Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή
Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ
Οι εξαγγελίες του Πρωθυπουργού από το βήμα της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης επιχειρούν να δώσουν την εικόνα μιας κυβέρνησης που στρέφεται στα προβλήματα της καθημερινότητας και ανακαλύπτει ξαφνικά την ανάγκη στήριξης των οικογενειών, των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των νέων ζευγαριών.
Η ΝΙΚΗ αντιμετωπίζει με υπευθυνότητα κάθε μέτρο που μπορεί να προσφέρει πραγματική ανακούφιση στους πολίτες. Η φορολογική ελάφρυνση των τρίτεκνων οικογενειών, η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων και ορισμένες από τις παρεμβάσεις για τους συνταξιούχους κινούνται προς θετική κατεύθυνση. Τα μέτρα αυτά δεν συνιστούν αλλαγή οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδιαίτερα από τη στιγμή που σημαντικό μέρος των εξαγγελιών μετατίθεται για τα επόμενα χρόνια.
Ύστερα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, η κυβέρνηση δεν μπορεί να εμφανίζεται ως απλός παρατηρητής των προβλημάτων. Οι πολίτες δεν κρίνουν την οικονομία από τους μακροοικονομικούς δείκτες ή από το ύψος ενός πακέτου παροχών. Την κρίνουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, στο ενοίκιο και κυρίως σε όσα απομένουν — ή δεν απομένουν — στο τέλος του μήνα.
Η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας.
Ακόμη και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός παραδέχθηκε στη συνέντευξη Τύπου της ΔΕΘ ότι αποτελεί το πρώτο ζήτημα που απασχολεί σήμερα τους πολίτες και ότι κανένα πρόγραμμα στήριξης δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει ολοκληρωτικά.
Το πρόβλημα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Η περιστασιακή ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος χάνει την αξία της όσο το κόστος ζωής παραμένει υψηλό. Η ονομαστική αύξηση ενός μισθού εξανεμίζεται από τις ανατιμήσεις στα τρόφιμα, στην ενέργεια και κυρίως στην κατοικία.
Πραγματική αύξηση του εισοδήματος υπάρχει όταν ενισχύεται η αγοραστική δύναμη της οικογένειας. Χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος της αγοράς, αντιμετώπιση των ολιγοπωλιακών πρακτικών, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος και ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής, ώστε η χώρα να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενα προϊόντα και εξωγενείς ανατιμήσεις.
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι η στέγη.
Η εξαγγελία του «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ, παρουσιάζεται ως βασική απάντηση στη στεγαστική κρίση. Η επανάληψη προγραμμάτων που ενισχύουν κυρίως τη ζήτηση αφήνει άθικτο το θεμελιώδες πρόβλημα, δηλαδή την περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας.
Όταν περισσότερα νοικοκυριά αποκτούν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και διεκδικούν έναν περιορισμένο αριθμό ακινήτων, οι τιμές δέχονται νέες πιέσεις. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός αναγνώρισε μετά τη ΔΕΘ ότι τα μέτρα στήριξης της ζήτησης από μόνα τους δεν επαρκούν.
Η ΝΙΚΗ προτείνει μαζική επανένταξη των κενών κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση, ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας, ουσιαστική αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, κανόνες στη βραχυχρόνια μίσθωση και ειδικό τέλος 3% επί της αντικειμενικής αξίας για τις κατοικίες τραπεζών και funds που παραμένουν κλειστές.
Το στεγαστικό συνδέεται άμεσα με το μεγαλύτερο ίσως εθνικό πρόβλημα των επόμενων δεκαετιών: το δημογραφικό.
Ο μηδενισμός του φόρου εισοδήματος για τρίτεκνες οικογένειες με εισόδημα έως 20.000 ευρώ αποτελεί θετική παρέμβαση. Θετική είναι και κάθε ουσιαστική ενίσχυση των πολύτεκνων οικογενειών. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά», στον οποίο το κράτος θα συνεισφέρει ποσό αντίστοιχο με εκείνο που καταθέτουν οι γονείς, έως το προβλεπόμενο όριο.
Η δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας δεν αντιμετωπίζεται με έναν αποταμιευτικό λογαριασμό και μεμονωμένες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Ένα νέο ζευγάρι χρειάζεται να μπορεί να ζήσει, να διαθέτει σταθερή εργασία, επαρκές εισόδημα, προσιτή κατοικία και τη βεβαιότητα ότι η απόκτηση δεύτερου ή τρίτου παιδιού δεν θα εξελιχθεί σε οικονομική δοκιμασία.
Γι’ αυτό η ΝΙΚΗ προτείνει ένα πραγματικό Εθνικό Σχέδιο Δημογραφικής Αναγέννησης, με σταθερή οικονομική ενίσχυση για κάθε παιδί, ουσιαστική προστασία της μητρότητας, περισσότερους και επαρκώς στελεχωμένους παιδικούς σταθμούς, πρόσβαση των οικογενειών στην υγεία και στεγαστική πολιτική προσανατολισμένη στα νέα ζευγάρια και στις οικογένειες.
Παράλληλα, η εισοδηματική πολιτική πρέπει να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα. Η ΝΙΚΗ έχει προτείνει τη σταδιακή επαναφορά της 13ης σύνταξης και του 13ου μισθού στο Δημόσιο, σε δύο δημοσιονομικά σχεδιασμένες φάσεις.
Η χρηματοδότηση μπορεί να εξασφαλιστεί μέσα από την ανακατανομή μη παραγωγικών δαπανών, την έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών, την αυξημένη φορολόγηση των διαδικτυακών παιγνίων, τη φορολόγηση των κρυπτονομισμάτων και την ειδική επιβάρυνση των κλειστών ακινήτων που ανήκουν σε τράπεζες και funds.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται κάθε Σεπτέμβριο έναν νέο κατάλογο παροχών. Χρειάζεται διαφορετική κοινωνική και παραγωγική πολιτική, η οποία θα μειώνει πραγματικά το κόστος ζωής, θα κάνει ξανά προσιτή την κατοικία και θα επιτρέπει στον νέο άνθρωπο να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς τον φόβο ότι κάθε παιδί θα αποτελεί ακόμη ένα δυσβάστακτο οικονομικό βάρος.
Η πραγματική κοινωνική πολιτική δημιουργεί τις συνθήκες ώστε ο πολίτης να ζει αξιοπρεπώς από την εργασία του, να αποκτά σπίτι, να μεγαλώνει τα παιδιά του και να σχεδιάζει το μέλλον του με ασφάλεια.
Αυτή είναι η Ελλάδα της Αξιοπρέπειας που προτείνει η ΝΙΚΗ.

