Στην Ελλάδα έχουμε ανακαλύψει έναν πρωτότυπο τρόπο να ασκούμε εξωτερική πολιτική. Όταν η Τουρκία προκαλεί, ανησυχούμε. Όταν αποσύρεται, πανηγυρίζουμε. Κι όταν επιστρέφει με μεγαλύτερες απαιτήσεις, αρχίζουμε πάλι από την αρχή. Στο μεταξύ, η κυβέρνηση μας διαβεβαιώνει ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει. Πράγματι, οι ελληνικές θέσεις παραμένουν ακέραιες. Το ερώτημα είναι αν παραμένει ακέραιη και η δυνατότητα να τις εφαρμόσουμε.
Ο Μάτιας Ράκοσι, στην Ουγγαρία του μεταπολέμου, είχε επινοήσει μια μέθοδο πολιτικής εξόντωσης των αντιπάλων του που έμεινε γνωστή ως «τακτική του σαλαμιού». Δεν τους αντιμετώπιζε όλους μαζί ούτε επιχειρούσε να τους εξαφανίσει μεμιάς. Τους αφαιρούσε λίγο λίγο την πολιτική τους ισχύ, ώσπου στο τέλος δεν απέμενε τίποτε άξιο λόγου. Άλλοι καιροί, άλλοι πρωταγωνιστές, αλλά η μέθοδος παρουσιάζει μια αξιοπρόσεκτη διαχρονικότητα. Δεν χρειάζεται να κερδίσεις τα πάντα σε μία αναμέτρηση, αρκεί να μη σου ζητήσει κανείς πίσω όσα πήρες στις προηγούμενες.
Κάπως έτσι μπορεί να διαβαστεί και η τουρκική στρατηγική στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια αξίωση σήμερα, μια αμφισβήτηση αύριο, μια κρίση που τελειώνει χωρίς να τελειώνει η αιτία της. Κι έπειτα, στην επόμενη ευκαιρία, η Άγκυρα επιστρέφει έχοντας προσθέσει άλλη μία απαίτηση στον λογαριασμό. Δεν ζητά ολόκληρο το σαλάμι. Αρκείται κάθε φορά σε μία φέτα, φροντίζοντας πάντως να κρατά το μαχαίρι.
Το 2019 η Τουρκία υπέγραψε με την κυβέρνηση της Τρίπολης το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αγνοώντας την επήρεια των ελληνικών νησιών. Το 2020 ακολούθησε η κρίση του Oruc Reis, με την Άγκυρα να δοκιμάζει τις ελληνικές αντοχές στη θάλασσα. Και το 2024, στην Κάσο, είχαμε δύο επεισόδια, τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο, κατά τα οποία οι έρευνες βυθού δεν συνεχίστηκαν όπως είχαν σχεδιαστεί. Ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Άγγελος Συρίγος δήλωσε ότι «και στα δύο επεισόδια υποχωρήσαμε». Ο Γεραπετρίτης, αντιθέτως, διαβεβαίωνε πως δεν υπήρξε υποχώρηση. Προφανώς, η διαφορά ανάμεσα στις δύο εκδοχές δεν απασχόλησε ιδιαίτερα την Άγκυρα. Εκείνη ενδιαφέρεται περισσότερο για όσα γίνονται στη θάλασσα παρά για όσα ανακοινώνονται στην Αθήνα.
Και ενώ εμείς συζητούσαμε αν υποχωρήσαμε ή όχι, η Τουρκία συνέχιζε τις κινήσεις της στη Λιβύη. Τον Οκτώβριο του 2026 αναφέρθηκε έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της Ανατολικής Λιβύης, η οποία παλαιότερα το είχε απορρίψει. Η προσέγγιση της Άγκυρας με την πλευρά του Χαλίφα Χαφτάρ έδειχνε να αποδίδει. Η Αθήνα, πάλι, επέμενε στις γνωστές νομικές αντιρρήσεις της. Και ορθώς επέμενε. Μόνο που η επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν απαλλάσσει μια κυβέρνηση από την υποχρέωση να υπερασπίζεται πολιτικά όσα επικαλείται νομικά.
Το 2020, άλλωστε, ο Θάνος Ντόκος, τότε αναπληρωτής Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας, είχε χαρακτηρίσει λανθασμένη την ελληνική επένδυση στον Χαφτάρ και είχε μιλήσει για την ανάγκη να ζήσουμε, έστω προσωρινά, με το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η αντίληψη επηρέασε την κυβερνητική πολιτική. Έξι χρόνια αργότερα, πάντως, το μνημόνιο εξακολουθεί να αποτελεί εργαλείο της τουρκικής διπλωματίας. Το «προσωρινά» αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτικό. Όσο για τον πολιτικό λογαριασμό, αυτός δεν αποστέλλεται στους συμβούλους.
Θα ήταν εύκολο να αποδώσουμε όλα αυτά στην έλλειψη αποφασιστικότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μόνο που, ύστερα από επτά χρόνια, η εξήγηση αυτή αρχίζει να μοιάζει υπερβολικά βολική. Ο πρωθυπουργός γνώριζε τις τουρκικές επιδιώξεις και είχε διαδοχικές ευκαιρίες να καταστήσει σαφές ότι η αμφισβήτηση της Άγκυρας δεν μπορεί να καθορίζει την άσκηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αντί γι’ αυτό, επέλεξε να επενδύσει πολιτικά στα «ήρεμα νερά», χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική μεταβολή της τουρκικής συμπεριφοράς.
Κι εδώ γεννιέται μια υποψία σοβαρότερη από την απλή διαπίστωση μιας αποτυχημένης πολιτικής. Μήπως τα «ήρεμα νερά» δεν αποτελούν μόνο μια τακτική αποκλιμάκωσης, αλλά την πολιτική ονομασία ενός αδήλωτου αυτοπεριορισμού; Μήπως η ελληνική κυβέρνηση έχει αποδεχθεί στην πράξη ότι ορισμένες δραστηριότητες πρέπει να αναβάλλονται, να περιορίζονται ή να αποφεύγονται, προκειμένου να μη διαταραχθεί το κλίμα με την Τουρκία; Διότι, αν αυτό συμβαίνει, τότε η Άγκυρα δεν χρειάζεται να επιβάλει τις αξιώσεις της με μια συμφωνία. Αρκεί να γνωρίζει ότι η Αθήνα θα τις λαμβάνει υπόψη προτού αποφασίσει.
Η ελληνική διπλωματική ιστορία έχει γνωρίσει αυτή τη λογική. Το Πρακτικό της Βέρνης του 1976 προέβλεπε αποχή από ορισμένες δραστηριότητες στην υφαλοκρηπίδα όσο διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις, αν και η Ελλάδα θεωρεί ότι έπαψε να ισχύει το 1981. Δεν υπάρχει δημόσια απόδειξη ότι σήμερα έχει συναφθεί αντίστοιχη συμφωνία. Υπάρχει, όμως, ένα ερώτημα που δεν απαντάται με διαβεβαιώσεις περί καλού κλίματος. Μπορεί μια κυβέρνηση να εφαρμόζει στην πράξη τη λογική της Βέρνης χωρίς να έχει υπογράψει τίποτε; Και, ακόμη περισσότερο, μπορεί να την παρουσιάζει ως διπλωματική επιτυχία, επειδή ακριβώς αποφεύγονται οι εντάσεις που θα προκαλούσε η άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων;
Ασφαλώς, η χώρα δεν στερείται διπλωματικών κινήσεων. Υπάρχει η μερική οριοθέτηση με την Αίγυπτο, υπάρχουν οι ευρωπαϊκές αποφάσεις, υπάρχουν οι διεθνείς συμφωνίες. Όμως η εξωτερική πολιτική δεν είναι συλλογή πιστοποιητικών νομιμότητας. Η αξία της φαίνεται όταν έρχεται η ώρα να ενεργήσεις. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να αποκτήσουμε μια ιδιότυπη εθνική κυριαρχία, πλήρη στις ανακοινώσεις, αλλά υπό διαρκή διαπραγμάτευση στην πράξη.
Ο Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίσει να μιλά για σταθερότητα και υπευθυνότητα. Οφείλει, όμως, να απαντήσει σε κάτι πολύ απλούστερο. Ύστερα από επτά χρόνια δικής του διακυβέρνησης, ποια τουρκική αξίωση έχει υποχωρήσει και ποια ελληνική δυνατότητα έχει ενισχυθεί; Κυρίως, όμως, οφείλει να εξηγήσει αν η αποφυγή της έντασης αποτελεί απλώς μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής ή έχει μετατραπεί σε όριο πέρα από το οποίο η Ελλάδα αποφεύγει να κινηθεί. Διότι άλλο πράγμα είναι να μην επιδιώκεις την κρίση και άλλο να επιτρέπεις στον φόβο της κρίσης να καθορίζει τις αποφάσεις σου.
Η «τακτική του σαλαμιού» έχει ένα τελευταίο, δυσάρεστο χαρακτηριστικό. Όποιος χάνει μία φέτα κάθε φορά μπορεί να συνεχίζει να διαβεβαιώνει ότι το σαλάμι παραμένει δικό του. Και τυπικά να έχει δίκιο.
Μόνο που κάποια στιγμή θα χρειαστεί να εξηγήσει τι ακριβώς απέμεινε.
Διότι η εθνική αυτοϋπονόμευση δεν απαιτεί πάντοτε μια θεαματική υποχώρηση. Μερικές φορές αρκεί να συνηθίσεις τις μικρές, ώσπου να πάψουν να σου φαίνονται υποχωρήσεις.
Γιώργος Νικολάκος
Αντιστράτηγος ε.α.

