Οι πρόσφατες εξελίξεις στις σχέσεις Τουρκίας και Αιγύπτου ίσως αποδειχθούν σημαντικότερες από όσο φαίνονται με μια πρώτη ανάγνωση. Για περισσότερο από μία δεκαετία, Άγκυρα και Κάϊρο βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα, με τις πολιτικές διαφορές να επηρεάζουν ολόκληρο το γεωπολιτικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Οι κοινές αεροπορικές ασκήσεις, οι συμφωνίες αμυντικής συνεργασίας, οι συζητήσεις για συμπαραγωγές στρατιωτικού υλικού και η αυξανόμενη πολιτική επικοινωνία δείχνουν ότι η επαναπροσέγγιση έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο. Το ενδιαφέρον στοιχείο βρίσκεται στο γεγονός ότι η συνεργασία αυτή δεν παρουσιάζεται πλέον ως μια απλή διμερής εξέλιξη. Αντιθέτως, αντιμετωπίζεται από αρκετούς αναλυτές ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αναζήτησης σταθερότητας σε μια περιοχή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται διαρκώς.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Τα τελευταία χρόνια η Τουρκία κινείται με συνέπεια προς την κατεύθυνση της οικοδόμησης σχέσεων με τα σημαντικότερα μουσουλμανικά κράτη της ευρύτερης περιοχής. Η στρατηγική σχέση με το Κατάρ έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Η συνεργασία με το Πακιστάν επεκτείνεται σταθερά στον αμυντικό τομέα. Οι σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα πέρασαν από μια περίοδο σκληρού ανταγωνισμού σε μια φάση εξομάλυνσης και συνεργασίας. Το Αζερμπαϊτζάν αποτελεί ήδη τον στενότερο περιφερειακό εταίρο της Άγκυρας στον Καύκασο, ενώ η τουρκική παρουσία εκτείνεται πλέον από τη Λιβύη και το Κέρας της Αφρικής μέχρι την Κεντρική Ασία.
Μέσα σε αυτή τη γεωπολιτική εξίσωση, η Αίγυπτος κατέχει ξεχωριστή θέση. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αραβική χώρα, για μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις της περιοχής και για έναν παραδοσιακό πυλώνα επιρροής στον αραβικό κόσμο. Η εξομάλυνση των σχέσεων με το Κάϊρο αφαιρεί από την Άγκυρα ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια που αντιμετώπιζε στην προσπάθειά της να διευρύνει την επιρροή της στον μουσουλμανικό χώρο.
Για τον λόγο αυτό, η συζήτηση γύρω από ένα πιθανό «Ισλαμικό ΝΑΤΟ» επανέρχεται όλο και συχνότερα. Ο όρος ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στη σημερινή πραγματικότητα. Δεν υπάρχει κοινή διοίκηση, ούτε ενιαίο στρατηγικό δόγμα, ούτε μηχανισμοί συλλογικής άμυνας αντίστοιχοι με εκείνους του ΝΑΤΟ. Παρ’ όλα αυτά, οι πολιτικοί όροι συχνά περιγράφουν κατευθύνσεις και όχι τετελεσμένα γεγονότα.
Και η κατεύθυνση είναι ορατή.
Ένα τμήμα του μουσουλμανικού κόσμου αναζητά μεγαλύτερο βαθμό συνεννόησης σε ζητήματα ασφάλειας, άμυνας και περιφερειακής σταθερότητας. Οι πόλεμοι της τελευταίας δεκαετίας, οι εξελίξεις στη Γάζα, η αβεβαιότητα γύρω από τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών και η ανάδυση νέων περιφερειακών συσχετισμών λειτουργούν προς αυτή την κατεύθυνση.
Η Τουρκία φαίνεται να αντιλαμβάνεται αυτή τη μεταβολή νωρίτερα από πολλούς άλλους παίκτες της περιοχής. Δεν επιχειρεί να ηγηθεί ενός ενιαίου μουσουλμανικού κόσμου. Επιχειρεί, όμως, να βρεθεί στο κέντρο των διεργασιών που διαμορφώνουν τον μουσουλμανικό κόσμο του αύριο. Η προσέγγιση με την Αίγυπτο ενισχύει ακριβώς αυτή την επιδίωξη. Αν αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά, η Άγκυρα θα έχει προσθέσει έναν ακόμη κρίσιμο κρίκο σε μια αλυσίδα σχέσεων που εκτείνεται από το Ντόχα και το Ριάντ μέχρι το Μπακού και το Ισλαμαμπάντ.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για έναν ακόμη λόγο. Κατά την προηγούμενη δεκαετία, η Ελλάδα οικοδόμησε μεγάλο μέρος της περιφερειακής της στρατηγικής πάνω στην παραδοχή ότι η Τουρκία βρισκόταν σε αντιπαράθεση με σημαντικά κράτη της Ανατολικής Μεσογείου και του αραβικού κόσμου. Η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, η στενή σχέση με την Αίγυπτο και η ανάπτυξη κοινών σχημάτων συνεργασίας στηρίχθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την πραγματικότητα.
Σήμερα, όμως, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη. Η Τουρκία δεν εγκαταλείπει τις αναθεωρητικές της επιδιώξεις. Παράλληλα, όμως, αποκαθιστά σχέσεις με κράτη τα οποία μέχρι πρόσφατα συμμετείχαν σε σχήματα που λειτουργούσαν ως αντίβαρο στην περιφερειακή της πολιτική. Η επαναπροσέγγιση με το Κάϊρο αποκτά ιδιαίτερο βάρος ακριβώς επειδή αγγίζει έναν από τους βασικούς πυλώνες της αρχιτεκτονικής ασφαλείας που διαμορφώθηκε στην Ανατολική Μεσόγειο μετά το 2013.
Γι’ αυτό και η συζήτηση δεν αφορά τελικά μόνο την Τουρκία και την Αίγυπτο. Αφορά τη μορφή που θα λάβει η επόμενη ημέρα στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο. Αφορά το αν η Άγκυρα θα καταφέρει να μετατρέψει ένα εκτεταμένο δίκτυο πολιτικών, οικονομικών και αμυντικών σχέσεων σε πραγματικό πολλαπλασιαστή ισχύος. Και αφορά, τελικά, το κατά πόσο οι ισορροπίες πάνω στις οποίες στηρίχθηκαν οι στρατηγικοί σχεδιασμοί της προηγούμενης δεκαετίας θα εξακολουθήσουν να ισχύουν και κατά την επόμενη.
Οι εξελίξεις κινούνται με ταχύτερο ρυθμό από τις ελληνικές αναλύσεις που εξακολουθούν να στηρίζονται σε παραδοχές της προηγούμενης δεκαετίας. Και αυτό ίσως αποδειχθεί το σημαντικότερο πρόβλημα των επόμενων ετών.

