κανόνες και πραγματικό ανταγωνισμό που προστατεύουν την οικονομία και ειδικά τον καταναλωτή.
Δυστυχώς, μέχρι σήμερα, το αποτέλεσμα δείχνει το αντίθετο.
Η Ελλάδα διαθέτει πλούσιους ενεργειακούς πόρους και πληρώνει ακριβό ρεύμα. Παράγει φθηνή ενέργεια και δεν μπορεί να τη διατηρήσει. Έχει νερό και δεν το αξιοποιεί επαρκώς για αποθήκευση. Έχει μπροστά της τα λάθη και τα μαθήματα δεκάδων χωρών, αλλά επιμένει να μαθαίνει μόνο πληρώνοντας.
Η Τουρκία βλέπει σήμερα το πρόβλημα να πλησιάζει και αρχίζει να συζητά την επόμενη ημέρα.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη μέσα στο πρόβλημα και εξακολουθεί να διαχειρίζεται την προηγούμενη.
Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όσα συμβαίνουν ήταν απρόβλεπτα. Η εμπειρία άλλων χωρών υπήρχε. Οι προειδοποιήσεις υπήρχαν. Οι τεχνολογικές λύσεις υπήρχαν. Οι φυσικοί πόροι υπήρχαν.
Αυτό που δεν υπήρξε ήταν μια εθνική ενεργειακή στρατηγική που να συνδέει την παραγωγή με την αποθήκευση, τα δίκτυα, την ασφάλεια εφοδιασμού και το κόστος για τον πολίτη.
Και αυτή η απουσία δεν είναι ένα τεχνικό λάθος. Είναι πολιτική επιλογή.
Μια χώρα με ήλιο, άνεμο και νερό θα μπορούσε να διαθέτει ένα από τα φθηνότερα και πιο ανταγωνιστικά ενεργειακά συστήματα της Ευρώπης.
Αντί γι’ αυτό, διαθέτει ένα σύστημα στο οποίο η φθηνή ενέργεια χάνει την αξία της και ο καταναλωτής πληρώνει ακριβά την έλλειψή της.
Η Φυσική συγχωρεί τα λάθη. Η ενέργεια δεν χάνεται ποτέ. Η Ιστορία δεν είναι τόσο επιεικής. Οι λανθασμένες επιλογές πληρώνονται.
Και ο λογαριασμός, δυστυχώς, έρχεται πάντα στον πολίτη…

