Υπάρχουν πολιτικές έννοιες που, ενώ για δεκαετίες κυκλοφορούσαν αποκλειστικά σε ακαδημαϊκά δοκίμια, εισέβαλαν τα τελευταία χρόνια στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. Η παγκοσμιοποίηση είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η λέξη περιγράφει μια πικρή πραγματικότητα. Μιλάμε για την υποταγή των εθνικών κρατών, της τοπικής παραγωγής και της λαϊκής βούλησης σε υπερεθνικά, ανεξέλεγκτα κέντρα αποφάσεων. Για να καταλάβουμε, όμως, πώς φτάσαμε ως εδώ, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω και να δούμε πώς στήθηκε η μεγάλη γλωσσική και ιδεολογική παγίδα αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στον Τύπο και στα κείμενα του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, οι έννοιες εθνικισμός, με την αυθεντική σημασία της εθνικής συνείδησης και της αυτοδιάθεσης των λαών, και πατριωτισμός χρησιμοποιούνταν σχεδόν ως συνώνυμες. Μετά το 1945, όμως, συντελέστηκε μια εσκεμμένη γλωσσική μετατόπιση από τις διανοητικές ελίτ της Δύσης. Η λέξη εθνικισμός άρχισε συστηματικά να δαιμονοποιείται, μέχρι που κατέληξε να μετατραπεί σε συνώνυμο του φασισμού, του ναζισμού και του αυταρχισμού. Στη σημερινή εποχή, ακαδημαϊκοί και συστημικοί πολιτικοί μιλούν για την εθνική συνείδηση σαν να πρόκειται για μια επικίνδυνη ιδεολογία που γεννά μισαλλαδοξία.
Αντίθετα, η έννοια του πατριωτισμού διατήρησε αρχικά μια θετική σημασία. Κι όμως, αν αναλογιστούμε την ετυμολογία της λέξης, που παραπέμπει ευθέως στην πατρίδα και στους συμπατριώτες, θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Για τις πολυπολιτισμικές ευαισθησίες της εποχής μας, ο πατριωτισμός θα έπρεπε να φαντάζει πιο επικίνδυνος λόγω της συναισθηματικής του προσκόλλησης στη γη των προγόνων μας. Η έννοια της εθνικής κυριαρχίας δαιμονοποιήθηκε σκόπιμα εξαιτίας της ετυμολογικής της σύνδεσης με τον εθνικοσοσιαλισμό, ώστε να πεισθούν οι λαοί ότι τα σύνορα και τα κράτη είναι η αιτία των πολέμων. Αντίθετα, ο πατριωτισμός επιστρατεύτηκε προσωρινά ως ηθικό πλεονέκτημα για τους πολίτες της Δύσης στον αγώνα τους κατά του σοβιετικού κομμουνισμού. Όταν, όμως, ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε, η παγκοσμιοποίηση έβγαλε τη μάσκα της. Σήμερα δαιμονοποιείται ο πατριωτισμός με την ίδια ευκολία που δαιμονοποιήθηκε κάποτε η εθνική συνείδηση.
Πάνω στα ερείπια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι αρχιτέκτονες του νέου κόσμου υποστήριξαν ότι η σωτηρία της ανθρωπότητας βρισκόταν στους υπερεθνικούς οργανισμούς. Έτσι γεννήθηκαν ο ΟΗΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και εκατοντάδες άλλοι διεθνείς γραφειοκρατικοί μηχανισμοί. Ο διεθνισμός πλασαρίστηκε ως το μοναδικό αντίδοτο στον πόλεμο και ταυτίστηκε απόλυτα με την ειρήνη. Αυτό το οικοδόμημα βασίστηκε σε ένα θεμελιώδες λογικό ψεύδος, καθώς ο ναζισμός ή ο φασισμός δεν υπήρξαν επικίνδυνοι επειδή οργανώθηκαν στη βάση εθνικών κρατών, αλλά επειδή ήταν ολοκληρωτικά καθεστώτα που ισοπέδωσαν την ατομική ελευθερία. Είναι τελείως παράλογο να υποθέτουμε ότι οι διεθνείς γραφειοκρατίες είναι εκ φύσεως πιο ανθρωπιστικές από τις εθνικές κυβερνήσεις. Αν κοιτάξει κανείς την ιστορία χωρίς παρωπίδες, οι μεγάλες αυτοκρατορίες του παρελθόντος, του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Καίσαρα, του Ναπολέοντα ή η Βρετανική Αυτοκρατορία, ήταν παγκοσμιοποιημένες στη φύση τους, αφού εξαφάνιζαν τα τοπικά έθνη. Σήμερα, απλώς μετονομάσαμε τον ιμπεριαλισμό σε διεθνισμό και προσποιηθήκαμε ότι αυτή η λεκτική αλλαγή αποτελεί πρόοδο.
Στην Ελλάδα, αυτή η ιδεολογική μετατόπιση βρήκε πρόσφορο έδαφος, ιδιαίτερα στα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Η έννοια της πατρίδας, των συνόρων και της ιστορικής μνήμης άρχισε συστηματικά να περιθωριοποιείται. Όποιος εξέφραζε ανησυχία για τη διατήρηση της εθνικής μας ταυτότητας ή της Ορθόδοξης πίστης βαφτιζόταν αμέσως οπισθοδρομικός, συντηρητικός, ως και ψεκασμένος. Την ίδια στιγμή, η άκριτη υπακοή στις ξένες οδηγίες, η οσφυοκαμψία, παρουσιαζόταν ως ο μοναδικός δρόμος για τον εκσυγχρονισμό. Η χώρα μας, που πάλεψε σκληρά στο παρελθόν για να αποτινάξει τον ζυγό των προστατίδων δυνάμεων και τη Βαυαροκρατία, βρέθηκε ξανά εγκλωβισμένη. Η εμπειρία των εθνοκτόνων μνημονίων απέδειξε πόσο εύκολα οι αποφάσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου μετατράπηκαν σε απλά επικυρωτικά έγγραφα των αποφάσεων που λαμβάνονται από ανώνυμους τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες.
Εκεί, όμως, που η παγκοσμιοποίηση έδειξε το πιο καταστροφικό της πρόσωπο είναι στην ελληνική ύπαιθρο. Ο Έλληνας αγρότης, ο κτηνοτρόφος και ο αλιέας υπήρξαν για αιώνες η ραχοκοκαλιά του έθνους, αυτοί που κρατούσαν ζωντανά τα χωριά, έδιναν τροφή στη χώρα και διατηρούσαν τις τοπικές κοινωνίες δεμένες. Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια οργανωμένη διάλυση του πρωτογενούς τομέα. Μέσω των οδηγιών της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ), ο Έλληνας παραγωγός μετατράπηκε από ανεξάρτητος δημιουργός σε έναν άνθρωπο εξαρτημένο από γραφειοκρατικές επιδοτήσεις, με όρους που κατέστησαν την καλλιέργεια ασύμφορη. Παράλληλα, το εκρηκτικά αυξημένο κόστος των ζωοτροφών, οι αυστηροί περιορισμοί και οι αθρόες εισαγωγές αμφίβολης ποιότητας προϊόντων στραγγαλίζουν καθημερινά τον Έλληνα κτηνοτρόφο, ενώ η βίαιη απολιγνιτοποίηση, η εγκατάλειψη της εγχώριας παραγωγής ενέργειας και η κάλυψη των βουνών και των εύφορων κάμπων μας με ανεμογεννήτριες και φωτοβολταϊκά εκτίναξαν το κόστος του ρεύματος στα ύψη, κάνοντας την παραγωγή απαγορευτική. Αντί να στηριχθεί η ελληνική γη για να υπάρχει διατροφική επάρκεια, η αγορά γεμίζει με εισαγόμενα αγαθά, η ελληνική περιφέρεια ερημώνει και τα νέα παιδιά αναγκάζονται να φύγουν.
Παράλληλα με την οικονομική εξαθλίωση, η παγκοσμιοποίηση στοχεύει στην ψυχή του λαού. Η παιδεία απογυμνώθηκε από την ουσιαστική διδασκαλία της Ιστορίας και της γλώσσας μας. Οι παραδόσεις και η Ορθόδοξη πίστη, που κράτησαν το γένος όρθιο σε αιώνες σκλαβιάς, αντιμετωπίζονται από το κατεστημένο ως βαρίδια του παρελθόντος. Ο στόχος τους είναι προφανής: πρόκειται για τη μετατροπή μιας ιστορικής πατρίδας σε έναν ουδέτερο γεωγραφικό χώρο, κατοικημένο από άτομα χωρίς κοινή μνήμη, χωρίς συνεκτικούς δεσμούς και χωρίς διάθεση να υπερασπιστούν τον τόπο τους. Όταν, όμως, ένας λαός χάσει τις ρίζες του, παύει να λειτουργεί ως κοινότητα και γίνεται ευάλωτος σε κάθε είδους εξωτερική επιβολή. Η ιστορία, όμως, μας διδάσκει το αντίθετο, ότι δηλαδή πραγματική δημοκρατία και ελευθερία μπορούν να υπάρξουν μόνο μέσα σε ένα κυρίαρχο έθνος-κράτος, διότι μόνο εκεί ο πολίτης έχει φωνή, μπορεί να ελέγξει την εξουσία και να απαιτήσει λογοδοσία, σε αντίθεση με τους απρόσωπους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπου η ψήφος του απλού ανθρώπου δεν έχει καμία απολύτως ισχύ.
Μέσα σε αυτό το τοπίο της εθνικής υποχώρησης και της συστημικής απογοήτευσης, αναδύθηκε η ανάγκη για μια αυθεντική πολιτική έκφραση που δεν φοβάται να μιλήσει για τις διαχρονικές αξίες του Ελληνισμού. Το Δημοκρατικό Πατριωτικό Κίνημα ΝΙΚΗ δεν γεννήθηκε μέσα από κομματικούς σωλήνες ή οικονομικά συμφέροντα, αλλά από την ίδια την κοινωνία. Θέτοντας ως θεμέλια την Ορθόδοξη πίστη, την παραδοσιακή οικογένεια, τον σεβασμό στην ιστορία μας και την αληθινή αγάπη για την πατρίδα, η ΝΙΚΗ προτείνει έναν καθαρό δρόμο εθνικής αυτογνωσίας, κόντρα στις επιταγές της παγκοσμιοποίησης.
Η πρόταση της ΝΙΚΗΣ αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης που βάζει σε προτεραιότητα την αναγέννηση της ελληνικής περιφέρειας, τη στήριξη του αγρότη και του κτηνοτρόφου, την ενεργειακή ανεξαρτησία και την προστασία του θεσμού της οικογένειας. Απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως υπάκουο εκτελεστή ξένων οδηγιών, η ΝΙΚΗ αγωνίζεται για την πλήρη αποκατάσταση της εθνικής μας κυριαρχίας, υπενθυμίζοντας ότι ο Ελληνισμός έχει μέλλον μόνο όταν παραμένει ριζωμένος στην ιστορική του ταυτότητα και στις αξίες του.
Χριστόδουλος Μολύβας
Υπεύθυνος Τομέα Ευρωπαϊκών Οδηγιών
και Εθνικής Νομοθεσίας της ΝΙΚΗΣ

